Α, ρε πατέρα...

Α, ρε πατέρα...

Την έβδομη μέρα του Σεπτέμβρη κάθε χρόνο θυμάμαι ότι κήδεψα τον πατέρα μου – δεν το λέω για να ψυχοπλακωθούμε. Το μνημόσυνο το είχαμε κάνει στο χωριό λίγες μέρες πριν, όταν είμασταν όλα τα μέλη της οικογένειας μαζί με τους φίλους του. Νόμιζα ότι δεν θα μου ρχότανε στο μυαλό πάλι η ημερομηνία που έφυγε, αλλά όσο μεγαλώνω καταλαβαίνω ότι είναι αδύνατο. Αν η μέρα των γενεθλίων σου είναι αυτή που σε βάζει κάθε χρόνο στο τρυπάκι να σκέφτεσαι ότι ο χρόνος περνάει, η μέρα που χεις χάσει ένα γονιό είναι κάτι σαν δεύτερα γενέθλια. Θυμάσαι τη μέρα που ξαφνικά μεγάλωσες, που διαπίστωσες πως ο χρόνος δεν σου αφήνει μόνο συλλογές από μνήμες που σιγά σιγά μπερδεύονται, αλλά μπορεί να σε πονέσει και κομμάτι. Όχι αυτή τη μέρα δεν σκέφτεσαι ποτέ το δωδεκάμηνο που ξεκινάει μπροστά σου, όπως συχνά συμβαίνει όταν έχεις γενέθλια, αλλά κάνεις το αντίστροφο: θυμάσαι συνήθως όλα αυτά που προηγήθηκαν. Κυρίως για να γλυκάνεις όλο αυτό το χρόνο που ακολουθεί και δεν θα ξανάχεις με τον πατέρα σου ποτέ.

 Ούτε ξαφνικά ούτε αναπάντεχα

Είμαστε όλοι γιοί, αλλά δεν είμαστε όλοι πατεράδες κι αυτό στη σχέση μας με τους πατεράδες μας ήταν πάντα στα υπέρ τους. Η σχέση μας δεν είναι ποτέ ισοδύναμη – οι σημαντικοί ήταν πάντα αυτοί: και όσο ζούσαν, αλλά κυρίως όταν έφυγαν. Αυτή η μέρα που έφυγαν μοιάζει πάντα λίγο με το σημείο μηδέν μιας παλιάς ζωής, αν κάτι τέτοιο υπάρχει. Λένε πως η μέρα που κηδεύεις τον γονιό σου σε ωριμάζει, όπως συνήθως συμβαίνει πάντα με την απώλεια. Δεν παίρνω όρκο για αυτό: τόσα χρόνια χωρίς τον μπαμπά παραμένω εξίσου ώριμος κι ανώριμος, όσο ήμουν κι όταν τον είχα. Αλλά αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι τη μέρα της φυγής του, που δεν ήταν στη δική μας περίπτωση ούτε ξαφνική ούτε αναπάντεχη, ένοιωσα σαν κάτι δικό του να ξαναγεννήθηκε μέσα του, σαν να άρχισα να βλέπω τη ζωή με ένα ζευγάρι δεύτερα μάτια. Τα δικά του.

 

Κάθε χρόνο αυτή τη μέρα του Σεπτέμβρη, που έφυγε, μια παράξενη και ακατανόητη φωνή απο κάπου βαθιά μέσα μου έρχεται να μου θυμίσει πως ούτε όλες οι μέρες είναι ίδιες, ούτε ο τρόπος που βλέπεις τον κόσμο παραμένει σταθερός και αμετάβλητος από τη στιγμή που μεγάλωσες. Στην αρχή είναι αλήθεια ότι νοιώθεις σαν να έχασες ένα σημείο αναφοράς κι ας τον θυμάσαι απλά να κρατάει ένα μπαστούνι και να σε έχει ανάγκη. Μετά, όσο ο καιρός περνάει, διαπιστώνεις ότι δεν είναι ούτε η μνήμη του, ούτε η θύμησή του αυτό που κυλάει στο αίμα σου. Είναι η παράξενη συνειδητοποίηση ότι είσαι γιός του, αυτό που, όταν φύγει, καταλαβαίνεις μέρα με τη μέρα. Και αν για κάτι λυπάσαι είναι που για αυτό δεν πρόλαβες να τον ευχαριστήσεις: γιατί αυτή η συνειδητοποίηση είναι ό,τι πιο αληθινό έχεις καταλάβει για τον ίδιο τον εαυτό σου. Ισως και το μόνο.

 Με λίγη μελαγχολία

Κάθε φορά που γράφω κάτι για τον πατέρα μου, είναι αρκετοί που μου γράφουν ότι κάπως έτσι θυμούνται και τον δικό τους μπαμπά κι αυτό γεννάει μια παράξενη ανθρώπινη επικοινωνία: νοιώθουμε όλοι σαν να καθόμαστε στην ίδια αίθουσα και να μιλάμε γλυκά για μια αγιάτρευτη υπέροχη εξάρτηση, που μας ενώνει. Μοιραζόμαστε τη χαρά για το γεγονός ότι υπήρξαμε γιοί – για την ακρίβεια θυμόμαστε πόσο γιοί υπήρξαμε. Οι μπαμπάδες μας παραμένουν στο μυαλό μας η αγαπημένη απαραίτητη απόδειξη ότι είχαμε κάποτε μια παιδική ζωή, στην οποία ήταν όλα απλά και όμορφα, αφού αυτοί έπρεπε να νοιάζονται για μας. Δεμένοι από την αόρατη κλωστή της απώλειας τους συμφωνούμε ότι όταν έφυγαν όλα άλλαξαν χωρίς σε αυτή την αλλαγή να μπορούμε να δώσουμε περιεχόμενο: σε τελική ανάλυση, στα μάτια των τρίτων, η ζωή μας μοιάζει σχεδόν ίδια – μόνο που εμείς την ίδια στιγμή νοιώθουμε πως άλλαξε εντελώς. Οι μπαμπάδες μας ήταν (είναι…) από μόνοι τους ένας κώδικας γεμάτος από μυστικά, που όλοι κάποια στιγμή καταλαβαίνουμε. Μερικοί είναι τυχεροί και τον κώδικα του μπαμπά τον αποκωδικοποιούν όσο τον έχουν ακόμα, άλλοι, όπως εγώ, δεν είναι τόσο ικανοί και τον κατανοούν μόνο, όταν τον μπαμπά τον χάνουν και όταν η μέρα που τον έχασαν γίνεται η μέρα των δεύτερων γενεθλίων τους. Αυτή τη μέρα, με τον καιρό, δεν υπάρχει ούτε περισυλλογή, ούτε θλίψη, παρά μόνο μια γλυκιά μελαγχολία, όπως πάντα συμβαίνει όταν διαπιστώνεις ότι μόνος δεν είσαι όταν δεν έχεις ανθρώπους, αλλά όταν δεν έχεις, για λίγο έστω, κάποιους ανθρώπους που θες.

Πάντα όταν γράφω για τον μπαμπά διάφοροι μου λένε ότι γράφω και για τον δικό τους μπαμπά: τους καθησυχάζω ότι δεν είναι έτσι. Απλά γράφω για τους ίδιους, που γιοί είναι κι αυτοί και τους το υπενθυμίζω. Για τον μπαμπά τους δεν μπορώ να γράψω γιατί δεν τον ξέρω – εδώ και τον δικό μου ακόμα τώρα τον μαθαίνω. Κατανοώ τώρα τη σχέση μας, τις διαφορές μας, τις ομοιότητές μας, τις βαθιές επιρροές. Σε όσους μου λένε ότι όταν γράφω κάτι τέτοια μιλάω και για χάρη τους απαντάω, πως το μόνο που ξέρω είναι πως με τα μυστήρια του μπαμπά τους μπορούν να ασχοληθούν μόνο αυτοί. Θα το κάνουν με τον ίδιο πάντα τρόπο: συνειδητοποιώντας, κάθε φορά που έρχεται η μέρα που έφυγε, πως κουβαλάνε την κληρονομιά της παραξενιάς του, αυτής της παραξενιάς που τον έκανε διαφορετικό στα μάτια τους, όταν ήταν παιδιά. Αυτή η γλυκιά παραξενιά γίνεται με τον καιρό ένα είδος ταυτότητας  που κουβαλάμε και μεις. Είμαστε γιοί ακόμα κι αν πατέρας πια στη ζωή μας δεν υπάρχει. Και είναι ωραίο.  

Μήνας συμπόνοιας

Ο Σεπτέμβρης είναι ένας μήνας συμπόνοιας. Φεύγει σιγά σιγά το καλοκαίρι και δίνουμε κουράγιο ο ένας στον άλλο για ό,τι ακολουθεί. Καταλαβαίνουμε ότι όσα σχέδια κάναμε το καλοκαίρι τέτοια θα μείνουν, η ζέστη μας ταλαιπωρεί γιατί δεν υπόσχεται τίποτα – απλά θα τελειώσει. Άλλοι κάνουν νέα ξεκινήματα, άλλοι φοβούνται τη ρουτίνα, άλλοι σε αυτή επιστρέφουν θεωρώντας την κάτι σαν καταφύγιο.

Κι εγώ κάθε επτά του Σεπτέμβρη, όταν βραδιάζει, θυμάμαι την ώρα που έφυγε και μουρμουράω κάποια στιγμή μόνος μου «α, ρε πατέρα…».