Δεν είπε όμως ο λαός δεν ξεχνά...

Δεν είπε όμως ο λαός δεν ξεχνά...

 

Τον άκουσε κανείς πραγματικά τον Ομπάμα;

 

Υπάρχει κάτι που αποκαλώ «σύνδρομο της παρουσίας του Ελβις Κοστέλο» και που θυμήθηκα διαβάζοντας όλους αυτούς τους διθυράμβους που διάβασα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (και όχι μόνο…) μετά την ομιλία του Μπάρακ Ομπάμα στην Αθήνα. Αφήστε με να σας πω τι ακριβώς είναι αυτό πρώτα.

Κάποτε στο Ηρώδειο

Πριν μερικά χρόνια ο Ελβις Κοστέλο είχε ρθει στην Αθήνα (την οποία συχνά επισκέπτεται…) κι έδωσε μια ωραία συναυλία στο Ηρώδειο – ήταν η πρώτη φορά που τραγούδησε εκεί. Ο τύπος το καταχάρηκε, το τράβηξε όσο μπορούσε, απόλαυσε τα μπιζαρίσματα και βγήκε δυο φορές να κλείσει την βραδιά πριν μας πει καληνύχτα. Είχε φροντίσει τους φωτισμούς, είχε εμφανιστεί με μια καλή ορχήστρα κι έμοιαζε αρκετά κολακευμένος για το ότι του παραχωρήθηκε το ιστορικό θέατρο κάτω από την Ακρόπολη για τη συναυλία. Όμως το Ηρώδειο για να γεμίσει χρειάζεται πολύ κόσμο και τα εισιτήρια είναι αρκετά ακριβά. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ένα σημαντικό κομμάτι του πλήθους, που έτρεξε να τον δει από κοντά, δεν γνώριζε πάνω από τρία – τέσσερα τραγούδια του: ο εξαιρετικός καλλιτέχνης δεν έχει γράψει και τα μεγαλύτερα σουξέ της εποχής. Κάποιοι είχαν ακούσει το Radio Radio, άλλοι ήξεραν το Αlison, άλλοι το She, λίγοι από τους σχεδόν δέκα χιλιάδες ανθρώπους που ήταν εκεί ήταν πραγματικοί θαυμαστές του και το καταλάβαινες. Φεύγοντας ωστόσο όλοι δήλωναν το θαυμασμό τους για τον καλλιτέχνη, έμοιαζαν ενθουσιασμένοι, ορκίζονταν ότι θα τον ξαναδούν – πράγμα που μάλλον δεν έκαναν ποτέ. Όταν οι ίδιοι διοργανωτές ανήγγειλαν μια συναυλία του δυο χρόνια αργότερα σε χώρο μεγαλύτερο, την ακύρωσαν εξαιτίας μειωμένου ενδιαφέροντος. Η ιστορία με δίδαξε κάτι: πολλές φορές νοιώθουμε την ανάγκη να πούμε πολλά μπράβο για κάτι που εξελίχτηκε μπροστά μας κυρίως γιατί θεωρούμε τον εαυτό μας τυχερό γιατί το παρακολούθησε. Στην πραγματικότητα έχουμε ενθουσιαστεί, όχι από το event, αλλά γιατί νοιώσαμε μέρος του. Εχουμε δηλαδή ενθουσιαστεί με τον εαυτό μας.

Όλα αυτά τα θυμήθηκα ακούγοντας τον Ομπάμα και διαβάζοντας πολλά για την ομιλία του. Δεν ήταν κακή ομιλία και δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι κακή γιατί ο αμερικάνος πρόεδρος είναι χαρισματικός: έχει τις σωστές παύσεις, χειρίζεται σωστά το χρόνο και δεν γίνεται κουραστικός- κυρίως ξέρει πώς να κάνει το ακροατήριό του να τον προσέξει. Στην Αθήνα μας έδωσε ένα εξαιρετικό δείγμα της τεχνικής του. Χρησιμοποίησε ωραίες και ξεχωριστές ελληνικές λέξεις, όπως το φιλότιμο ή τη φιλοξενία πχ, είπε ένα ωραίο «Ζήτω η Ελλάς» γνωρίζοντας πως με αυτό θα κολακέψει το ακροατήριο του, αναφέρθηκε στην ελληνική ιστορία και δήλωσε τον θαυμασμό του για την Ακρόπολη – τίποτα από αυτά δεν είναι σπάνιο. Όμως η ομιλία του δεν ήταν συναρπαστική – συναρπαστική ήταν εκείνη που έβγαλε την παραμονή της πρώτης του εκλογικής νίκης όταν επαναλαμβάνοντας το σύνθημα Yes we can» σε έκανε να ζηλεύεις τους αμερικάνους που βρήκαν ένα αληθινό ηγέτη.

Η δημοκρατία και το μπουρδέλο      

Δεν ξέρω πραγματικά πόσοι από αυτούς που δήλωσαν ενθουσιασμένοι με τον λόγο του Ομπάμα το λένε με ειλικρίνεια ή γιατί κολακεύτηκαν από το γεγονός ότι διάλεξε τη χώρα μας για να εκφωνήσει το αντίο του στην προεδρεία – ίσως και στην ενεργή πολιτική γενικότερα. Αυτό που ξέρω είναι ότι κάποια από τα λόγια του, που χειροκροτήθηκαν, δεν αποτελούν δυστυχώς θέσεις το μέσου έλληνα. Ο Ομπάμα είπε ότι «αξίζει να πιστεύουμε στις ιδέες και τις αξίες που γεννήθηκαν εδώ πριν από αιώνες. Η ιστορία μας έχει δείξει ότι οι χώρες με δημοκρατικές κυβερνήσεις είναι πιο δίκαιες και πιο σταθερές». Στην Ελλάδα έχει γίνει πολιτικό σύνθημα το «να καεί να καεί το μπουρδέλο η βουλή», που με τις δημοκρατικές αξίες μικρή σχέση έχει. Ο Ομπάμα είπε ότι «η Δημοκρατία μας έδειξε ότι είμαστε πιο ισχυροί από τους τρομοκράτες. Εκείνοι προσπάθησαν να αλλάξουν την ζωή των ανθρώπων διά της βίας και να μας κάνουν να παρεκκλίνουμε από τις δικές μας αξίες. Η Δημοκρατία είναι ισχυρότερη». Δίκιο έχει, αλλά στην Ελλάδα ένα πολύ μεγάλο μέρος του κόσμου πιστεύει ότι τρομοκράτες είναι οι αμερικάνοι, οι οποίοι είναι φονιάδες των λαών κι ότι όλοι οι τριτοκοσμικοί περίεργοι που βάζουν βόμβες και τους χτυπάνε στις πλατείες τους κάνουν αντίσταση. Ο Ομπάμα είπε ότι «στις Δημοκρατίες δεν υπάρχουν αποκλεισμοί. Οι Δημοκρατίες βοηθούν τους πρόσφυγες. Και ποτέ άλλοτε στον κόσμο δεν έχουμε δει τέτοια συμπόνια προς τους πρόσφυγες, όπως στην Ελλάδα. Η γενναιοδωρία των Ελλήνων ενέπνευσε τον κόσμο». Το είπε πιθανότατα χωρίς να γνωρίζει ότι υπάρχουν σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων που έχουν ξεσηκωθεί ζητώντας τα προσφυγόπουλα να μην μπαίνουν σε σχολεία, ούτε κι όταν αυτά είναι κλειστά και άδεια. Ο Ομπάμα είπε ότι «τώρα ζούμε σε μία παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Δεν μπορούμε να κοιτάζουμε προς τα πίσω. Πρέπει να κοιτάμε το μέλλον. Δεν μπορούμε να κινούμαστε σε συγκρούσεις ανάμεσα στις χώρες. Το μονοπάτι της παγκοσμιοποίησης πρέπει να καλυτερεύσει»  - το είπε σε μια χώρα που θεωρεί την παγκοσμιοποίηση κατάρα. Ο Ομπάμα είπε τέλος ότι «σήμερα περισσότερο από ποτέ ο κόσμος χρειάζεται μία ευημερούσα και δημοκρατική Ευρώπη». Κι απέσπασε χειροκροτήματα, σε μια χώρα της οποίας το 65% ψήφισε «Όχι στην Ευρώπη» πριν ενάμισι χρόνο!

Αυτά ήταν σουξέ

Δεν πιστεύω πως πολλοί άκουσαν τι πραγματικά είπε ο Ομπάμα: άκουσαν ο καθένας ό,τι ήθελε ν ακούσει και μάλλον τον αποθέωσε γιατί ήρθε εδώ λίγο πριν να φύγει από την Προεδρεία και μας μίλησε: αν είχε έρθει στην αρχή της θητείας του μπορεί να τον δίκαζε κι αυτόν ο Καζάκος, όπως τον Κλίντον, στο Σύνταγμα. Δηλώνω επίσης έκπληκτος για το ότι η ομιλία του Ομπάμα απέσπασε αποθεωτικές κριτικές στη χώρα που πολιτική ομιλία θεωρείται να λες ότι «η Ελλάδα ανήκει στις Ελληνες», ότι «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά», ότι «ο πιο μεγάλος φόβος είναι ο φόβος», ότι «η Χούντα δεν τελείωσε το 73» κι άλλα τέτοια ψαγμένα. Πως γίνεται να αποθεώνεις τον Ομπάμα όταν έχεις μεγαλώσει με τον Αντρέα; Πως γίνεται να τον ακούς όταν νοσταλγείς το «Σήκω Γέρο για να δεις τα παιδιά της Αλλαγής» (το πρώτο πολιτικό σύνθημα-ωδή στο the walking dead) και όταν θα ήθελες να ξαναφωνάξεις «Τσοβόλα δώστα όλα»: δεν το καταλαβαίνω. Σημειωτέον αυτά ναι, ήταν σουξέ πραγματικά. Όχι σαν τα τραγούδια του Ελβις Κοστέλο και τα «η ιστορία μας δίνει ελπίδα» που μας είπε ο Ομπάμα…