«Εκείνη», μια θείτσα με ορμές

«Εκείνη», μια θείτσα με ορμές

 

 

Παρακινημένος από φίλους κριτικούς κινηματογράφου που εκτιμώ, παρόλο που πολλές φορές με έχουν στείλει να δω ταινίες αχαρακτήριστες, πήγα να δω το «Εlle» την τελευταία ταινία του Πολ Βερχόφεν, που έχει βγει στις αίθουσες με τον τίτλο «Εκείνη».

Νεανική μου τρέλα

Ο Βερχόφεν υπήρξε μεγάλη νεανική μου τρέλα: τη δεκαετία του 80, εντυπωσιασμένος από τον «Τέταρτο άνθρωπο», την ωμότητα του «Σάρκα και Αίμα» και το διαβρωτικό χιούμορ του «Λουλουδιού της σάρκας», τον θεωρούσα ένα από τους μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες. Όταν πήγε στην Αμερική, έβλεπα στις ταινίες του δεύτερα πεδία ανάγνωσης, ενώ ο άνθρωπος προφανώς έκανε ό,τι έκανε για να πάρει ωραία λεφτά από τους Αμερικάνους παραγωγούς. Ομολογώ ότι, τυφλωμένος από θαυμασμό για τις αφηγηματικές του ικανότητες, είδα στην ιστορία του Robocοp, χριστιανικές αναφορές, είδα στο Total Recall πως μπορεί κάθε υπόσχεση ξενοιασιάς να γίνει εφιάλτης εξαιτίας της τεχνολογίας, είδα στο Starship Troopers  μια αντιπολεμική φάρσα – ίσως τη μεγαλύτερη όλων των εποχών στο σινεμά. Και είδα φυσικά κι εγώ το «Βασικό Ενστικτο», στο οποίο δεύτερα πεδία δεν κατάφερα να διακρίνω θαμπωμένος από τα κάλλη της Σάρον Στόουν που μοίραζε εγκεφαλικά. Όταν πολύ αργότερα ξαναείδα αυτά τα μεγάλα σουξέ κατάλαβα ότι, όπως συμβαίνει συνήθως με οτιδήποτε είναι φτιαγμένο για να κόψει εισιτήρια, κανένα από αυτά δεν άντεξε στο χρόνο.

Η εμονική υπερβολή

Το μόνο κοινό σε όλες αυτές τις ιστορίες που ο Ολλανδός μας διηγήθηκε είναι η αγάπη του για τη διαστροφή: στις πιο πολλές ταινίες του η δράση κινείται από διαταραγμένους – καλούς ή κακούς δεν έχει σημασία –  τους οποίους ο Βερχόφεν αγαπάει. Κατανοώ ότι επειδή έφτασε τα 78 του χρόνια ήθελε να κάνει μια ωδή στη διαστροφή, που στη ζωή του πρέπει να τον απασχόλησε πολύ. Το «Εκείνη», στηριγμένο σε ένα βιβλίο του Φιλίπ Ντζαν που από διαστροφές, ξέρει αφού μας έχει δώσει και τη «Μπέτυ Μπλου» του Μπενέξ κάτι δεκαετίες πριν, είναι μια ταινία φτιαγμένη από ένα δημιουργό εμονικό με τη διαστροφή, που μοιάζει να έχει αποφασίσει να μας δείξει σε μια και μόνο ταινία του όλα τα είδη της: νομίζω ότι η «Εκείνη» του τίτλου είναι η διαστροφή. Η ταινία μας μιλά για την επαγγελματική διαστροφή, για την γελοιωδέστατη βλακεία (που κι αυτή απόκλιση είναι), για την άρνηση των κανόνων συμπεριφοράς με βάση την ηλικία, για την αδυναμία κατανόησης των ορίων και των σχέσεων, για τη θρησκοληψία – φυσικά για τη σεξουαλική διαστροφή σχεδόν σε κάθε της έκφανση. Κυρίως μας μιλά για τη διαστροφή ως παιγνίδι, αλλά και ως τρόπο κατανόησης της ψυχικής μας πραγματικότητας: η αποδοχή της διαστροφής, μοιάζει να λέει, είναι ένας μπούσουλας για να πορευτείς στη ζωή. Το πράγμα θα μπορούσε να είναι και ενδιαφέρον, αν δεν πρόσθετε πως, τελικά όλοι είμαστε διεστραμμένοι – άρα και ο μπούσουλας μικρή σημασία έχει, αφού δεν οδηγεί πουθενά. Πιθανότατα με αυτό του το συμπέρασμα να συμφωνούσε ο Λαρς Φον Τρίερ, που, αν ακόμα πηγαίνει σινεμά και δει την ταινία, θα πεθάνει από τη ζήλεια του: η δική μου ερώτηση είναι τι διάβολο μπορεί να ενδιαφέρει εμάς τους υπόλοιπους η εμονική υπερβολή ενός σαλεμένου γέρου ανθρώπου. Γιατί πολύ φοβάμαι πως αυτό είναι πια ο Βερχόφεν.

 Το έβαλε στα πόδια

Δεν το λέω τυχαία και δεν το λέω μόνο για την ταινία, που είναι ένας αληθινός αχταρμάς από σκηνές που στήνονται μόνο για να εξυπηρετήσουν το υπερβολικό συμπέρασμα - το λέω γνωρίζοντας και άλλες παραξενιές του. Στο «Εκείνη» ο Βερχόφεν λέει ότι δεν υπάρχει καμία σχέση ευτυχίας μεταξύ διεστραμμένων και επειδή όλοι είμαστε διεστραμμένοι δεν αξίζουμε τίποτα και δεν θα χαρούμε και τίποτα. Πριν κάνει αυτό το θλιβερό δοκίμιο, που το πλασάρει μάλιστα και ως κωμωδία (ενώ είναι ζήτημα να υπάρχουν τρεις σκηνές που να σε κάνουν απλά να χαμογελάσεις), ο Ολλανδός είχε γράψει ένα βιβλίο για τον Ιησού Χριστό (!) και ήθελε να το κάνει και ταινία – δεν βρήκε παραγωγό. Στο βιβλίο ισχυριζόταν ότι ο Ιησούς προήλθε από τον βιασμό της Μαρίας από έναν Ρωμαίο στρατιώτη, κι έγινε μεγαλώνοντας ένας εξορκιστής που φώναζε και έφτυνε στο στόμα των δαιμονισμένων για να τους απαλλάξει από τους δαίμονες! Τον συνέλαβαν οι Ρωμαίοι, γράφει, γιατί ήταν ένας επαναστάτης που ωθούσε τους ακολούθους του να πάρουν τα όπλα για να αντιμετωπίσουν δαίμονες. Η ταινία θα είχε την αισθητική του Walking Dead κι ο Βερχόφεν είχε προσλάβει τον Ρότζερ Εϊβερι, σεναριογράφο του Pulp Fiction μαζί με τον Ταραντίνο για να κάνει την προσαρμογή του βιβλίου σε σενάριο: ο τύπος όταν το διάβασε το έβαλε στα πόδια!

Ρηχοί και περπτωσάρες

Από το «Εκείνη» δεν το βάζεις στα πόδια, απλά μετά από ένα σημείο το παρακολουθείς αμήχανος από την κούραση. Το τι παρακολουθεί κανείς σε αυτό τον αχταρμά για πάνω από δυο ώρες δεν περιγράφεται. Η Ιζαμπελ Ιπέρ μορφάζει και παριστάνει την ξαναμμένη, ενώ σε πείθει μόνο ότι θα μπορούσε να διαβάσει τον καφέ. Βλέπεις σκηνές τάχα μου ερωτισμού, όπως μια αγκαλιά ενώ χτυπάνε οι πόρτες από τον αέρα και σκέφτεσαι ότι θα πουντιάσουν οι δυο πρωταγωνιστές – μεγάλοι άνθρωποι. Ενας φαλακρός παριστάνει τον μάγκα που την πέφτει στη φίλη της γυναίκας του και την πληγώνει κι εσύ σκέφτεσαι ότι στην κανονική ζωή η γυναίκα του θα πλήρωνε για να σηκωθεί να φύγει από το σπίτι. Υπαρχουν ζιγκολό της κακιάς ώρας και τάχα μου ερωτιάρες γριές, ζευγάρια σε κρίση ενώ μοιάζουν τέλεια – ως τι πρωτοπία! – καθώς και μεσήλικες που γουστάρουν πιτσιρίκες, ενώ θα πρεπε να σκέφτονται ότι και οι πενηντάρες έχουν ψυχή: πέθανα από την πλήξη!

Σχεδόν κανένας χαρακτήρας δεν ολοκληρώνεται, όλα παραμένουν ανερμάτιστα, κάθε σκηνή μικρή σχέση έχει με την προηγούμενη κι απλώς παρακολουθείς βίτσια (και μάλιστα μικροαστικά) που εμφανίζονται με διάφορα σκηνοθετικά ταρατατζούμ που απλά θυμίζουν πόσο μάστορας υπήρξε ο Βερχόφεν. Η ταινία ούτε σκανδαλίζει, ούτε προκαλεί, ούτε διηγείται τίποτα το πρωτότυπο, ούτε διακρίνεται από κάποια φρεσκάδα. Σαπίζει γιατί οι χαρακτήρες της είναι και ρηχοί και περιπτωσάρες.

Η διαστροφή είναι εργαλείο για να χτίσεις μια αστυνομική ιστορία, ένα θρίλερ, ακόμα και μια κωμωδία. Ο διεστραμμένος είναι μια εύκολη σύνθετη προσωπικότητα – συχνά και γοητευτική ή έστω ενδιαφέρουσα. Οι διεστραμμένοι του ηλικιωμένου Βερχόφεν, που θέλει να προκαλέσει, είναι ψεύτικοι, άψυχοι και γελοίοι, ενώ η πρόθεση του δημιουργού τους ήταν να μας τους δείξει αληθινούς και δικούς μας – να μας πει δηλαδή ότι μπορεί να ζουν πλάι μας. Ε και; Και να ζούσαν, όλοι τους είναι τόσο άψυχοι, που κανείς δεν θα τους πρόσεχε κι αν κατά τύχη κάποιος έβλεπε τα κατορθώματα τους, θα γελούσε, όχι για την διαστροφή τους, αλλά για την κωμικά άτσαλη συμπεριφορά τους – ίσως απλά αυτό να ήθελε ο Βερχόφεν, μόνο που στο σινεμά που την είδα την ταινία, δεν γέλασε σχεδόν κανείς με αυτό που έβλεπε. Μάλλον ο κόσμος, όπως εγώ, σκεφτόταν τι διάβολο είδαν οι κριτικοί και το εκθειάσανε, αυτό το άψυχο δημιούργημα ενός εμονικού ηλικιωμένου ανθρώπου…

Τελικά η μόνη διαστροφική «Εκείνη», που αξίζει, παραμένει αυτή του Φοίβου Δεληβοριά…