Ενας Ελληνας επιχειρηματίας. Κάτι σπάνιο…

Ενας Ελληνας επιχειρηματίας. Κάτι σπάνιο…

Διαβάζω το πλούσιο βιογραφικό του εκλιπόντος Θεόδωρου Βασιλάκη, που κηδεύεται σήμερα. Γεννήθηκε το 1940 στην Κρήτη. Σε ηλικία 18 ετών πήγε για σπουδές στις ΗΠΑ και επέστρεψε ξανά στην Κρήτη μετά από τρία χρόνια. Όταν η πολυεθνική Texaco εξαγόρασε την εταιρεία «Ρέστης», στην οποία εργαζόταν, ο Βασιλάκης ανέλαβε το δικαίωμα διανομής καυσίμων σε όλη την Κρήτη, δημιουργώντας ιδιόκτητο δίκτυο πρατηρίων. Παράλληλα αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί στον τουρισμό αντιπροσωπεύοντας στην Κρήτη την εταιρεία ενοικιάσεων αυτοκινήτου Hertz Ιnternational. Μετά από λίγα χρόνια εξαγόρασε την Hertz Hellas. Μετά από δυο δεκαετίες βρέθηκε να κατέχει τις ΒΑΚΑΡ ΑΒΕΕ και ΤΕΧΝΟΚΑΡ ΑΒΕΕ, αντιπροσώπους των Saab και Seat και τη ΒΕΛΜΑΡ ΑΒΕΕ, επίσημο διανομέα των αυτοκινήτων Ford, Volvo, Seat και Opel στην Ελλάδα. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 ο Θεόδωρος Βασιλάκης εξαγόρασε την ιδιωτική αεροπορική εταιρεία Aegean Aviation από τα αδέρφια Αντώνιο και Νικόλαο Σιμιγδαλά με σκοπό να εκτελεί πτήσεις VIP σε όλο τον κόσμο. Το 1999 έκανε το τεράστιο βήμα και ίδρυσε την Aegean Airlines η οποία σταδιακά ξεκίνησε πτήσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό και με προσεκτικές κινήσεις άρχισε να επεκτείνεται. Τον Ιούνιο 2010 Μαΐο η Aegean Airlines έγινε μέλος στην διεθνή αεροπορική συμμαχία Star Alliance και το 2013 απορρόφησε την Olympic Air, δημιουργώντας έτσι την μεγαλύτερη αεροπορική εταιρεία της Ελλάδας».

Τι είναι εύκολο να παρατηρήσει κανείς σε αυτή την μεγάλη διαδρομή; Ότι ο Βασιλάκης δεν έκανε ποτέ του μπίζνες με συνέταιρο το Κράτος. Πράγμα σπάνιο για Ελληνα επιχειρηματία.

Ο μεγάλος ύποπτος

Όταν ήμουν μικρός ο «επιχειρηματίας» αντιμετωπίζονταν στις συζητήσεις των μεγάλων ως ένας ύποπτος. Το γεγονός ότι έβγαζε χρήματα ήταν λόγος προβληματισμού. Οσο πιο επιτυχημένος ήταν, τόσο περισσότερο η επιτυχία του λειτουργούσε ως απόδειξη ότι «έπινε το αίμα των εργατών» και του λαού γενικότερα. Στις δραματικές ταινίες ήταν πάντα ο κακός που δεν είχε καρδιά, στις κωμωδίες ήταν ένας πονηρός αγύρτης ή ένας κουτός με λεφτά – πάντα του τα τρώγανε πιτσιρίκες με τις οποίες απατούσε τη γυναίκα του. Στο σχολείο  μας μιλούσαν για τους εθνικούς ευεργέτες, σαν αυτοί να έγιναν πλούσιοι επειδή κέρδισαν ένα λαχείο. Κανείς δεν μας είπε ποτέ την ιστορία του Συγγρού, του Φιξ, του Ωνάση – αυτός ο τελευταίος ξέραμε μόνο ότι ήταν ένας καταραμένος, μάλλον γιατί έβγαλε χρήματα. Κυρίως μας καλλιεργούσαν την ιδέα ότι ο επιχειρηματίας είναι κάτι διαφορετικό από μας τους καλούς απλούς ανθρώπους: ήταν φιλόδοξος, πράγμα απαράδεκτο, ήταν αδίστακτος και δεν τον ένοιαζε ο κοσμάκης - αν τυχόν ήταν φιλάνθρωπος το κανε για να τον συγχωρήσουμε για τα φρικτά του κρίματα. Μετά ήρθε το μπουμ του χρηματιστηρίου, το εύκολο χρήμα, η λατρεία της επίδειξης που κάπως επιπόλαια ονομάσαμε life style και φτάσαμε στο άλλο άκρο: επιτυχημένος έγινε στα μάτια του νεοέλληνα ο κάθε αεριτζής, που μπορούσε να κάνει φιγούρα κυκλοφορώντας με ακριβό αυτοκίνητο, που συντηρούσε δυο βίζιτες, που είχε σκάφος και νοίκιαζε βίλα στον Ορνό, που πετούσε τόνους λουλούδια στα μπουζούκια, που διακινούσε μαύρο χρήμα. Ούτε αυτός ο φουσκωμένος σαν γαλοπούλα την Πρωτοχρονιά φιγουρατζής δεν είχε καμία σχέση με τον πραγματικό επιχειρηματία: αν μέχρι την δεκαετία του 90 τον επιχειρηματία τον δαιμονοποιήσαμε, αμέσως μετά φροντίσαμε να αποθεώσουμε την καρικατούρα του. Δεν ξέρω πραγματικά τι ήταν χειρότερο.

Η ακατάληπτη έννοια

Για όλα αυτά φυσικά είχαν ευθύνη και οι επιχειρηματίες. Γατζωμένοι πάνω στο Κράτος, οι περισσότεροι, έμαθαν να μην μιλάνε και να ζουν στο θερμοκήπιο της οικογένειας τους, αφήνοντας συκοφάντες και λαμόγια να αλωνίζουν ερήμην τους. Μια από τις στρεβλώσεις του νέου ελληνικού κράτους, όπως αυτό δημιουργήθηκε μετά την επανάσταση του 1821, έχει να κάνει και με την επιχειρηματική τάξη της χώρας: η νέα Ελλάδα είχε καραβοκύρηδες έμπορους, συνηθισμένους να συναλλάσσονται με ξένους και γαιοκτήμονες, που είχαν στην δουλεψή τους κολλήγους. Και οι δυο έκαναν δουλειές με πολύ μεγάλο κέρδος – η έννοια της επένδυσης, δηλαδή της δημιουργίας μιας εταιρίας από το μηδέν με σκοπό την επέκτασή της και το κέρδος, ήταν και για τους ίδιους ακατάληπτη. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε βιομηχανική επανάσταση, ο καπιταλισμός νομίζουμε ότι είναι αμερικάνικη αρώστεια. Η σοβαρή επιχειρηματικότητα δεν έχει ορισμό, το δε κέρδος πρέπει να είναι πάντα εύκολο. Η επιχειρηματικότητα βασιζόταν στην συντήρηση κάποιων κεκτημένων και αργότερα στην άμεση συνεργασία με τον Κράτος, το οποίο συχνά ο επιχειρηματίας απλά αντικαθιστούσε εκεί που έλειπε: έφτιαχνε π.χ δρόμους ή γεφύρια. Όταν έφτασε η κρίση, μετά το 2009, η ελληνική επιχειρηματική τάξη έδειξε απλά τον πανικό της: ο μόνιμος χρηματοδότης και συνεταίρος της, δηλαδή το χρεοκοπημένο Κράτος, κατάρρευσε κι αυτή το έβαλε στα πόδια. Αλλοι βγάλανε τα λεφτά τους στο εξωτερικό κι άρχισαν να χρηματοδοτούν τους δραχμολάγνους, ελπίζοντας πως με την αλλαγή του νομίσματος θα γυρίσουν εδώ και θα αγοράσουν τα πάντα για να γίνουν τσιφλικάδες, όπως οι παππούδες τους. Άλλοι φύγανε για τις βαλκανικές χώρες απλά για να δουλέψουν με ένα ελάχιστα μεγαλύτερο κέρδος. Άλλοι «βαρέσανε κανόνια» και κλείσανε εταιρίες αφήνοντας κόσμο στο δρόμο κι άλλοι έγιναν αριστεροί για να κάνουν δουλειές με την νέα κυβέρνηση – δείχνοντας το ίδιο πάθος με τους πατεράδες τους, που είχαν αγαπήσει το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ’80, όταν κατάλαβαν ότι το πιο γλυκό χρήμα είναι το δάνειο των κρατικών τραπεζών. Δεν κατηγορώ κανένα: σε μια χώρα με συκοφαντημένη επιχειρηματικότητα λίγοι είχαν τα κότσια να αναμετρηθούν με την κρίση – άλλωστε κρίση σημαίνει και «στιγμή και διαδικασία απόφασης» και αυτά για μας τους Ελληνες είναι δύσκολα πράγματα.

Ποιος να το καταλάβει…

Ο Βασιλάκης δεν το έβαλε στα πόδια, δεν δείλιασε, δεν λιποψύχησε, δεν ονειρεύτηκε το πώς θα κολυμπάει σε ένα θησαυροφυλάκιο γεμάτο από δραχμές. Λειτούργησε επιχειρηματικά: προσπάθησε να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία και τα κατάφερε σώζοντας θέσεις εργασίας και δίνοντας δουλειές σε πολλούς ικανούς ανθρώπους. Στα χρόνια της κρίσης γιγάντωσε την Aegean μετατρέποντας την σε μια από τις σοβαρότερες ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρίες, την ώρα που κολοσσοί, όπως η Alitalia, βουλιάζουν. Εφτιαξε με την συμπαράσταση πρώτα από όλα της γυναίκας του, (αληθινό μυστικό της επιτυχίας του για όσους γνωρίζουν την πορεία του), μια αυτοκρατορία ξεκινώντας σχεδόν από το μηδέν. Εφυγε, χάνοντας την τελευταία μάχη με την επάρατη νόσο, έχοντας καταφέρει να αποδείξει πως ακόμα και στην Ελλάδα μπορεί να γεννηθούν αληθινοί επιχειρηματίες, δηλαδή άνθρωποι με ιδέες, που αγαπούν το ρίσκο της επένδυσης και τολμάνε: είναι πραγματικά να απορείς πως βρήκε το θάρρος να λειτουργήσει, ως οραματιστής και δημιουργός ταυτόχρονα, σε μια χώρα της οποίας το όραμα ήταν και είναι ο διορισμός στο δημόσιο, το κοινωνικό επίδομα και το πώς θα βρούμε ένα λογιστή να μας βοηθήσει να κλέψουμε την εφορία.

Ο Θόδωρος Βασιλάκης δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος. Αγαπούσε το γκολφ, γεννούσε ιδέες, έβαλε στη δουλειά και τους δυο γιούς του, τον Ευτύχη και τον Γιώργο, που θα συνεχίσουν το έργο του. Δεν τον γνώρισα ποτέ, άλλωστε ήταν μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του κάτι αληθινά σπάνιο: ένας πραγματικός Ελληνας επιχειρηματίας περήφανος για τα κατορθώματά του. Κατορθώματα που η χώρα έχει ανάγκη, αλλά σε ποιον να το εξηγήσεις και ποιος να το καταλάβει…