Γύρισε...

Γύρισε...

Η Εθνική μας ομάδα του μπάσκετ πανηγύρισε χθες βράδυ την πρόκρισή της στα προημιτελικά της διοργάνωσης και την πρώτη αληθινά σπουδαία της νίκη. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη ως αουτσάιντερ για να αντιμετωπίσει την Λιθουανία του Βαλαντσιούνας και του Κουζμίνσκας, μια ομάδα που στον πρώτο γύρο βελτιωνόταν από παιγνίδι σε παιγνίδι. Την κέρδισε σχετικά εύκολα κάνοντας το καλύτερό της παιγνίδι στην διοργάνωση και τώρα περιμένει τον αντίπαλό της στο ματς που θα κρίνει την παρουσία της στη διοργάνωση: θα της μπούμε μπράβο αν περάσει στους 4, αφού θα έχει κάνει ένα βήμα μπροστά σε σχέση με όλα τα προηγούμενα τουρνουά στα οποία έχει πάρει μέρος μετά το 2009. Σας έχω γράψει πολλές φορές ότι ο απολογισμός γίνεται μόνο στο τέλος: η Εθνική δεν είχε αποκλειστεί στην Φινλανδία, ώστε να την σταυρώσουμε και δεν έγραψε ιστορία περνώντας στους «8» για να την αποθεώσουμε. Εξακολουθεί να είναι αντιμέτωπη με ένα σωρό υπερβολές – οι κρίσεις που την συνοδεύουν σε νίκες και ήττες είναι φρικτά υπερβολικές: στην πραγματικότητα οι παίκτες δεν ξέχασαν ποτέ το μπάσκετ που ξέρουν, αλλά δεν έγιναν και ξαφνικά οι καλύτεροι του κόσμου – αρετές και προβλήματα υπήρχαν και υπάρχουν. Αν κάτι άλλαξε, ωστόσο, σε σύγκριση με τις βραδιές της θλίψης είναι ότι βρέθηκε ο άνθρωπος που θα την πάρει από το χέρι, ο ηγέτης που ψάχναμε. Είναι εκρηκτικός, πανηγυρίζει σαν μικρό παιδί, αποφεύγει τα μεγάλα λόγια και κουβαλάει τον εγωϊσμό του αρχηγού. Και τον λένε Κώστα Σλούκα.

 Μια μοναδική περίπτωση

Η περίπτωση του Κώστα Σλούκα δεν θυμίζει τις αντίστοιχες περιπτώσεις των άλλων leader της Εθνικής μπάσκετ. Ο Σλούκας δεν ήρθε από την Αμερική, δεν ήταν ένα θαύμα της φύσης μικρός, αντιμετωπίστηκε ως απλά ένας καλός παίκτης στο ξεκίνημά του, δεν είχε αυτό το κάτι που τον έκανε να ξεχωρίζει στις μικρές Εθνικές ομάδες στις οποίες ήταν πάντα πρωταγωνιστής, όχι όμως και ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης: ήταν μέλος της ομάδας των 90αρηδων που πήρε ένα σωρό μετάλλια, αλλά μόνο το 2008, όταν αυτή η ομάδα κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο Πανευρωπαϊκό των εφήβων στη Ρόδο, ψηφίστηκε στην καλύτερη πεντάδα του τουρνουά. Δεν θυμάμαι να είχε γίνει ντραφτ ή να τράβηξε ως μικρός την προσοχή αμερικάνικων κολεγίων, όπως άλλοι συνομήλικοί του.

Στην Εθνική Ανδρών δεν έφτασε μετά βαΐων και κλάδων και τον χρόνο της συμμετοχής του πάντα τον ίδρωσε. Το 2011 τον κάλεσε στην Εθνική ο Ζούρος και τον πήρε μαζί του στη Λιθουανία γιατί είχε μεγάλες απουσίες να διαχειριστεί, αλλά του έδωσε ελάχιστο χρόνο συμμετοχής. Μια χρονιά αργότερα είδε το Προολυμπιακό τουρνουά από το σπίτι. Ηταν μέλος των αποστολών της Εθνικής στο πανευρωπαϊκό του 2013 και του 2015, ενώ ήταν και στο παγκόσμιο του 2014 και οι προπονητές του ζητούσαν απλά λίγα ποιοτικά λεπτά: να ρθεί από τον πάγκο και ν αλλάξει το ματς, όπως από όλους λεγόταν. Χωρίς να αναρωτιούνται αν το χαρισματικό παιδί περίμενε κάτι σημαντικότερο.

Η Κωνσταντινούπολη είναι η μοίρα του

Υπάρχουν παίκτες από τους οποίους όλοι περιμένουν πολλά και υπάρχουν κι αυτοί που πρέπει πολλά να κάνουν για να τους πείσουν όλους: ο Σλούκας ανήκει στους δεύτερους. Η καριέρα του είναι για την ώρα η γιγάντια προσπάθεια ενός ανθρώπου να πείσει προπονητές, δημοσιογράφους και οπαδούς ότι αξίζει μεγαλύτερης προσοχής και εκτίμησης. Πήγε νεότατος στον Ολυμπιακό, αλλά για να βρει θέση στην δωδεκάδα του έπρεπε να πείσει τον Ντούσαν Ιβκοβιτς, που σε αυτόν αρχικά δεν πίστευε δείχνοντας μεγαλύτερη προσοχή στον Κατσίβελη και στον Μάντζαρη. Βρέθηκε να παίζει δανεικός στον Αρη – και πάλι καλά γιατί η φανέλα του Αρη είναι ευλογημένη.

Η μοίρα θέλησε να έχει την Κωνσταντινούπολη, την Πόλη των μυστηρίων και των θαυμάτων, στο αίμα του. Χρειάστηκε στις  26 Ιανουαρίου του 2012 να βάλει ένα καλάθι από το κέντρο του γηπέδου ισοφαρίζοντας στη λήξη του δεκαλέτου τη Γαλατά για να πείσει τους δύσπιστους ότι δικαιούται να παίρνει και κρίσιμα σουτ. Στην Πόλη κέρδισε την πρώτη του Ευρωλίγκα με τον Ολυμπιακό συμμετέχοντας στο μοναδικό εκείνο θαύμα. Και στην Πόλη δουλεύοντας με τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς, ωρίμασε, εξελίχτηκε ως παίκτης και είναι σήμερα ένας από τους καλύτερους στην Ευρώπη στο ρόλο του.

Φιλοδοξία και θέληση

Στην ιστορία του Σλούκα περισσότερο σημαντικά από την δουλειά και το ταλέντο είναι η φιλοδοξία και η θέληση. Ο Σλούκας έκανε ένα βήμα μπροστά ως αθλητής όταν αποφάσισε να φύγει από τον Ολυμπιακό – κι ας πόνεσε η συγκεκριμένη επιλογή του τον κόσμο των Ερυθρόλευκων, που τον έβλεπε να μεγαλώνει και για αυτόν καμάρωνε. Υπάρχουν αθλητές που για να ξεπεράσουν τα όρια τους και να γίνουν κάτι σπουδαίο πρέπει να φύγουν από το θερμοκήπιο στο οποίο μεγάλωσαν και να βρουν προσωπικά κίνητρα – παίρνοντας και ρίσκα μεγάλα. Ο Σλούκας δεν ήθελε να είναι ο άνθρωπος που ξεκουράζει τον Σπανούλη, πιθανότατα φοβήθηκε ότι η επιλογή ενός τέτοιου ρόλου θα του δημιουργήσει την παράξενη ψυχολογία του «δεύτερου», που είναι πάντα ένας συμπαθητικός και αγαπητός εργάτης, που περιμένει στοϊκά να γίνει πρωταγωνιστής, χωρίς να το κατορθώνει, μολονότι όλοι ορκίζονται στο ταλέντο του. Ο «δεύτερος», όσα προσόντα και να έχει, με το πέρασμα του χρόνου, τυποποιείται ακόμα και αν κάνει κάτι αληθινά δύσκολο, που του επιτρέπει να ξεχωρίζει. Οι Αμερικάνοι, που ξέρουν και από σπορ και από σινεμά θεσμοθέτησαν το «Οσκαρ του δεύτερου ρόλου» για να επισημάνουν την ικανότητα κάποιου ηθοποιού να κερδίζει την προσοχή, χωρίς να είναι πρωταγωνιστής. Ομως στα σπορ, μόνο όποιος αληθινά θέλει να είναι πρωταγωνιστής γίνεται ηγέτης. Νομίζω ότι αν υπάρχει ένας άνθρωπος που έχει καταλάβει τον Σλούκα και τις επιλογές του είναι ο Σπανούλης – το έχει καταλάβει καλύτερα από όλους μας.

 

Θα σταυρώνεται και θα ανασταίνεται

Η ηγεσία θέλει κουράγιο, χαρακτήρα και προσωπικότητα – εντός και εκτός γηπέδου. Στο ματς με τη Λιθουανία ο Σλούκας ξεκινά με πέντε άστοχα σουτ, αλλά δεν διστάζει: απλά ζεσταίνεται για το μεγάλο θεαματικό κρεσέντο του τρίτου καθοριστικού δεκαλέπτου. Στο ματς με τη Γαλλία, όταν η Εθνική μας ροκάνισε τη διαφορά και πλησίασε, παρόλο που η δική του εκρηκτικότητα άλλαξε το ματς, αρνήθηκε να πάρει ένα σουτ και προτίμησε να πασάρει, λέγοντας ότι δεν είναι σωστό να παίρνει όλα τα κρίσιμα σουτ αυτός, ενώ όλοι γνωρίζουμε πόσο απαραίτητο είναι να το κάνει. Χρειάζεται ακόμα κάτι λίγο και θα το βρει, όταν αποφοιτώντας από το Πανεπιστήμιο του Ομπράντοβιτς γυρίσει στην Ελλάδα για να αναλάβει την ηγεσία μιας ελληνικής ομάδας: αυτό θα τον κάνει απόλυτο ηγέτη στην Εθνική. Για το μπάσκετ που μπορεί να παίξει είναι δεδομένο ότι θα πληρώσουν κάποια στιγμή πολλά η ΤΣΣΚΑ, η Μπαρτσελόνα, η Ρεαλ που τέτοιους παίκτες τους αγαπάνε. Πρέπει να αντισταθεί στις Σειρήνες και σαν Οδυσσέας να γυρίσει σπίτι του – το ελληνικό μπάσκετ τον έχει ανάγκη: αλλού θα παίζει και θα κερδίζει, μόνο εδώ, όμως, θα σταυρώνεται και θα ανασταίνεται – κι αυτό και μόνο χαρίζει θαυμασμό, πίστη κι αθανασία.

Γράφοντας την ιστορία

Στο τρελό εφετινό πανευρωπαϊκό των υπερβολών, ο Σλούκας βρήκε στο πρόσωπο του Νικ Καλάθη το μεγάλο στήριγμα για να περπατήσει στο δρόμο του Γκάλη. Η Εθνική Ελλάδος είναι πάντα μια ορχήστρα μεγάλων περιφερειακών: αυτοί γράφουν την ιστορία της. Με τον Γκάλη και τον Γιαννάκη μπήκε στο κλαμπ των δυνατών, όταν σε αυτή συνυπήρξαν ο Διαμαντίδης, ο Παπαλουκάς, ο Σπανούλης, ο γίγαντας Ζήσης έπαιξε τελικό στο Μουντομπάσκετ κερδίζοντας τους Αμερικάνους. Υπήρξαν και σπουδαίοι ψηλοί στην Εθνική και μεγάλοι σουτέρ και χαρισματικοί ρολίστες, αλλά αυτοί ήταν οι δράστες της ιστορίας και όχι οι συγγραφείς της. Ο Σλούκας είναι πλέον έτοιμος να γράψει την ιστορία της από εκεί που αυτή σταμάτησε. Δούλεψε, καθιερώθηκε, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε. Και τώρα πρέπει απλά να γυρίσει…