Μια Ελλάδα που επιμένει...

Μια Ελλάδα που επιμένει...

Από την Κυριακή η συζήτηση που γίνεται παντού (κι όχι μόνο στα ως συνήθως φλύαρα social media…) είναι πόσο κόσμο είχε τελικά το περίφημο συλλαλητήριο. Η συζήτηση φουντώνει και εξαιτίας της τεράστιας διαφοράς που υπάρχει στην εκτίμηση, που έγινε από την αστυνομία και τους διοργανωτές. Η αστυνομία και οι πολιτικοί της προϊστάμενοι μιλάνε για 140 χιλιάδες άτομα, οι διοργανωτές για πάνω από ένα εκατομμύριο τουλάχιστον. Η αλήθεια πιθανότατα είναι κάπου στη μέση, αλλά η συζήτηση είναι κατά τη γνώμη μου λάθος. Διότι το πραγματικό ζήτημα δεν είναι πόσοι ήταν, αλλά γιατί πήγαν. Η ερώτηση που θα πρεπε να απασχολεί είναι τι έκανε τον Ελληνα που δεν σηκώνεται από τον καναπέ για πολλά και σημαντικά, να τρέχει ξαφνικά στα συλλαλητήρια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας για το ζήτημα της ονομασίας του Κράτους των Σκοπίων – ζήτημα που λίγα χρόνια πριν είχε ξεχάσει. Αυτό έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τον όποιο όγκο του πλήθους, που έτσι κι αλλιώς ήταν και στις δυο συγκεντρώσεις πολύ μεγάλος.

Οι χαμένες υποθέσεις

Νομίζω πως στην ιστορία αυτή υπήρξε μια μόνο κοινή αφορμή: οι συζητήσεις για το νέο όνομα της FYROM απλά ήταν ένα φυτίλι – όπως αποδείχτηκε χιλιάδες άνθρωποι ήθελαν να θυμίσουν στην Κυβέρνηση (αλλά και στο πολιτικό σύστημα γενικότερα, λέω εγώ...) ότι δεν γίνεται για οτιδήποτε αποφασίζουν να μην ακούν, τουλάχιστον, τη γνώμη του κόσμου. Ότι υπάρχει μια γενικότερη δυσφορία για όλα το καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας τις δημοσκοπήσεις: πέρα από προθέσεις ψήφου, καταλληλόλητες πρωθυπουργών και παραστάσεις νίκης, τα γκάλοπ καταγράφουν μια γενικότερη απαισιοδοξία για το μέλλον – εντελώς αντίθετη από τα success story, που καλλιεργούν όλες σχεδόν οι κυβερνήσεις σε αυτά τα χρόνια της κρίσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ένα ζήτημα που χαρακτηρίζεται εθνικό, δημιούργησε στον απλό κόσμο ένα είδος βεβαιότητας ότι η παρέμβασή του θα πιάσει τόπο: στο δρόμο κατέβηκαν άνθρωποι που πιστεύουν πως διεκδικούν κάτι εφικτό, δηλαδή να ακουστεί η φωνή τους – αυτή που δεν ακούγεται σε ένα σωρό άλλες υποθέσεις, που στο μυαλό του μέσου απαισιόδοξου Ελληνα είναι χαμένες. Οι διεκδικήσεις π.χ για θέματα που έχουν να κάνουν με την οικονομία τελειώσανε όταν μετά το περίφημο δημοψήφισμα έγινε από τους περισσότερους κατανοητό ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος: αυτό ήταν το αληθινό αποτέλεσμα των εκλογών του Σεπτεμβρίου του 2015. Σπανιότατα ο Ελληνας κατεβαίνει στο δρόμο για χαμένες υποθέσεις.

Ψάχνει ένα είδος δικαίωσης

Ο κόσμος που κινητοποιήθηκε πιστεύει ότι το ζήτημα των Σκοπίων δεν είναι μια ακόμα χαμένη υπόθεση – τουλάχιστον για την ώρα. Ο κόσμος μοιάζει να έχει μεγάλη ανάγκη για ένα είδος εθνικής δικαίωσης: δεν θέλει να υπάρξει υποχώρηση ακόμα και σε αυτό κυρίως γιατί δεν καταλαβαίνει ποιο μπορεί να είναι το κέρδος της χώρας, αν συμβιβαστεί. Στην πραγματικότητα, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει κίνδυνος διεκδίκησης της δικής μας Μακεδονίας από τους Σκοπιανούς, ο κίνδυνος αυτός ούτε γίνεται μεγαλύτερος, ούτε γίνεται μικρότερος από το όνομα που θα αποκτήσουν: κανείς δεν μπορεί να απαγορεύσει σε ένα κακό γείτονά να έχει στο μυαλό του παράξενες ιδέες και το θέμα είναι να είσαι πάντα έτοιμος να τον αντιμετωπίσεις. Αλλά ο κόσμος δεν λειτουργεί μόνο με τη λογική: έχει πάντα ανάγκη και το συναίσθημα – ειδικά το πατριωτικό συναίσθημα που όλους μας ενώνει. Αυτή η ανάγκη του να δείξει ότι είναι πατριώτης τον κατέβασε στο δρόμο: για τον μέσο Ελληνα, ακόμα κι αυτόν που στα συλλαλητήρια δεν πάει, ο πατριωτισμός δεν έχει ούτε ιδεολογικό, ούτε κομματικό πρόσημο. Και ευτυχώς.

Οι εποχές αλλάζουν γρήγορα

Δεν είναι λίγοι αυτοί που αναρωτιούνται γιατί το 2008 π.χ όταν υπήρχαν οι συνομιλίες στο Βουκουρέστι δεν είχαμε κινητοποιήσεις. Σωστά επίσης κάποιοι άλλοι τονίζουν πως δεν υπήρξαν κινητοποιήσεις ούτε καν όταν χώρες μεγάλες, όπως οι ΗΠΑ, αναγνώρισαν τα Σκόπια με το όνομα Μακεδονία. Νομίζω πως η απάντηση σε αυτές τις απορίες είναι απλή: οι εποχές αλλάζουν πλέον πολύ γρήγορα και ζούμε διαρκώς ένα μεταίχμιο αλλαγών που προκαλούν απρόβλεπτες αντιδράσεις. Το τι έχει συμβεί πριν μερικά χρόνια δεν αποτελεί κριτήριο για αυτό που θα συμβεί αύριο: ακόμα και στις στιγμές της χειρότερης αποχαύνωσής της η ελληνική κοινωνία δεν είναι εντελώς απονευρωμένη και νομίζω ότι αυτό όλοι το κατάλαβαν. Μπορεί ο Ελληνας να βλέπει για ώρες το Survivor και να ψηφίζει τον Ντάνο ως Ελληνα της χρονιάς, αλλά έχει ακόμα αντανακλαστικά και σφυγμό, αρκεί να νοιώθει πως κάτι μπορεί να κερδίσει. Ο Ελληνας δεν αγαπάει τις ήττες, όπως άλλοι λαοί που τις γιορτάζουν κιόλας, και δεν κινητοποιείται πλέον για να βοηθήσει πολιτικά κόμματα να κάνουν τζέρτζελο: οι κομματικοί στρατοί ολοένα και μικραίνουν. Αλλά έχει μια τεράστια ανάγκη, μετά από χρόνια καταπίεσης κι όχι μόνο οικονομικής, να νοιώσει πρωταγωνιστής. Αυτό πιστεύω ένοιωσε όποιος πήγε στα συλλαλητήρια – και είναι κι αυτός ένας λόγος που πήγε. Θέλησε να δείξει πως υπάρχει και μια Ελλάδα που επιμένει.

 Στο τέλος θα τον κοροϊδέψουν

Οι μαζικές κινητοποιήσεις αυτές έβγαλαν στο φως και μια άλλη διάσταση: ο κόσμος που υπακούει στα κόμματα και στις υποδείξεις τους – αν υπάρχει - είναι λίγος, όχι μόνο σε σχέση με την δεκαετία του 90, αλλά και σε σχέση με το 2008 π.χ. Η Κυβέρνηση στην ιστορία αυτή έχει κάνει εξ αρχής ένα λάθος: πιστεύει ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια εντός Βουλής γενική πολιτική συμφωνία με βάση την οποία θα μπορούσε να λυθεί το ζήτημα – μια συμφωνία ανάλογη με αυτή που έγινε το καλοκαίρι του 2015, όταν τα υπολείμματα της τότε Κυβέρνησης Τσίπρα και η αντιπολίτευση ψήφισαν μαζί το μνημόνιο. Όμως οι κομματικές συμμαχίες και οι όποιες συμφωνίες των πολιτικών δεν έχουν ως αποτέλεσμα απαραίτητα την λαϊκή αποδοχή: ο κόσμος είναι τρομερά δύσπιστος πλέον με τους πολιτικούς και αν γελάει με τις κωλοτούμπες του πρωθυπουργού του δεν σημαίνει πως χαίρεται και με αυτές. Ενα μεγάλο μέρος του κόσμου που διαδήλωσε το έκανε και με την βεβαιότητα ότι και σε αυτή την ιστορία, όσοι διαπραγματεύονται στο τέλος θα τον κοροϊδέψουν.

Τέλος πολλοί κατέβηκαν και γιατί δεν αντέχουν όσους τους έλεγαν να μην το κάνουν. Υπάρχει στην Ελλάδα πλέον ένα λόμπι διανοούμενων της πολιτικής (δημοσιογράφων, καθηγητών πανεπιστημίου, συγγραφέων κτλ) που στο όνομα της απέχθειας στο λαϊκισμό θεωρεί κάθε κινητοποίηση γελοία και άκαιρη. Στο τέλος, προκαλεί όχι τον προβληματισμό του κόσμου, αλλά την αντίδρασή του. Ο κόσμος έχει βαρεθεί όχι μόνο τους πολιτικάντηδες που τον κοροϊδεύουν για να πάρουν την εξουσία, αλλά και τους καλούς πατερούληδες που συνεχώς τον νουθετούν.

Υπήρχαν κι άλλοι πολλοί

Φυσικά στο Σύνταγμα υπήρξαν και ακροδεξιοί, και πατριδοκάπηλοι, και λογιών λογιών τρελοί: οι ακραίοι δεν λείπουν. Αλλά υπήρχαν και χιλιάδες απλοί άνθρωποι που όπως και στη Θεσσαλονίκη δεν έκαναν επεισόδια, αλλά απλά έκαναν κατανοητή την γνώμη τους. Οποιος πιστεύει ότι ήταν λίγοι δεν έχει παρά να στήσει κάλπες και να κάνει ένα δημοψήφισμα – τι φοβάται; Αλλωστε όπως έλεγε κάποτε κι ο πρωθυπουργός «ο μόνος φόβος είναι ο φόβος».