Η επιστροφή του Μουρίνιο

Η επιστροφή του Μουρίνιο

Η πρώτη σεζόν του Ζοζέ Μουρίνιο σε κάθε ομάδα που μέχρι τώρα έχει δουλέψει ήταν η πιο δύσκολη – ανεξάρτητα με το αν έχει ή δεν έχει κερδίσει στο φινάλε της. Πιο πολύ και από την ομάδα το πρόβλημα το είχε ο ίδιος: ο Μουρίνιο είναι η περίπτωση του προπονητή, που, για να βάλει τη σφραγίδα του, πρέπει να φέρει τα πάντα στα μέτρα του κι αυτό γίνεται μόνο με τη βοήθεια του χρόνου. Η έναρξη της συνεργασίας του με μια ομάδα προκαλεί πάντα το είδος της εγρήγορσης, που κάθε μεγάλος σύλλογος έχει ανάγκη, αλλά αυτό δεν αρκεί: ο Μουρίνιο για να φτιάξει την ομάδα, που θέλει, χρειάζεται να κερδίσει την εμπιστοσύνη των παικτών του κι αυτή δεν έρχεται πάντα εξαιτίας του φόβου που προκαλεί παντού η παρουσία του. Τη σχέση εμπιστοσύνης τη δημιουργούν οι νίκες, που είναι πάντα αποδείξεις του αλάθητου, που ο Μουρίνιο πρεσβεύει. Μια τέτοια νίκη ήταν η χθεσινή που πέτυχε η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ κόντρα στην πρωτοπόρο Τσέλσι: νίκη με μια ενδεκάδα από την οποία κάποιοι βασικοί έλειπαν, με πρωταγωνιστές ρολίστες που δουλεύοντας με τον Μου αρχίζουν να παίρνουν τα πάνω τους, με πολλή τακτική. Με απλά λόγια μια νίκη προπονητή.

Ένα διαφορετικό περιβάλλον

Κάποτε η μεγάλη διαφορά των αγγλικών ομάδων από τις νοτιοευρωπαϊκές ήταν η αντιμετώπιση των προπονητών. Οι προπονητές της Νότιας Ευρώπης έλεγαν ότι οι Αγγλοι σέβονταν τους προπονητές και τους άφηναν να δουλεύουν όπως ήθελαν, συγχωρώντας τους  αποτυχίες: αντίθετα οι ίδιοι έπαιζαν το κεφάλι τους κάθε Κυριακή. Οι παράγοντες της Νότιας Ευρώπης, από την άλλη, έλεγαν ότι οι Αγγλοι απλώς αντιλαμβάνονται το ρόλο του προπονητή διαφορετικά: δεν τους απολύουν τους προπονητές, γιατί δεν τους θεωρούν ως το μυστικό της επιτυχίας κι απλώς τους δίνουν χρήματα να διαχειρίζονται. Η αλήθεια ήταν κάπου στη μέση: στο νησί υπήρχε πάντα μεγαλύτερη υπομονή. Και ναι είναι αλήθεια πως όταν οι Αγγλοι χαρακτήριζαν ένα προπονητή επιτυχημένο αναφέρονταν κυρίως στις μανατζερίστικες ικανότητες και όχι στην στρατηγική του. Αλλωστε όλοι 4-4-2 παίζανε! 

Σήμερα το πράγμα είναι πολύ διαφορετικό. Οι Αγγλοι, εκ των πραγμάτων, έχουν έρθει πιο κοντά στη λογική των Νοτιοευρωπαίων – δηλαδή και μαγικές ιδιότητες αποδίδουν στους προπονητές, αλλά και πολύ ευκολότερα τους απολύουν. Γιατί; Πρώτα πρώτα γιατί στο νησί οι Αγγλοι ιδιοκτήτες ομάδων είναι κάτι ολοένα και πιο σπάνιο καιι και για αυτό άλλαξαν και οι αντιλήψεις: το αγγλικό πρωτάθλημα είναι γεμάτο από Ρώσους, Ινδούς, Αμερικάνους και Αραβες επενδυτές. Δεύτερον γιατί τα τελευταία χρόνια διάφοροι ξένοι προπονητές πέτυχαν θριάμβους σε χρόνο ρεκόρ – πράγμα που, παραδόξως, δημιούργησε αμφιβολίες για το αν οι προπονητές δικαιούνται πίστωσης χρόνου: θυμίζω ότι ο Αντσελότι, ο Πελεγκρίνι, ο ίδιος ο Μουρίνιο τα κατάφεραν αμέσως. Τρίτον γιατί και γύρω από το αγγλικό ποδόσφαιρο μεγάλωσε ο επικοινωνιακός θόρυβος. Παλιά οι κρίσεις για τους προπονητές ήταν ελάχιστες: σήμερα τα βρετανικά κανάλια έχουν γεμίσει παλαίμαχους που για να τραβάνε την προσοχή πρέπει να λένε εξυπνάδες. Το ποιος μιλάει, έχει ολοένα και λιγότερη σημασία. Ετσι π.χ ο Νέβιλ, που ως ποδοσφαιριστής ποτέ δεν έπεισε ότι η εξυπνάδα είναι το φόρτε του, διακρίθηκε ως σχολιαστής για τις επιθέσεις του στον Φαν Γκααλ! Το 1990 κανείς δεν θα τον έπαιρνε σοβαρά – σήμερα τον κάνανε και φίρμα.  Σε ένα τέτοιο σκληρό περιβάλλον ο Μουρίνιο, που είναι έτσι κι αλλιώς στο κέντρο της προσοχής όλων, ανέλαβε την πιο δύσκολη αποστολή της καριέρας του, δηλαδή να ξαναφέρει στην κορυφή την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.     

Μεγάλωσαν οι απαιτήσεις  

Το μεγάλο πρόβλημα του Πορτογάλου φέτος ήταν κυρίως αυτό: η απαίτηση σχεδόν όλων να τον δουν να πηγαίνει την ομάδα, που ανέλαβε, ένα βήμα μπροστά αμέσως. Σε όλη τη γη τους προπονητές τους «τρώνε» οι απαιτήσεις και ο θόρυβος: στην Αγγλία μεγάλωσαν και τα δυο υπερβολικά. Τη δεκαετία του 1990 στην Τσέλσι πιθανότατα θα δούλευε ακόμα ο Ντι Ματέο, που κατέκτησε ένα ανέλπιστο Τσάμπιονς λιγκ και στη Σίτυ ο Μαντσίνι, που κέρδισε το πρώτο ιστορικό της πρωτάθλημα: σήμερα αυτά δεν υπάρχουν. Όχι τυχαία η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, που είχε μια ζωή τον Σερ Αλεξ, μόλις αυτός έφυγε άλλαξε τρεις προπονητές σε μια σεζόν!  Το επιπλέον πρόβλημα του Μου ήταν ο πακτωλός των εκατομμυρίων που είχε να ξοδέψει πέρυσι το καλοκαίρι: όσο πιο πολλά ξοδεύεις, τόσο μεγαλύτερες είναι οι απαιτήσεις. Το βάρος αυτών των απαιτήσεων σε συνδυασμό με το γεγονός ότι βρέθηκε στο Μάντσεστερ μετά από μια κακή σεζόν στην Τσέλσι, θα μπορούσαν να λυγίσουν τον καθένα. Ο Μουρίνιο κατάλαβε ότι θα κριθεί κυρίως από τις εμφανίσεις της ομάδας στο αγγλικό πρωτάθλημα και πήρε μαζί του έναν που πρωταθλήματα ξέρει να κερδίζει, δηλαδή τον Ζλάταν Ιμπραϊμοβιτς. Ωστόσο έχω την υποψία ότι ειδικά η επιλογή του Ζλάταν έγινε για να μπορεί κι ο ίδιος να αναπνεύσει από την σκληρή κριτική και να κερδίσει αυτό που κυρίως είχε ανάγκη, δηλαδή χρόνο. Εδωσε στους πάντες ένα ήρωα να ασχολούνται, προσπαθώντας να βάλει σειρά. Μοιάζει να τα κατάφερε και απόδειξη είναι η νίκη κόντρα στην δική του Τσέλσι, μια νίκη εύκολη και απλή αλλά βασισμένη στο πλάνο του, η οποία ήρθε χωρίς τον Ζλάταν.   

 

 Στο μεταξύ χτίζει κερδίζοντας    

Ο Μουρίνιο τα τελευταία χρόνια εγκλωβίστηκε στη λογική της «νίκης από την άμυνα», όμως αυτός είναι και ο μπούσουλας της δουλειάς του. Περνώντας από την Ισπανία, έμαθε και την αξία του επιθετικού παιγνιδιού, τη σημασία του να έχεις μια ομάδα που να ξέρει ν ανοίγει και κλειστές άμυνες: όμως, μολονότι έχει βάλει κάμποσο νερό στο κρασί του είναι πάντα ο Μουρίνιο. Η διαφορά είναι ότι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ βρέθηκε να δίνει κι ο ίδιος εξετάσεις επάρκειας: έμοιαζε να ξεκινά από την αρχή. Η τεράστια σιγουριά του Μου χτίστηκε αρχικά χάρη στις νίκες με την Πόρτο στην Πορτογαλία – επιτυχίες, που είχαν τη σφραγίδα του προέδρου Ντα Κόστα. Στη συνέχεια ο Μουρίνιο είχε την τύχη να διαχειριστεί τρία τεράστια πορτοφόλια: του Ρομάν Αμπράμοβιτς, που για χάρη του ξόδεψε στην Τσέλσι περιουσίες, του Μάσιμο Μοράτι που δεν του χάλασε κανένα χατίρι στην Ιντερ, και της Ρεάλ, που τον φώναξε κάποτε για να φρενάρει την Μπάρτσα. Παραδόξως αυτό το γεγονός τον έκανε ακόμα πιο πολύ φοβιτσιάρη, ακόμα πιο λάτρη της άμυνας, ακόμα μεγαλύτερο καταστροφέα του παιγνιδιού. Το στρες, που συχνά νοιώθεις, όταν δουλεύεις για απαιτητικά αφεντικά, τον κατέβαλε: έφτασε να παίζει τα κρίσιμα ματς με σκοπό να μην χάνει, βασιζόμενος σε τρόπους εντυπωσιακά προβλέψιμους. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ήταν (είναι…) η ευκαιρία του να χτίσει μια ομάδα από την αρχή: να τον μάθουν και να τους μάθει. Φέτος δεν διεκδίκησε ποτέ το πρωτάθλημα Αγγλίας, όμως ολόκληρη η σεζόν του είναι ένα μάθημα για το πώς μπορείς να κερδίσεις χρόνο: οι μικροκαυγάδες του με όλους, οι επιθετικές του ατάκες, η στοχευμένη γκρίνια του, το μεγάλο rotation, ώστε να μην έχουν οι παίκτες του άλλοθι, οι νίκες σε λίγα, αλλά μεγάλα ντέρμπι, η διαχείριση κάθε ήττας είναι μικρά μεγάλα μαθήματα, που φέτος δίνει - μαθήματα πολύ σημαντικότερα από τα ίδια τα τακτικά του ματς. Το καλοκαίρι θα ξέρει καλά τι χρειάζεται, στο μεταξύ χτίζει κερδίζοντας. Κέρδισε ήδη το Λιγκ Καπ, που δεν είναι τίποτα σημαντικό, αλλά του δωσε οξυγόνο. Κυνηγάει το Γιουρόπα λιγκ, που κάποτε τον καθιέρωσε μεταξύ των μεγάλων. Κέρδισε και την Τσέλσι, δείχνοντας το σήμα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο τέλος, κι έβαλε φωτιά στο πρωτάθλημα. Δουλεύοντας για άλλους, αλλά θυμίζοντας πως αυτός παραμένει ένας μεγάλος πρωταγωνιστής.