Η Ευρωλίγκα του όποιος αντέξει

Η Ευρωλίγκα του όποιος αντέξει

Είναι η τρίτη χρονιά που η Ευρωλίγκα γίνεται με τη συγκεκριμένη φόρμουλα. Την πρώτη χρονιά δεν ήταν εύκολο να κατανοήσει κανείς τις καινούργιες δυσκολίες. Τη δεύτερη, όποιος είχε βγάλει τα σωστά συμπεράσματα κατάφερε να διακριθεί, όσα προβλήματα κι αν βρήκε μπροστά του. Φέτος την ξέρουν όλοι καλά. Και για αυτό η εφετινή θα είναι και η πιο δύσκολη από όλες.

Ένα εύκολο συμπέρασμα που έχει βγει μετά τις δυο προηγούμενες διοργανώσεις της Ευρωλίγκας είναι πως πρώτα από όλα μετρά το σε τι κατάστασή θα βρίσκεται μια ομάδα όταν η κανονική περίοδος ολοκληρωθεί. Δυο χρονιές στην σειρά την κέρδισαν ομάδες που στην κανονική περίοδο τερμάτισαν στην πέμπτη θέση: ο Ομπράντοβιτς και ο Λάσο έδειξαν ότι ακόμα και σε ένα τέτοιου είδους σκληρό μαραθώνιο μετρά μόνο το τελικό σπριντ.  

Μετά από τρία χρόνια που η Ευρωλίγκα γίνεται με αυτό το σύστημα είναι κατανοητό ότι το μεγάλο μέγεθος του ρόστερ, η κατάσταση που θα βρεθούν οι παίκτες στις δυο κρίσιμες τελικές φάσεις (δηλαδή στα play off και στο Final 4) και η ικανότητα του προπονητή να φορμάρει την ομάδα όταν πρέπει, μετράνε πιο πολύ από την ποιότητα μιας ομάδας ή ακόμα και από το παιγνίδι της. Αν η ποιότητα έδινε τίτλους θα κέρδιζε συνέχεια η ΤΣΣΚΑ, αν μετρούσε μόνο το παιγνίδι η Ζαλγκίρις θα ήταν πέρυσι πρωταθλήτρια. Τίποτα από αυτά δεν συνέβη.

Δεν υπάρχει φαβορί

Εχει κάποια ιδιαιτερότητα η εφετινή Ευρωλίγκα; Μια αλλά μεγάλη: δεν υπάρχει φαβορί. Δυο χρόνια πριν, με το Final 4 στην Κωνσταντινούπολη, ήταν δεδομένο πως αν ο Ομπράντοβιτς έφτανε ως εκεί θα σήκωνε την κούπα. Πέρυσι γνωρίζαμε όλοι καλά πως όλα θα εξαρτιόταν από την ωριμότητα του Λούκα Ντόνσιτς, που πιεζόταν από τη Ρεάλ να γίνει ηγέτης σε χρόνο ρεκόρ. Και τις δυο χρονιές, τον τίτλο του φαβορί κουβαλούσε (μαζί με αυτούς που τελικά κέρδισαν τη διοργάνωση) και η πάμπλουτη ΤΣΣΚΑ – φέτος το πράγμα είναι αλλιώς. Η ΤΣΣΚΑ έχει πάντα το αβαντάζ του προγνωστικού, αλλά οι αποτυχίες της στις δυο τελευταίες διοργανώσεις υπήρξαν τόσο μεγάλες, ώστε κανείς δεν νομίζω ότι τολμά να παίξει τα λεφτά του στους Ρώσους με βεβαιότητα: άλλωστε δεν ενισχύθηκαν κιόλας – στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να πεις ότι θα είναι όσο δυνατοί ήταν πέρυσι.

 

Ακόμα πιο δύσκολο είναι να εκτιμηθεί η κατάσταση των υπόλοιπων. Η πρωταθλήτρια Ρεάλ Μαδρίτης έχασε τον Ντόνσιτς και δεν τον αντικατέστησε με κανένα: ουσιαστικά αυτός που θα κληθεί να την σηκώσει στις πλάτες του είναι ο Γιουλ που επέστρεψε, αλλά δεν μπορείς ποτέ να είσαι βέβαιος ότι θα βγάλει τη σεζόν χωρίς μυϊκούς τραυματισμούς και προβλήματα μετά από ένα ολόκληρο χρόνο απουσίας. Η Φενέρ από την άλλη έχασε τον Γουαναμέικερ και τον Νάναλι, έχει ένα καινούργιο ΝΒΑer, τον 23χρονο Τάιλερ Ελις, που όμως είναι ρούκι στη διοργάνωση κι έχει και τον Λόβρεν που της δίνει δύναμη κοντά στο καλάθι – όμως οι περιπέτειες της τουρκικής οικονομίας μπορεί εύκολα να κάνουν τους Αμερικάνους να χάσουν το μυαλό τους. Το ίδιο ισχύει και την Εφές, που δυνάμωσε ξανά, αλλά και για την Νταρουσάφακα: για πρώτη φορά μετά από χρόνια οι Τούρκοι είναι πλούσιοι, αλλά όχι αξιόπιστοι.

Η διοργάνωση φέτος είναι γεμάτη από ομάδες με δυνατότητες, που κουβαλάνε όμως και πολλά ερωτηματικά. Η Χίμκι έχει εμπειρία πλέον κι έχει και τον Σβεντ, αλλά αρκούν αυτά; Η Μπαρτσελόνα έχτισε από την αρχή την ομάδα της: παίκτες έχει, αλλά κανείς δεν ξέρει πόσο χρόνο θα χρειαστεί για να δέσει. Η τρελο Μακάμπι κάνει πάλι ένα νέο ξεκίνημα, ενώ η Μπασκόνια, που φιλοξενεί και το Final 4 είναι πάντα ένα γοητευτικό στοίχημα – κανείς δεν μπορεί να την αξιολογήσει, αν δεν δει τους μυστήριους νεοφερμένους της. Φιλοδοξίες έχει φέτος και η Αρμάνι Μιλάνο που βρήκε στο πρόσωπο του Μάικ Τζέιμς τον ηγέτη που έψαχνε, ενώ σίγουρα δεν είναι για μεγάλα πράγματα οι τρεις καινούργιες ομάδες: η Μπάγερν δεν έχει την πείρα της Μπάμπεργκ και είναι απλά πιο πλούσια, η Μπούντουτσνοστ δεν έχει τη φανέλα και την έδρα του Ερυθρού Αστέρα και η Γκραν Κανάρια απλά θα επιβάλει σε όλους να κλείσουν πτήσεις τσάρτερ για να φτάσουν εκεί. Μέσα σε αυτό το τρομερό τσίρκο υπάρχουν φυσικά και ο Ολυμπιακός και ο ΠΑΟ με τις δικές τους βεβαιότητες και τα πολλά τους ερωτηματικά.

Το ζήτημα είναι οι αντοχές

Ο ΠΑΟ μοιάζει φέτος να ξεκινά πιο μπροστά από τον Ολυμπιακό. Ο Τσάβι Πασκουάλ ξεκινά για τρίτη χρονιά στον πάγκο του κι έχει προίκα δυο πρωταθλήματα, που τον κάνουν να αισθάνεται απόλυτο αφεντικό. Στα χέρια του ο Καλάθης έγινε top player κι αυτός θα ναι και φέτος το απόλυτο βαρόμετρο. Ο ΠΑΟ ενισχύθηκε στους ψηλούς με Λάσμε και Παπαγιάννη, ελπίζει ο Λάνγκφορντ να μην ξέχασε την τέχνη του σκόρερ, μεγάλωσε τον ελληνικό του κορμό με την προσθήκη του Παπαγιάννη και του Παπαπέτρου κι έχει κρατήσει πολλούς από την περσινή ομάδα, ώστε να μην χάσει πολύ από την όποια ομοιογένεια του. Χωρίς Σίγκλετον, Γκάμπριελ, Ντένμον, Τζέιμς και Ρίβερς η ομάδα του είναι λιγότερο αμερικάνικη από πέρυσι, αλλά θα χει πάλι δυνατή έδρα, αθλητικότητα και φέτος πιο πολλές λύσεις κοντά στο καλάθι. Ο Πασκουάλ έχει λιγότερους σολίστες, αλλά πιο πολλούς καλούς μαθητές κι αυτό πάντα το ήθελε. Το πρόβλημα του είναι όμως ότι έχει και κάμποσα μεγάλα παιδιά (Λάσμε, Γκιστ, Λάνγκφορντ κτλ) από τις αντοχές των οποίων θα κριθούν όλα.

   

Μεγάλοι είναι και οι ηγέτες του Ολυμπιακού: ο Σπανούλης και ο Πρίντεζης είναι δύσκολο να βγάλουν όλη τη σεζόν στα κόκκινα – πέρυσι ο Ολυμπιακός στην κρίσιμη στιγμή πλήρωσε και τη δική τους κόπωση. Το στοίχημα του Μπλατ, που τώρα ξεκινά τον κύκλο του, είναι να παρουσιάσει μια ομάδα που να μην τα περιμένει όλα από αυτούς τους δυο, αλλά να στηριχθεί περισσότερο στους ξένους που ήρθαν (Λι Ντέι, Γουίλιαμ Γκος, Τουπάν και Τίμα) καθώς και σε κάποιους παλιότερους που πρέπει φέτος να πάρουν ακόμα πιο πολλές επιθετικές πρωτοβουλίες – ο Στρέλνιεκς, ο Παπανικολάου, ο Μιλουτίνοφ πρέπει φέτος επιθετικά να κάνουν περισσότερα. Ο Ολυμπιακός, που θέλει να αλλάξει και τρόπο παιγνιδιού, θα δυσκολευτεί πολύ στην αρχή, θα πρέπει να υποστηριχτεί πολύ από το μπασκετικό κοινό του, θα πρέπει να χει χρόνο να βρει τη νέα του ταυτότητα και κυρίως να μην ξεχάσει πως όλα κρίνονται στο τέλος και πως έχει μπροστά του μήνες ολόκληρους για να βελτιωθεί, ν αλλάξει και να μάθει πολλά που πέρυσι αγνοούσε.

Ο ΠΑΟ χρειάζεται να μην μείνει πίσω στην αρχή, όπως πέρυσι και πρόπερσι, όταν τερμάτισε τελικά τέταρτος ξοδεύοντας ενέργεια – γεγονός που στα play off του στοίχισε. Ο Ολυμπιακός χρειάζεται να δουλέψει, να μην απογοητευτεί στις πρώτες ήττες, αλλά κυρίως να φτάσει στα play off με αθλητική φρεσκάδα έχοντας  πλέον μάθει και το παιγνίδι του Μπλατ. Μου μοιάζει να χρειάζεται και κάποιο ψηλό ακόμα – αλλά ο Μπλατ πρώτα θα δει και τον Αγραβάνη και μετά θα ψάξει για ενισχύσεις, αν κρίνει πως τέτοιες χρειάζονται.

Πέρυσι τέτοιο καιρό είχα κάνει δυσοίωνες προβλέψεις και για τους δυο. Φέτος λέω ότι με μια πρώτη ματιά οι αντίπαλοι μοιάζουν πιο βατοί. Αλλά όλα θα εξαρτηθούν από την ψυχραιμία, το καθαρό μυαλό και τις αντοχές των δικών μας. Πέρυσι έπαθαν πολλά. Να δούμε τι έμαθαν….