Η καρικατούρα του Καζαντζάκη

Η καρικατούρα του Καζαντζάκη

Η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία τον τελευταίο καιρό στα σινεμά είναι ο «Καζαντζάκης» - όχι η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, αλλά η εισπρακτική της επιτυχία. Δεν είναι η πρώτη φορά που μια ταινία γνωρίζει ένα οικουμενικό θάψιμο από τους κριτικούς και την ίδια στιγμή γίνεται μεγάλη εισπρακτική επιτυχία. Υπάρχουν πολλοί, που την είδαν, απλά για να διαπιστώσουν αν ήταν όσο κακή είχαν φανταστεί – αλλά δεν είναι τόσοι πολλοί, ώστε να εξηγούν τα πολλά εισιτήρια που έκοψε και κόβει. Επίσης δεν πιστεύω ότι η εισπρακτική επιτυχία της είναι κάτι που οφείλεται στη διαφήμιση που της έκαναν όσοι την είδαν – δεν ξέρω κανένα που να την είδε και να συμβουλεύει κόσμο να τη δει. Ισα ίσα – συμβαίνει συνήθως το αντίθετο.

Μια ανεξήγητη επιτυχία

Αν η συγκεκριμένη περίπτωση έχει ενδιαφέρον είναι ότι ο Σμαραγδής είδε την ταινία του να κόβει εισιτήρια, χωρίς να έχει  φτιάξει μια ταινία με τρόπους και υλικά που χρησιμοποιούν, όσοι στοχεύουν συνήθως στο μεγάλο κοινό. Ο «Καζαντζάκης» του δεν είναι κάποια σούπερ ακριβή παραγωγή – ακόμα και για τα φτωχά ελληνικά μας δεδομένα. Δεν έχει πολλούς σούπερ σταρ της τηλεόρασης ως πρωταγωνιστές. Δεν έχει καθόλου χιούμορ. Δεν απευθύνεται σε ολόκληρη την οικογένεια: αμφιβάλω αν μπορούν να δουν την ταινία μαζί ο 50χρονος πατέρας και ο 15χρονος γιός του. Επίσης δεν έχει ως στόχο να συγκινήσει κάποιο συγκεκριμένο πολιτικοποιημένο κοινό και δεν προσπαθεί με κάποιο τρόπο να ξυπνήσει την ανάμνηση των αναμνήσεων, όπως έκανε ο Παντελής Βούλγαρης πχ στο «Τελευταίο σημείωμα», που επίσης πήγε καλά στις αίθουσες. Ο Σμαραγδής, τέλος, επιστρατεύει κάποιους τρόπους αφήγησης διαφορετικούς από αυτούς που χρησιμοποίησε σε προηγούμενα έργα του – θα λεγα, μάλλον χειρότερους. Θέλω να πω ότι ούτε καν επαναλαμβάνει κατά γράμμα κάποιου τύπου δοκιμασμένη συνταγή – ο «Καζαντζάκης», ως ταινία, είναι διαφορετική από τον «Ελ Γκρέκο» π.χ και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον «Καβάφη». Δεν είναι καν σπουδαίες οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών κι ας είναι σχεδόν όλοι τους καλοί ηθοποιοί. Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα που να σε προϊδεάζει για την επιτυχία της ταινίας ή να δικαιολογεί τον εισπρακτικό θρίαμβό της. Η μάλλον υπάρχει κάτι σημαντικό: ο ίδιος ο Καζαντζάκης.

Το κοινό που αγαπάει τους Ελληνες

Ο Σμαραγδής έχει καταλάβει κάτι που οι πιο πολλοί Ελληνες παραγωγοί και σκηνοθέτες αγνοούν: ότι υπάρχουν κάποια πρόσωπα, που γοητεύουν πάρα πολύ ένα μεγάλο κοινό - αυτό που χαίρεται να του μιλάνε για μεγάλους Ελληνες. Το κοινό αυτό δεν αποτελείται από τρελαμένους εθνικιστές, ούτε από ανθρώπους που κλαίνε στην ανάκρουση του εθνικού μας ύμνου – αποτελείται από απλούς ανθρώπους, που νοιώθουν ένα είδος υπερηφάνειας για τη χώρα, την ιστορία της και τους σημαντικούς της ανθρώπους. Είναι ένα κοινό, που τις ανθρώπινες ιστορίες των σημαντικών Ελλήνων, δεν τις γνωρίζει καλά. Γνωρίζει και παραδέχεται την σημαντικότητα τους, έχει πιθανότατα κάτι ακούσει για τη ζωή τους, γνωρίζει πολύ γενικά κάποια πράγματα για τις ιδέες τους – κυρίως είχε μια επαφή μαζί τους στο σχολείο, αλλά δεν γνωρίζει λεπτομέρειες. Η περίπτωση του Καζαντζάκη είναι αρκετά χαρακτηριστική: ο Κρητικός συγγραφέας είναι ένας μεγάλος γνωστός άγνωστος. Πάρα πολλοί Ελληνες έχουν διαβάσει τουλάχιστον ένα από τα πολλά βιβλία του, ακόμα περισσότεροι έχουν δει τον «Ζορμπά» του Κακογιάννη, οι κάπως μεγαλύτεροι θυμούνται το σήριαλ «ο Χριστός ξανασταυρώνεται» ή έχουν δει τον «Τελευταίο Πειρασμό» του Σκορτσέζε. Οι, ας πούμε, πιο ψαγμένοι θυμούνται πως έχει μεταφράσει την Οδύσσεια στα νέα ελληνικά – πράγμα στην εποχή του πρωτοποριακό. Ολοι έχουν στα υπόψην τους το κυνηγητό του συγγραφέα από την εκκλησία, πολλοί έχουν ακούσει ότι κακώς δεν του δόθηκε το Νόμπελ, αρκετοί συγκινούνται με την επιγραφή που υπάρχει στον τάφο του («Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λεύτερος»). Όλα αυτά, όμως, είναι ένα μέρος της ιστορίας (ή ορθότερα της μυθολογίας) του Καζαντζάκη – είναι πράγματα που απλά ξυπνούν στο μεγάλο κοινό περιέργεια και ενδιαφέρον για το πρόσωπό του. Πάνω σε αυτό το ενδιαφέρον, που ένα κοινό κουβαλάει χρόνια τώρα, έρχεται η ταινία του Σμαραγδή, η κουραστική, βαρετή, ισοπεδωτικά σκηνοθετημένη και γεμάτη σεναριακές αφέλειες ταινία, να χτίσει την επιτυχία της.

Δεν τόλμησε κάτι

Δεν ξέρω αν έχει κυκλοφορήσει κάποια βιογραφία του Καζαντζάκη. Ομολογώ ότι η σχέση μου με τα βιβλία του ήταν πάντα περίπλοκη: μου άρεσαν οι ταξιδιωτικές του εντυπώσεις (λατρεύω π.χ την «Αγγλία» και τις αναφορές του στο Ηττον), μου άρεσε κι ο «Καπετάν Μιχάλης» πιο πολύ από τον «Ζορμπά». Η ταινία του Σμαραγδή δεν απευθύνεται σε μένα, αλλά σε όποιον θέλει να μάθει πολλά για τον άνθρωπο Καζαντζάκη. Κι αυτή είναι ίσως και η πιο μεγάλη αποτυχία της ταινίας: όποιος την δει δεν μαθαίνει τίποτα το ουσιώδες για τον μεγάλο συγγραφέα, τίποτα σχεδόν που να μην είχε ακούσει και να μην γνώριζε. Ο «Καζαντζάκης» του Σμαραγδή δεν είναι καν μια αγιογραφία του Καζαντζάκη - μοιάζει με μια καρικατούρα του Καζαντζάκη, και είναι κρίμα γιατί η επιλογή του προσώπου, για να στηριχθεί σε αυτό μια ταινία, ήταν εξαιρετική. Αν απλώς επισήμανε τις πολιτικές του διαφοροποιήσεις, το θόρυβο που προκαλούσε με τις τοποθετήσεις του, τις επικρίσεις που δέχτηκε (κι όχι μόνο από την εκκλησία, αλλά και από την πρώτη του γυναίκα π.χ), ο Σμαραγδής θα παρουσίαζε μια ταινία που θα είχε ένα ενδιαφέρον σενάριο και θα δημιουργούσε συζητήσεις τεράστιες για τον συγγραφέα και το έργο του. Αλλά δεν τόλμησε κάτι τέτοιο.  

Στερεί την λάμψη των σπουδαίων

Ομολογώ ότι θαυμάζω τον Σμαραγδή για την ικανότητα του να ασχολείται με σπουδαία ιστορικά πρόσωπα, σίγουρος πλέον ότι η ενασχόλησή του με αυτά θα κάνει ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου να τρέξει στις αίθουσες. Από την άλλη φοβάμαι πως οι καρικατούρες σημαντικών Ελλήνων, που μας παρουσιάζει, μεγαλώνουν τις στρεβλώσεις: ο Σμαραγδής, ενώ θέλει να αναδείξει την γοητεία των ιστορικών προσώπων με τα οποία καταπιάνεται, πετυχαίνει το ακριβώς το αντίθετο: στερεί από τον Γκρέκο, τον Βαρβάκη, τον Καζαντζάκη αρκετή από τη λάμψη τους.

Δεν ξέρω ποιος είναι ο επόμενος με τον οποίο ο Σμαραγδής θα ασχοληθεί – νομίζω θα είναι ο Καποδίστριας ή ο Υψηλάντης. Ελπίζω κάποια στιγμή να φτάσει να ασχοληθεί και με κάποιο σύγχρονό μας σπουδαίο. Μια ταινία για τον Πάνο τον Καμμένο πχ θα ανανέωνε το είδος της ελληνικής κωμωδίας, που περνά τεράστια κρίση…