Η μισή δουλειά έγινε

Η μισή δουλειά έγινε

Αν η Εθνική μας κερδίσει απόψε το Γιβραλτάρ θα πάρει το εισιτήριο για τα μπαράζ της ευρωπαϊκής ζώνης των προκριματικών του μουντιάλ της Ρωσίας. Δια μέσου των  μπαράζ μπορεί να πάει στη Μόσχα το καλοκαίρι. Ηδη έχει αρχίσει μια υπόγεια συζήτηση για το αν η Εθνική μας αξίζει κάτι τέτοιο. Είναι μια ενδιαφέρουσα συζήτηση και θέλω να πω την γνώμη μου.

Αντιφατικά πράγματα

Στον όμιλο των προκριματικών του μουντιάλ, η ομάδα του Μίκαελ Σκίμπε έκανε αντιφατικά πράγματα. Κέρδισε δυο φορές μόνο την Κύπρο κι ελπίζουμε και το Γιβραλτάρ – με την Κύπρο ήταν μάλλον τυχερή γιατί αγωνίστηκε εναντίον της στη Λευκωσία, όταν αυτή δεν διεκδικούσε τίποτα. Με την αδύναμη Εσθονία κέρδισε το ένα από τα δυο ματς – το εκτός έδρας. Εντός έδρας η Εθνική μας, κι ενώ απομένει το ματς με το Γιβραλτάρ, έχει κάνει μόνο μια νίκη: με την Κύπρο. Η Εθνική μας είναι αλήθεια ότι δέχτηκε ένα γκολ στο 90΄στις Βρυξέλλες, χάνοντας την ευκαιρία να κάνει τη νίκη της δεκαετίας κόντρα στο Βέλγιο, αλλά είχε ισοφαρίσει και με ένα γκολ του Τζαβέλλα στις καθυστερήσεις την Βοσνία στο Καραϊσκάκη. Είναι μια ομάδα που δυσκολεύεται εντός έδρας, αλλά είναι αήττητη στα επίσημα ματς εκτός έδρας: στη Ζένιτσα άξιζε να κερδίσει στο «ματς – κλειδί» με τους Βόσνιους. Το πλέον αντιφατικό είναι ότι η Εθνική μας έκανε το καλύτερό της παιγνίδι στο Καραϊσκάκη κόντρα στο Βέλγιο, όταν και έχασε! Χωρίς μάλιστα το γεμάτο προσωπικότητες Βέλγιο να είναι καλύτερο.

Κάτι στο μεταξύ ξεχάσαμε

Στη διάρκεια αυτού του κύκλου των αγώνων η Εθνική μας παρουσίασε ελάχιστες καινούργιες προσθήκες: θα λεγα ότι τα χαμένα στοιχήματα του Σκίμπε, είναι περισσότερα από τα κερδισμένα, μολονότι τελικά η ομάδα πέτυχε τον πρώτο από τους στόχους της! Το επιθετικό παιγνίδι της ομάδας στηρίζεται αποκλειστικά στην παρουσία του Κώστα Μήτρογλου: χωρίς αυτόν ελάχιστοι πιστεύουν πως η ομάδα μπορεί να σκοράρει. Η επιμονή στον Μπακασέτα πχ δεν απέδωσε τίποτα. Τα υπόλοιπα φορ της Εθνικής (Βέλλιος, Διαμαντάκος, Καρέλης κτλ) δεν πρόσφεραν το παραμικρό. Η Εθνική μας άρχισε να έχει προβλήματα και σε θέσεις που κάποτε έμοιαζε απόλυτα καλυμμένη: αμυντικός χαφ παίζει ο Τζιόλης, που δεν ενθουσιάζει, γιατί όσοι άλλοι αγωνίστηκαν σε αυτή τη θέση (Μανιάτης, Ταχτσίδης, Σάμαρης κτλ) έκαναν ακόμα λιγότερα. Ακόμα και η άμυνα της Εθνικής μας, το παραδοσιακά μεγάλο της όπλο, δεν ήταν σε αυτή τη φάση άψογη. Ο Σκίμπε έπαιξε συχνά με τρεις κεντρικούς αμυντικούς. Οταν χρησιμοποιεί μια τετράδα, οι ακραίοι μπακ (ο Τοροσίδης και ο Τζαβέλας) σπάνια παίρνουν επιθετικές πρωτοβουλίες και συχνά έχουν προβληματάκια στα «ένας εναντίον ενός». Η Εθνική μας δεν κέρδισε κανένα ματς 1-0, όπως έκανε τον καιρό του Σάντος και σε όλες τις νίκες της χρειάστηκε δυο γκολ τουλάχιστον. Στη διάρκεια των προκριματικών δεν προέκυψε μια καινούργια ομάδα και δεν υπήρξε σοβαρή ηλικιακή ανανέωση, ώστε να πεις ότι μπήκαν βάσεις για κάτι σπουδαίο μελλοντικά. Οι παίκτες που προστέθηκαν, και που δείχνουν ότι θα είναι μελλοντικά βασικοί είναι τρεις: ο ελληνοποιημένος Ζέκα, ο ώριμος πλέον Σταφυλίδης και ο Τάσος Δώνης.  Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε κάτι: ότι ο Σκίμπε παρέλαβε μια ομάδα σε ημιθανή κατάσταση, που στα προκριματικά του Euro του 2016 είχε τερματίσει τελευταία στον όμιλο και είχε αλλάξει τρεις προπονητές (Ρανιέρι, Μαρκαριάν και Τσάνα) που είχαν καλέσει στην ομάδα συνολικά 53 παίκτες! Το θυμίζω γιατί το ξεχάσαμε.

Η στάνη και το γάλα

Η Εθνική μας δεν έπαιξε καλό ποδόσφαιρο, είναι αλήθεια. Ο Σκίμπε δεν κατάφερε ν αλλάξει το τσιπάκι που υπάρχει στα μυαλά των παικτών μας, που προτιμούν να παίζουν για να μην χάνουν κι όχι για να κερδίζουν. Ο Γερμανός, που κάπως διαφορετικά ξεκίνησε, πιστώνεται το ότι κατάλαβε που βρίσκεται: είναι γενικά ένας έξυπνος άνθρωπος και ο Γιώργος Γκιρτζίκης που τον έφερε αποδείχτηκε ότι διάλεξε πολύ καλά. Είναι επικοινωνιακός, περισσότερο από τον Ρεχάγκελ και τον Σάντος, δεν έχει αυλή, όπως ο Πορτογάλος, κατανοεί τα θέλω των παικτών του κι έχει μια τρομερή ειλικρίνεια: δεν θυμάμαι άλλο προπονητή να δηλώνει πριν από ένα ματς στο οποίο η νίκη είναι υποχρέωση, όπως αυτό με την Κύπρο, ότι «πρόθεση της ομάδας είναι πρώτα από όλα να μην δεχτεί γκολ»! Αν ο Σκίμπε το λέει αυτό, είναι γιατί ξέρει ότι «αυτή η στάνη αυτό το γάλα βγάζει» - όμως ούτε η ειλικρίνεια του κόουτς, ούτε η συνέπεια των παικτών σε ό,τι έχει να κάνει με την αγάπη τους για ένα συγκεκριμένο στυλ αντιθεαματικού ποδοσφαίρου, δεν ωραιοποιούν την εικόνα της ομάδας. Για κάποιον που δεν εμπλέκεται με την Εθνική συναισθηματικά, τα πιο πολλά παιγνίδια της υπήρξαν ανυπόφορα. Μόνο που σε αυτό το συμπέρασμα χωράει ένας αστερίσκος: η ομάδα έρχεται από μια προηγούμενη διοργάνωση προκριματικών, στην οποία υπήρξε άθλια!

Υπάρχει όμως βελτίωση

Που καταλήγω; Καταλήγω στο ότι όταν ξεκίνησαν τα προκριματικά έμοιαζε στους περισσότερους από μας σχεδόν αδύνατο να τερματίσει η Εθνική μας στη δεύτερη θέση. Στην προηγούμενη διοργάνωση η Εθνική μας δεν είχε χάσει μόνο από τα Φερόε: είχε χάσει την ηρεμία της, την σιγουριά της καθώς και κάποιους παίκτες που έμοιαζε δύσκολο να ξαναβρεί – Καραγκούνης, Κατσουράνης, Σαμαράς, Σαλπιγγίδης, Χολέμπας, ακόμα κι ο πάντοτε χρήσιμος Φάνης Γκέκας έμοιαζαν αναντικατάστατοι. Η βελτίωση της ομάδας σε σχέση με τα όσα έκανε δυο χρόνια πριν είναι πραγματικά μεγάλη: δυστυχώς οι επιθετικές της αδυναμίες δεν επιτρέπουν στο να γίνει κατανοητό πόσο θεαματική είναι. Οι Εθνικές γράφουν συνήθως μεγάλα σερί επιτυχιών λόγω κεκτημένης ταχύτητας, αλλά, αν εξαιρέσεις τις παραδοσιακές δυνάμεις, όταν τις πάρει από κάτω, η πτώση είναι ασταμάτητη και η επιστροφή σε μια κάποια κανονικότητα δύσκολη υπόθεση. Δείτε την Ολλανδία, που μένει εκτός των τελικών ενός μεγάλου τουρνουά για δεύτερη φορά σερί, για να με καταλάβετε. Και δείτε από την άλλη, πως ομάδες όπως η Ισλανδία πχ εκμεταλλεύονται το μομέντουμ χωρίς μεγάλες φίρμες.

Επιστροφή από την κόλαση

Νομίζω ότι η Εθνική έφτασε δικαίως στα μπαράζ: έχει τρεις σπουδαίους παίκτες (τον Παπασταθόπουλο, τον Μανωλά και τον Μήτρογλου), έχει βάθος (μπορεί προσεχώς να αποδειχτούν χρήσιμοι παίκτες όπως ο Μπακάκης, ο Χριστοδουλόπουλος, ο Κουρμπέλης, ο Καρέλης, που θα επιστρέψει…), έχει μερικούς που περιμένουμε βάσιμα να τους δούμε καλύτερους (τον Φορτούνη, τον Μάνταλο, τον Ρέτσο κτλ). Κυρίως είναι μια ομάδα πιο εργατική από την Βοσνία, έχει γνώση των δυνατότητων της κι έδειξε και χαρακτήρα – τουλάχιστον στις ισοπαλίες που πήρε στο Βέλγιο και στην Βοσνία. Στο μουντιάλ δεν πάνε μόνο αυτοί που παίζουν ελκυστικό ποδόσφαιρο, πάνε και όσοι βελτιώνονται, είναι σταθεροί, έχουν πίστη και λίγη τύχη. Η Εθνική μας για να προκριθεί πρέπει να περάσει το μπαράζ: αυτή είναι η τελική καθοριστική δοκιμασία. Δια μέσου των μπαράζ πήγε στην Νότιο Αφρική το 2010 και στη Βραζιλία το 2014: αν τώρα τα καταφέρει, αρέσει δεν αρέσει, δικαιότατα θα πάει και στη Ρωσία. Δεν θα το κάνει γιατί έχει παίξει μπαλάρα, αλλά γιατί βρήκε τη δύναμη να επιστρέψει από την κόλαση της ανυποληψίας στην οποία βρέθηκε τη διετία 2015-16. Κι αυτή η επιστροφή είναι κάτι δυσκολότερο από το να παίξεις λίγο επιθετικό ποδόσφαιρο της προκοπής.

Η μικρή πιθανότητα

Φοβάμαι μόνο ένα πράγμα: την (μικρή πάντως…) πιθανότητα να βρει η Εθνική μας ένα αντίπαλο του χεριού της και να δημιουργηθεί ένα κύμα εθνικής σιγουριάς για πρόκριση. Αυτό θα είναι καταστρεπτικό γιατί θα φορτωθεί η άγουρη ακόμα ομάδα του Σκίμπε με παραπάνω άγχος και πίεση από όσο μπορεί ν αντέξει. Η μόνη λύση για να μην συμβεί αυτό είναι να συνεχίσουμε όλοι να την ξεπατώνουμε την Εθνική: να τη θεωρούμε μια παρέα άχρηστων, με ένα απατεώνα προπονητή, ανίκανη να κερδίσει και να προκριθεί. Αν λέμε όλοι ότι η παρουσία της στο μουντιάλ θα είναι και ντροπή για το ποδόσφαιρο, θα προκριθεί κι άνετα…