Η νοσταλγία της ευτυχίας

Η νοσταλγία της ευτυχίας

 

 

Τον είδα στο Euro, όρθιο στον πάγκο δίπλα στον ομοσπονδιακό προπονητή Μιχαήλ Φομένκο να προσπαθεί να εμψυχώσει την πιο άψυχη Ουκρανία, που προσωπικά θυμάμαι σε μεγάλο τουρνουά, και τότε μόνο τον ξαναθυμήθηκα: ο μεγάλος Αντρέι Σεφτσένκο ανήκει στην κατηγορία εκείνων που όταν σταματούν το ποδόσφαιρο νομίζεις ότι παίρνουν μαζί τους και όλα τα σπουδαία τους – σαν να μη θελουν να μας αφλησουν αναμνήσεις των κατορθωμάτων τους. Οτι θα ήταν ο διάδοχος του Φομένκο ήταν δεδομένο: την Εθνική Ουκρανίας του την είχαν προσφέρει δυο φορές κι αυτός είπε δυο φορές ότι δεν είναι έτοιμος. Τώρα στην πίεση όλων στάθηκε αδύνατο να φέρει αντιρρήσεις: άλλωστε μια επιστροφή την έχει ανάγκη κι ο ίδιος.

 

Αντίο χωρίς επαίνους

 

Τον Σεφτσένκο τελευταία φορά τον είδαμε στο Πανευρωπαϊκό του 2012, αρχηγό της Εθνικής Ουκρανίας, 36 χρονών τότε: δυο δικά του γκολ σε ένα ματς με τη Σουηδία είχαν χαρίσει στους Ουκρανούς τη μοναδική τους νίκη σε εκείνη την διοργάνωση. Ο Σέβα δεν είχε το τέλος της καριέρας που του άξιζε: η Ουκρανία αποκλείστηκε νωρίς κι ο ίδιος αποχώρησε σχεδόν χωρίς επαίνους, πράγμα άδικο αν σκεφτούμε το πόσο σπουδαία πράγματα πέτυχε. Ελπίζω ό,τι δεν κατάφερε σαν ποδοσφαιριστής να το πετύχει σαν προπονητής: εύκολο πάντως δεν θα είναι. Τον άκουσα στις πρώτες του δηλώσεις να μιλάει για την ανάγκη να δημιουργηθεί μια ομάδα από ποδοσφαιριστές με πειθαρχία, ταλέντο και θέληση – σκεφτόμουν ότι είναι ένας ακόμα από τους μεγάλους σταρ, που περιμένει να βρει ποδοσφαιριστές, που να μοιάζουν στον ίδιο, για να κάνει την τύχη του. Και νέους Σεφτσένκο, χαρισματικούς αλλά και πολύπλοκους θα ναι δύσκολο να βρει.        

 

Η απόλυτα θεαματική αποτυχία

 

Ειχα πάντα μια παράξενη σχέση με τον μεγάλο Σέβα κι όσο κι αν ακούγεται παράξενο τον συμπάθησα πολύ όχι τόσο για τα κατορθώματα του με τη Μίλαν, όσο για τις τεράστιες δυσκολίες του στο Λονδίνο – η αδυναμία του να προσαρμοστεί στην Τσέλσι, ανεξήγητη και θεαματική, ήταν το τελευταίο, που από αυτόν θυμάμαι. Όταν πήγε στην Τσέλσι το 2006 ήταν ο πιο σταθερός επιθετικός στην Ευρώπη τα προηγούμενα πέντε χρόνια. Αν το καλοκαίρι του 2006 κάποιος υποστήριζε ότι ο γρήγορος, τεχνίτης και μαχητής Σεφτσένκο θα έχει προβλήματα στο νησί θα τον έπαιρναν για τρελό: κι όμως αποδείχτηκε ότι όλοι δεν κάνουν για όλα.

 

Ραντεβού με την κατάθλιψη  

 

Θυμάμαι ότι τότε όλοι έλεγαν πως στο Λονδίνο ο Ουκρανός υπέφερε από την χειρότερης μορφής νοσταλγίας που μπορεί να προσβληθεί άνθρωπος: τη νοσταλγία της ευτυχίας. Φεύγοντας από τη Μίλαν ο Σεφτσένκο είχε κάνει μια σοβαρή επαγγελματική επιλογή: είχε διαλέξει από όλες τις προτάσεις την καλύτερη και πίστευε πως το Λονδίνο, που τόσο αγαπούσε η γυναίκα του, η αμερικάνα σούπερ μοντέλα Κριστίν Πάζικ, θα ήταν η γη της επαγγελίας. Αποδείχτηκε ότι ο επαγγελματίας Σέβα έκανε μια επιλογή που δεν ταίριαζε στον άνθρωπο Σέβα. Ο Σέβα ήταν βασιλιάς στο Μιλάνο, απολάμβανε το θαυμασμό και την αγάπη όλων, ήταν η σταθερή αξία μιας ομάδας που ανέπνεε γύρω του. Κυρίως απολάμβανε το γεγονός ότι όταν έφτασε εκεί από το Κίεβο τον συνόδευαν ερωτηματικά στα οποία απάντησε κατακτώντας τους πάντες! Ξόρκισε το φάντασμα του Βαν Μπάστεν, έδωσε στη Μίλαν  τίτλους, απόλαυσε τη σάχλα του ιταλικού life style, έγινε φίλος με το Τζιόρτζιο Αρμάνι, μεγάλωσε και εξελίχθηκε ως παίκτης με τη σιγουριά του ανθρώπου που βρέθηκε εκεί που έπρεπε τη στιγμή που έπρεπε.  Βρήκε στο Μιλάνο την ευτυχία του: ό,τι του έτυχε ήταν ότι είχε ονειρευτεί. Στο Λονδίνο δεν τον γονάτισε το άγχος, ούτε είχε πρόβλημα κινήτρου: απλά διαπίστωσε ότι είναι δύσκολο να κάνεις μια νέα αρχή, όταν κάτι τέτοιο δεν το νοιώθεις ως ανάγκη. Η μεγαλοπρέπεια της ομάδας του Αμπράμοβιτς είχε τη γεύση μια βαρετής δουλειάς, ο Μουρίνιο με τον οποίο τσακώθηκε ήθελε να του μάθει το ποδόσφαιρο από την αρχή, ο ίδιος ξαφνικά γέρασε. Η Sun χαρακτήρισε τη μεταγραφή του την χειρότερη στην ιστορία της Πρέμιερ λιγκ. Η Τσέλσι τον χρυσοπλήρωσε για ν αποκτήσει τις υπηρεσίες του, αλλά η καρδιά του ήταν αλλού. Η θεαματική του αποτυχία τότε με είχε καταγοητεύσει.

 

Η δεύτερη αρχή

 

Λένε ότι στη ζωή πρέπει να μπορείς να κάνεις μια δεύτερη καριέρα – ότι το restart είναι απαραίτητο και συχνά λυτρωτικό. Λένε ότι ο κάθε κανονικός άνθρωπος πρέπει να χαίρεται μπροστά στην πιθανότητα να ξεκινήσει από την αρχή, ειδικά όταν στο νέο του ξεκίνημα είναι οπλισμένος με γνώση, εμπειρία και κίνητρο. Όμως όλα αυτά πιθανότατα δεν ισχύουν για τους ευτυχισμένους: οι ευτυχισμένοι δεν θέλουν δεύτερες καριέρες και νέα ξεκινήματα και καινούργιες ευκαιρίες – θέλουν απλά να παγώσει ο χρόνος και να μην πειράξει κανείς από τη ζωή τους τίποτα. Ο Σεφτσένκο της Μίλαν ήταν ο απόλυτα ευτυχισμένος ποδοσφαιριστής, ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση: όταν έχασε το βασίλειο του διαλύθηκε πρώτα από όλα σαν άνθρωπος – έκανε μια μεταγραφή που του έδωσε το δικαίωμα να υπογράψει το μεγαλύτερο συμβόλαιο της καριέρας του και την ίδια στιγμή βούλιαξε στην κατάθλιψη. Δεν βρήκε τα πατήματα του, ούτε, όταν μετά από δυο χρόνια ακριβοπληρωμένης εξορίας στο Λονδίνο, γύρισε στην Μίλαν: η ψυχοσύνθεσή του είχε διαλυθεί, η λάμψη του είχε σβήσει. Και το φινάλε του στη Δυναμό Κιέβου, στην οποία αγωνίστηκε 55 φορές σε τρία χρόνια, είχε κάμποσα γκολ, αλλά τίποτα άλλο – δεν κατάφερε να οδηγήσει τους Ουκρανούς ούτε στο μουντιάλ του 2010. Ο Σέβα τελείωσε τη στιγμή που έπρεπε να κάνει μια δεύτερη αρχή.

Αυτή τη δεύτερη αρχή θα την επιχειρήσει και τώρα, αυτή τη φορά ως προπονητής. Ομολογώ ότι όταν αγωνιζόταν ποτέ δεν πίστευα πως θα γίνει προπονητής: το πριγκιπικό του στυλ δεν μου άφηνε περιθώρια για να πιστέψω πως κάποια μέρα θα φτάσει να δίνει εντολές σε κοινούς θνητούς – το ίδιο πίστευα και για τον Βαν Μπάστεν, τον Μαραντόνα, τον Πλατινί, τον Γκούλιτ, τον Ζινεντίν Ζιντάν. Όμως στη δική του περίσταση η απόφαση ν αναλάβει την Εθνική Ουκρανίας έχει να κάνει με την ανάγκη του ν αποδείξει ότι μπορεί να κάνει αυτή την δεύτερη καριέρα που στο Λονδίνο δεν έκανε. Αν η νοσταλγία της ευτυχίας δεν τον ταλαιπωρεί ίσως τα καταφέρει. Κι αν δεν τα καταφέρει πάντως, το ότι υπήρξε, έστω για μια φορά, αληθινά ευτυχισμένος λίγο δεν το λες…