Η νοσταλγία του Κλιντ Ιστγουντ

Η νοσταλγία του Κλιντ Ιστγουντ

Κάθε ταινία του Κλιντ Ιστγουντ είναι ένα σημαντικό γεγονός: μιλάμε για ένα άνθρωπο 88 χρονών, που δουλεύει ασταμάτητα, πράγμα από μόνο του αξιοθαύμαστο. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι και κάθε του ταινία είναι μια σπουδαία ταινία – η διάθεση για δουλειά δεν είναι συνώνυμο της έμπνευσης και η όρεξη δεν εγγυάται πάντα μια επιτυχία. Ωστόσο κάθε ταινία αυτού του αρκετά ξεχωριστού δημιουργού αξίζει να τη δεις – κυρίως αν διασκεδάζεις με την ικανότητα του να προβοκάρει την προοδευτική Αμερική, την ρητορεία της οποίας βαριέται.

Δεν δίνει εξετάσεις

Εχοντας φτάσει σε μια ηλικία, που του επιτρέπει να αισθάνεται ότι δεν δίνει εξετάσεις, ο Ιστγουντ υπογράφει ταινίες με ξεκάθαρο ιδεολογικό πρόσημο: ταινίες, που, κόντρα στις επιταγές των καιρών είναι «δεξιές», δηλαδή γεμάτες από μηνύματα που έχουν να κάνουν με όσα πιστεύει ο μέσος λευκός Αμερικάνος που ψήφισε τον Τραμπ, δεν αντέχει το political correct και πιστεύει ότι το να είσαι πατριώτης είναι ένα είδος θρησκείας – κάτι σαν ιερή υποχρέωση. Το «Αναχώρηση για Παρίσι, 15:17» δεν είναι σίγουρα η καλύτερη ταινία του Ιστγουντ, είναι όμως μια από τις πιο αμερικάνικες ταινίες του: μια ταινία από ένα Αμερικάνο που απευθύνεται σε Αμερικάνους. Και μοιάζει η επιτομή των πολιτικών του θέσεων.

   

Ιστορίες με πολιτικά συμπεράσματα

Τα τελευταία χρόνια ο Ιστγουντ δουλεύει διαρκώς στη βάση του ίδιο μοτίβου, σαν να γράφει ένα τραγούδι με τον ίδιο τρόπο. Πιάνει ένα πραγματικό περιστατικό, αναλύει τους πρωταγωνιστές του και καταλήγει σε ένα πολιτικό συμπέρασμα. Στο «J. Edgar» μιλάει για τον Χούβερ και την εξουσία, που για τον Ιστγουντ είναι χρήσιμη, μόνο αν υπηρετεί το έθνος: δεν υπάρχει ηθική ή όριο στην άσκησή της. Στον «Ελεύθερο Σκοπευτή» ζητά από την πατρίδα να δείχνει κατανόηση στα δύσκολα παιδιά της – ό,τι παθαίνουν το παθαίνουν για χάρη της. Στο «Sully» μας μιλά για ένα ήρωα που έκανε απλά τη δουλειά του – όπως πρέπει για τον Ιστγουντ ο καθένας να κάνει χωρίς, αναλαμβάνοντας ευθύνες: οι κρίσιμες αποφάσεις, λέει, ανήκουν πάντα σε έναν, δεν είναι υπόθεση καμίας πλειοψηφίας. Στην τελευταία του ταινία πάει ακόμα παραπέρα, μιλώντας για τον ηρωισμό του καθήκοντος, την ανάγκη να εκπαιδεύεσαι με πατριωτικές αρχές: αν ξέρεις από μικρός να χειρίζεσαι όπλα, λέει ο Ιστγουντ, κάποιος από τη γνώση σου αυτή θα βγει κερδισμένος.

Ολο αυτό ακούγεται τραβηγμένο, όχι μόνο για τους προοδευτικούς Αμερικάνους, αλλά και στους φιλελευθέρους Ευρωπαίους: είναι όμως απόλυτα συμβατό με την δεξιά αμερικάνικη ιδεολογία, που θεωρεί τα όπλα δώρο αληθινό – σίγουρα κάτι χρήσιμο για να τα βγάλεις πέρα στον κόσμο που ζούμε. Επιπλέον ο Ιστγουντ εξηγεί γιατί κατά τη γνώμη του η στρατιωτική θητεία είναι ιερή υποχρέωση, γιατί ο καλός Αμερικάνος πρέπει να είναι καλός στρατιώτης, γιατί η οικογένεια πρέπει να εκπαιδεύει τα παιδιά χωρίς να τους κρύβει την σκληρότητα του κόσμου. Αλλά όλα αυτά μας τα έχει πει και παλιότερα.

Να δημιουργήσει μια έκπληξη

Ο Ιστγουντ αφηγείται αυτή τη φορά μια ιστορία που απασχόλησε τον κόσμο τον Αύγουστο του 2015: την διάσωση καμιά πεντακοσαριά επιβατών ενός τρένου με προορισμό το Παρίσι από τρεις Αμερικάνους που με αυτό ταξιδεύουν – οι δυο είναι στρατιώτες. Ο Ιστγουντ το ξέρει πως ίσως κομμάτι επαναλαμβάνεται και γι’ αυτό προσπάθησε να δημιουργήσει μια έκπληξη βάζοντας τους αληθινούς πρωταγωνιστές του περιστατικού να υποδυθούν τον εαυτό τους – επιλογή αρκετά φιλόδοξη. Ο σκηνοθέτης πιστεύει ότι η ταινία θα δυναμώσει χάρη στην παρουσία τους και θα γίνει πιο αληθοφανής. Οι προθέσεις του Ιστγουντ είναι ξεκάθαρες, όπως ξεκάθαρος είναι και ο σκοπός του να κάνει μια ταινία που θα χαρούν οι Αμερικάνοι: τα πλάνα από το ευρωπαϊκό ταξίδι των τριών φίλων π.χ μπορεί εμάς να μην μας λένε τίποτα, είναι, όμως, η εικονογράφηση ενός κλασσικού αμερικανικού ονείρου - μιλάμε για μια χώρα γεμάτη από ανθρώπους που ταξιδεύουν στο Λας Βέγκας νομίζοντας πως θα δουν στα ξενοδοχεία του κάτι από τη Ρώμη, την Βενετία και το Παρίσι που ποτέ δεν θα επισκεφτούν. Το πρόβλημα της ταινίας είναι ωστόσο ότι όλα αυτά μαζί (εικόνες, προθέσεις, αληθινοί άνθρωποι που υποδύονται τον εαυτό τους) είναι πολλά για ένα άνθρωπο 88 χρονών, έστω και με το δικό του δυναμικό χαρακτήρα. Η εντύπωσή μου είναι ότι ο Ιστγουντ θα ήθελε αυτή τη φορά να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ αφιερωμένο σε κάποια σωστά μεγαλωμένα Αμερικανάκια, που δείξανε στους Ευρωπαίους ότι η στρατιωτική εκπαίδευση και όχι η αυτοθυσία δημιουργεί ήρωες - αλλά το ντοκιμαντέρ έχει κάμποσο κόπο και μεγάλη έρευνα κι ο Ιστγουντ βιάζεται να πάει παρακάτω. Μόνο που κόπο χρειάζονται κι άλλα: το να κάνεις μια ταινία, όπου πραγματικοί άνθρωποι υποδύονται τον εαυτό τους, χωρίς να είναι ηθοποιοί, είναι δυσκολότερο από το να χρησιμοποιείς κανονικούς ηθοποιούς – πρέπει να τους κατευθύνεις, να τους εξηγήσεις την κίνηση της κάμερας, να βγάλεις στο φως την αλήθεια τους, ώστε να μην μοιάζουν ερασιτέχνες που υποδύονται ρόλους. Όλα αυτά δεν είναι απλά ακόμα και για κάποιον που είναι σίγουρα μεγάλος δάσκαλος. Κι ο δάσκαλος άλλωστε χρειάζεται μαθητές.  

 

Με πάθος και τόλμη

Ο Ιστγουντ επιχείρησε να κάνει μια διδακτική ταινία, χωρίς ο ίδιος να γίνει διδακτικός: είχε την ελπίδα ότι η παρουσία τριών αληθινών ηρώων θα έδινε στην ταινία την αλήθεια που ήταν απαραίτητη, όμως το πράγμα δεν είναι τόσο εύκολο. Στο τέλος μοιάζει να νοσταλγεί μια Αμερική που δεν υπάρχει – μια Αμερική καλών σκληρών παιδιών που θα σώσουν τον κόσμο: το αποτέλεσμα είναι να νοσταλγούμε εμείς τον Ιστγουντ, δηλαδή τον δημιουργό που σκηνοθέτησε «Τις σημαίνες των προγόνων», το «Σκοτεινό Ποτάμι», «Τα γράμματα απο την Ιβοζίμα», το «Γκραν Τουρίνο» κτλ. Η «Αναχώρηση για Παρίσι, 15:17» είναι ένα αρκετά ενδιαφέρον χαμένο στοίχημα – κάτι που αξίζει να δεις για να διαπιστώσεις πως ακόμα και για τους αληθινά μεγάλους παραμυθάδες η αφήγηση παραμένει μια πολύπλοκη Τέχνη.

Η ταινία πήρε τις χειρότερες κριτικές από οποιαδήποτε άλλη ταινία του Ιστγουντ τα τελευταία χρόνια. Οι Ευρωπαίοι δεν κατάλαβαν το υπερβολικά αμερικανικό της περιτύλιγμα – την έκριναν με την αυστηρότητα που κρίνει κάποιος κάτι που δεν απευθύνεται σε αυτόν. Οι Αμερικάνοι κριτικοί, προοδευτικοί στη συντριπτική τους πλειοψηφία, χάρηκαν γιατί αυτή τη φορά ο γέρο Κλιντ δεν κατάφερε να τους κουνήσει σωστά το δάχτυλο. Αυτή τη φορά ήταν περισσότερο Αμερικάνος από δεξιός. Εμείς οι φανατικοί του τον συγχωρούμε και περιμένουμε την επόμενη ταινία του. Θα προσπαθήσει να πάρει την ρεβάνς με πάθος και τόλμη. Θα είναι δηλαδή ο Κλιντ Ιστγουντ που αγαπάμε.