Η ομίχλη του Μιλάνου

Η ομίχλη του Μιλάνου

Κάθε φορά που έρχομαι στο Μιλάνο αναρωτιέμαι, που διάβολο είναι αυτή η ομίχλη για την οποία μιλάνε οι Νότιοι Ιταλοί. Δεν περίμενα να τη βρω την άνοιξη, αλλά έχω έρθει και φθινόπωρο, όπως τώρα, και χειμώνα παλιότερα, αλλά ομίχλη δεν έχω δει. Εχω δει ήλιο, από αυτό τον γερμανικό με τα λαμπερά δόντια, έχω δει και χιόνι, αλλά ομίχλη ποτέ. Χθες ρώτησα ένα φίλο Ιταλό, που βρίσκεται και μου απάντησε ότι πρόκειται για παραμύθι των Νότιων. «Βρέχει συχνά μετά τον Νοέμβρη, αλλά ομίχλη έχουμε χρόνια να δούμε. Απλά μας ζαλίζουν οι Ναπολιτάνοι και οι Ρωμαίοι με αυτή κάθε φορά που παίζουν με την Ιντερ και την Μίλαν» μου είπε. Το Μιλάνο κολλάει σαν τσιμπούρι ετικέτες. Είναι «το βασίλειο της μόδας», η «πόλη της ομίχλης», η «πρωτεύουσα της ιταλικής πολιτικής διαφθοράς», το «οικονομικό κέντρο της Ιταλίας» - πιθανότατα να είναι όλα αυτά, αλλά όλα αυτά είναι απλά όψεις του, μικρές μερικές αλήθειες. Η πραγματικότητα του είναι πάντα λίγο περισσότερο σύνθετη από αυτό που ο περαστικός από εδώ νομίζει – πιθανότατα να μην είναι καν η πόλη της Μίλαν ή της Ιντερ: πάντα είχα την αίσθηση ότι οι Γιουβεντίνοι είναι εδώ περισσότεροι. Βέβαια εγώ μιλάω για το Μιλάνο της μέρας, το Μιλάνο που έχει καθημερινά πάνω από δυο εκατομμύρια περαστικούς – το Μιλάνο των Μιλανέζων ίσως έχει πραγματικά μόνο οπαδούς των δυο. Κι ομίχλη. Κρυμμένη προσεχτικά στα μυαλά των μόνιμων κατοίκων του.

Ανδρας ή γυναίκα;

Πάντα όταν επισκέπτομαι μια μεγάλη πόλη αναρωτιέμαι αν αυτή θα ήταν άνδρας ή γυναίκα. Οι πιο πολλές πόλεις είναι γυναίκες. Άλλες είναι κομψές, νεανικές, μοδάτες, άλλες περίεργες, υστερικές, γεμάτες μυστικά και ψέματα και άλλες απλές φροντισμένες κυρίες – μαμάδες ή γιαγιάδες. Το Μιλάνο θα ήταν άντρας κι όχι μόνο γιατί δεν έχει φτιασιδώματα. Την αντρική υπόστασή του καθορίζει κυρίως η αίσθηση ότι εδώ όσοι ζούνε το κάνουν γιατί έχουν μια δουλειά. Η Via Monte Napoleone, o ακριβότερος δρόμος της Ευρώπης, είναι προορισμός του τουρίστα. Στα καφέ του κέντρου ακούς ελάχιστα ιταλικά και σχεδόν κανένα να μιλάει αυτή την παράξενη ντοπιολαλιά, που θυμίζει αυστριακό που μιλάει γαλλικά.

Οι Μιλανέζοι δουλεύουν, δεν βγαίνουν για να μαζέψουν ήλιο στις πλατείες όπως Ρωμαίοι ή για να κάνουν τους ωραίους στις τουρίστριες όπως οι Τοσκανάτσοι που έχουν πάντα κι ένα ωραίο ανέκδοτο να σου πουν – εδώ δεν σου λένε τίποτα. Ακόμα και η κουζίνα της πόλης δεν έχει τίποτα το φανταχτερό –  η ιταλική γαστρονομική φινέτσα είναι ελάχιστη και αν υπάρχει, είναι στην υπηρεσία της τευτονικής πρακτικότητας. Η κοτολέτα αλλά μιλανέζε, είναι ένα απλό σνίτσελ. Το ριζότο είναι πνιγμένο στο σαφράν και η αφόρητη μονοτονία του σου θυμίζει ότι πρέπει να τελειώνεις με το φαγητό γιατί μετά έχεις δουλειά. Ακόμα και το καφέ Κόβα, το διασημότερο καφέ της Ιταλίας, μοιάζει με εκκλησία που μπαίνεις ανάβεις ένα κερί και φεύγεις.

Κάτι σαν την Μύκονο

Πριν πρωτοεπισκεφτώ το Μιλάνο το μακρινό 1994 είχα την εντύπωση ότι ήταν κάτι σαν τη Μύκονο της Ιταλίας: η πλούσια πόλη της αμαρτίας, που ήταν πάντα η ωραία εξαίρεση σε μια χώρα που πουλούσε ιστορία, κουλτούρα και πίτσα μαργκερίτα. Δεν είναι έτσι. Ο πλούτος του Μιλάνο βασιζόταν πάντα στην παραγωγή του: η πόλη ανήκει στις μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις που εδώ εδρεύουν – άλλο αν την βολεύει να πιστεύουμε πως πουλάει μόδα και νυχτερινή ζωή. Το 1994, όταν είχα πρωτοέρθει, δεν υπήρχε ανάμνηση της δεκαετίας του ’80 – όλοι νόμιζαν πως δεν είχε ακόμα τελειώσει. Το ΄80 το Μιλάνο ήταν ο άντρας στα καλύτερά του: το χρήμα έπεφτε από τον ουρανό, τα κλαμπ στο κέντρο μπορεί να ήταν περισσότερα από τα καφέ και σίγουρα ήταν περισσότερα από τα εστιατόρια, η Μίλαν ήταν στο δρόμο για να γίνει η μεγαλύτερη ομάδα του κόσμου, οι Σοσιαλιστές του Κράξι έκαναν συνέδρια που ολοκληρώνονταν στις τεράστιες ντισκοτέκ της εποχής όπου η κεντροαριστερά συναντούσε το μόντελινγκ, οι σεξοκωμωδίες του γιού του Ντε Σίκα έσπαγαν ταμεία, η Λίγκα του Βορρά και οι ρατσιστικές της αντιλήψεις ήταν μια τοπική γραφικότητα – σήμερα κυβερνά την Ιταλία. Το Μιλάνο δεν ήταν το όμορφο κέντρο του, το Ντουόμο, η Σκάλα και τα κεντρικά του Αρμάνι, αλλά μια πόλη δυναμικά αναπτυσσόμενη όπου η ωραιότερη είδηση της ημέρας ήταν το κλείσιμο του Χρηματιστηρίου. Και μετά ήρθε η κατάρρευση, η διάλυση του παλιού πολιτικού συστήματος, τα σκάνδαλα και στο τέλος ο Μπερλουσκόνι ως σύμβολο εξουσίας, αλλά και παρακμής.

Τώρα τα λίγα κλαμπ είναι γεμάτα Ρωσίδες, τα κορίτσια που ήθελαν να κάνουν καριέρα στην τηλεόραση απλά ανεβάζουν φωτογραφίες στο Instagram, η ξενοφοβία χτυπάει κόκκινο και η Ιντερ και η Μίλαν έχουν ξεχάσει την εποχή που πήγαιναν για πρωτάθλημα. Το κέντρο της πόλης δοξολογεί το Ντουόμο και τον Ντα Βίντσι που άφησε μερικά από τα διασημότερα έργα του ενώ η Σκάλα άρχισε να έχει καλούτσικες παραγωγές για τουρίστες πολυτελείας – ο τουρισμός, που σε αυτά τα μέρη σνόμπαραν όταν είχαν χρήματα, έγινε σήμερα μια τονωτική ένεση – η ασπιρίνη που κάποιος παίρνει όταν ξυπνά από μια νύχτα που δεν θυμάται τι έκανε. Και για αυτό και μόνο το Μιλάνο δεν θα μπορούσε παρά να είναι άντρας.

Η ομίχλη στο μυαλό

Και η μόδα; Τα ακριβά μαγαζιά; Τα ανακαινισμένα Ναβίλι που οι πάντα ικανοί ντόπιοι μετέτρεψαν από σκουπιδότοπο σε καρτ ποστάλ; Τι σχέση θα πει κάποιος έχουν όλα αυτά με την αντρική κοσμοθεωρία; Θα πρέπει να είσαι εδώ για να το καταλάβεις. Ακόμα κι αυτή η σουπερ σικάτη πλευρά της ιταλικής μεγαλούπολης έχει να κάνει με δουλειά κι όχι με φτιασίδωμα. Το Μιλάνο μου θυμίζει πάντα ένα γέρο ράφτη από αυτούς που είχαν κάποτε εκλεκτή και μεγάλη πελατεία. Το πρωί ο ράφτης δούλευε πουλώντας ιδέες και ικανότητες και το βράδυ σκορπούσε τα λεφτά του κυκλοφορώντας με ακριβά αυτοκίνητα και μιλούσε για εξαγωγές, που κάποτε θα έκανε. Καμάρωνε για την Μίλαν και την Ιντερ, μπορεί να ήταν κρυφά Γιουβεντίνος, δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για τη Σκάλα, δεν τον ένοιαζε ότι από δώ ήταν ο Λουκίνο Βισκόντι, κοίταζε εφ αψηλού τους Νότιους – ακόμα το κάνει. Αλλά πια η πελατεία είναι μικρή, ο ίδιος κουράστηκε και δεν βγαίνει, του φταίνε οι Γερμανοί, οι μετανάστες, η Μίλαν και η Ιντερ που δεν κάνουν πρωταθλητισμό, η πόλη που έχει κίνηση. Εχει την ομίχλη του στο μυαλό του. Αυτή που δεν έχω δει εδώ ποτέ μου κι ας ξέρω για δαύτη πάρα πολλά κι εγώ…