Η ουρά της καμήλας

Η ουρά της καμήλας

Αν οι Αμερικάνοι δεν καιγόντουσαν να ανανεώσουν την συμφωνία παραμονής της βάσης τους στην Σούδα, εξαιτίας των πολλών προβλημάτων που έχουν αυτό τον καιρό με τον Ερτογάν, θα είχα την βάσιμη υποψία ότι ο Ντόναλντ Τράμπ φώναξε τον Αλέξη Τσίπρα στην Ουάσιγκτον για να διαπιστώσει από κοντά αν είναι όντως τόσο καλός στις κωλοτούμπες. Η Εl Pais έγραψε πρόσφατα ότι η «kolotumba» είναι «διεθνής πολιτικός όρος».

Αν ο Τραμπ γνώριζε τι έλεγε

Ένα πράγμα που ξέρω πολύ καλά είναι ότι η αληθινή εικόνα των πολιτικών, έχει σπανίως σχέση με την δημόσια εικόνα τους. Η δημόσια εικόνα των πολιτικών είναι συνήθως ρόλος θεατρικός και μάλιστα μονοδιάστατος. Οι πολιτικοί, και ειδικά όσοι έχουν ή θέλουν δημόσια αξιώματα, πρέπει να μετράνε τα λόγια τους για να αποφύγουν το μεγάλο λάθος, είναι κουμπωμένοι και υπερβολικά σοβαροί. Στην ιδιωτική τους ζωή είναι κανονικοί άνθρωποι με πάθη και εμμονές  – κυρίως έχουν περιέργεια, συχνά και χιούμορ. Αν ο Τραμπ γνώριζε τι έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ για την εκλογή του, αλλά και τι γράφει ακόμα στο πρόγραμμά του («θέλουμε να φύγει η Ελλάδα από το ΝΑΤΟ, αλλά κυρίως το ΝΑΤΟ από την Ελλάδα» αναφέρει ρητά), τον έχω ικανό να τον καλούσε τον Αλέξη για να τον ρωτήσει τι πραγματικά πιστεύει και μόνο για να κάνει πλάκα με την αναδίπλωσή του. Αλλά τον Τραμπ ελάχιστα τον ενδιαφέρουν οι κωλοτούμπες του Ελληνα πρωθυπουργού: δυο βάσεις θέλει και κατά πως φαίνεται τις πήρε. Και συγχρόνως φόρτωσε στην Ελλάδα, που δεν έχει ασθενοφόρα και πυροσβεστικά αεροπλάνα, ένα ωραίο εξοπλιστικό πρόγραμμα δεκαετίας για να δουλέψουν οι βιομηχανίες του – μπράβο του. Το θέμα είναι εμείς τι κάνουμε και πολύ φοβάμαι πως το μόνο που κάνουμε πάλι είναι να ασχολούμαστε με τα αγγλικά του Τσίπρα και με το αν τρώγεται η ουρά της καμήλας. Για να είμαι ειλικρινής δεν περίμενα και τίποτα περισσότερο.

 

Πρέπει κάπου να πατάς

Το ταξίδι του πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον θα μπορούσε να είναι μια ακόμα ελληνική κωμωδία, αν δεν ήταν μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία – μια από πολλές. Υπήρχε ένα δεδομένο που μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε: η ανάγκη των Αμερικάνων να κρατήσουν και να μεγαλώσουν την βάση στη Σούδα. Αυτό και μόνο σημαίνει απλοϊκά πως θα μπορούσαμε για αυτή (και για οτιδήποτε άλλο ζητάνε…) να ζητήσουμε ανταλλάγματα – μόνο που αυτό απαιτεί το είδος της επιθετικής πολιτικής, που δεν ξέρουμε να κάνουμε χρόνια τώρα. Για να μπορείς να είσαι επιθετικός με τους Αμερικάνους πρέπει να πατάς κάπου αλλού γερά: εμείς χρόνια τώρα τσαλαπατάμε. Φλερτάρουμε με τους Ρώσσους, πιστέψαμε ότι θα κάνουμε διπλωματία με τους Τούρκους με κουμπαριές, δαιμονοποιήσαμε το ΔΝΤ, που στο θέμα του χρέους π.χ είναι το μόνο που μας στηρίζει, δεν ξέρουμε τι θέλουμε από τους Ευρωπαίους, που ακόμα τους αντιμετωπίζουμε ως αναγκαίο κακό γιατί δεν μας δίνουν λεφτά. Θέλουμε να έχουμε και γνώμη για τον Τραμπ και να του κουνάμε εξ αποστάσεως το χέρι: μοιραία όταν βρισκόμαστε μπροστά του είμαστε κότες. Ολοι, όχι μόνο ο Τσίπρας. Ο Τσίπρας εκπροσωπεί και τη χώρα, δικός μας είναι.

Μαμά, πάμε Χόλυγουντ

Τι κέρδισε η χώρα από το ταξίδι αυτό στις ΗΠΑ; Απολύτως τίποτα. Αν υπάρχει Αμερικάνος επενδυτής και θέλει να ρθει εδώ να βάλει τα χρήματα του για να τα αυγατίσει, θα το κάνει αν δει προοπτικές σοβαρού κέρδους: κανένας επενδυτής δεν ακούει τον εκάστοτε Αμερικάνο πρόεδρο, πόσο μάλλον το Χόλυγουντ που τον έχει και στα μαύρα κατάστιχα. Οσες υποσχέσεις κι αν μας δώσει η Λαγκάρντ για το χρέος, τα χρέη μας είναι κυρίως στους Ευρωπαίους και αν δεν σχηματιστεί κυβέρνηση στη Γερμανία και δεν μάθουμε τι θέλει ο νέος της Υπουργός Οικονομικών τα «κουρέματα» είναι μόνο στα όνειρά μας – όση συμπόνοια κι αν μας δείξουν οι Αμερικάνοι. Τι απέμεινε; Η συμφωνία για τα εξοπλιστικά, που μια σοβαρή αντιπολίτευση θα έπρεπε να την κάνει φύλο και φτερό. Θα την κάνει; Δύσκολο, γιατί την θεωρεί απαραίτητη. Ας μην ξεχνάμε ότι δεν υπάρχει μόνο ο ρεαλισμός του Τσίπρα. Υπάρχει και ο ρεαλισμός όλων των υπόλοιπων, που λένε πάντα και ποικιλοτρόπως ότι «αυτά είναι καλύτερα να μην τα συζητάμε». Ισως να έχουν και δίκιο: η εγχώρια πολιτική σκηνή δεν αντέχει άλλους Τσοχατζόπουλους.

 

Η χώρα πορεύεται παρακολουθώντας τις κωλοτούμπες του Τσίπρα και την αμηχανία των υπόλοιπων, που πάντοτε αιφνιδιάζονται από τον πολιτικό του αμοραλισμό. Και οι μεν και οι δε παίζουν το παιγνίδι της επικοινωνίας, που είναι το αντίθετο της πολιτικής. Πολιτική είναι η Τέχνη των αποφάσεων, επικοινωνία να πουλάς το τίποτα ως σημαντικό: αυτό το δεύτερο κάνουν. Και είναι και κακοί παίκτες.  

Αν διαβάσεις αυτές τις μέρες τους επικριτές της Κυβέρνησης θα πιστέψεις πως το μόνο σοβαρό λάθος του Τσίπρα στην Ουάσιγκτον ήταν η «ουρά της καμήλας» και το μόνο του πρόβλημα τα δύστυχα αγγλικά του. Σοβαρό πολιτικό λάθος είναι κατά τη γνώμη μου να πηγαίνεις να διαπραγματευτείς στο σπίτι αυτού, που για πρώτη φορά μετά από χρόνια σε έχει ανάγκη, σαν αρχοντοχωριάτης που ο γαιοκτήμονας τον κάλεσε γιατί θυμήθηκε ότι υπάρχει. Όταν βρίσκεσαι σε θέση ισχύος, επιβάλεις στον άλλο, όσο δυνατός κι αν είναι, τη δική σου ατζέντα. Του δείχνεις ότι είσαι σκληρός διαπραγματευτής, του θυμίζεις ότι δεν τον βλέπεις και με μεγάλη συμπάθεια, του πουλάς ότι θα είναι δύσκολο την όποια συμφωνία να την περάσεις από το κόμμα σου, που έχει μεγάλες αντιαμερικανικές παραδόσεις: απαιτείς να ρθει αυτός σε σένα. Αν σηκωθείς να πας στην Ουάσιγκτον κάνοντας «επίδειξη του ρεαλισμού σου» δηλαδή κωλοτούμπες, θα γυρίσεις με άδεια χέρια: οι ξένοι με τις κωλοτούμπες γελάνε – ποτέ κανείς δεν τις επιβράβευσε. Τουλάχιστον ο Καμμένος, παίζει και δυο μπίλιες, αν βρει ώρα, κι έχει κάτι να θυμάται.

 

Κάποτε ο Αντρέας

Γελάω κι εγώ όταν ακούω ότι η Κυβέρνηση έχει καλή επικοινωνία κτλ. Ο Τσίπρας μιμείται τον Αντρέα Παπανδρέου, αλλά όχι τον πραγματικό: μιμείται ένα Αντρέα που έχει στο κεφάλι του. Αυτός και οι όμοιοί του στην Κυβέρνηση, με τον Ανδρέα μεγάλωσαν, χωρίς όμως να τον έχουν μελετήσει και ποτέ τους.

Θα τους θυμίσω κάτι απλό. Στην πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ, ο Ανδρέας είχε κερδίσει λέγοντας διάφορα ακραία πράγματα, μέρος των οποίων συνέχιζε να λέει και ως πρωθυπουργός γιατί λεφτά υπήρχαν και πάντα όταν υπάρχουν μιλάς και ευκολότερα. Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέηγκαν τον αντιπαθούσε σφόδρα, εξ αιτίας του αντιαμερικανικού λόγο του, ίσως γιατί τον έπαιρνε στα σοβαρά. Μολονότι ο Αντρέας υπέγραψε τη συμφωνία παραμονής των βάσεων το 1983, ο Ρέηγκαν δεν τον κάλεσε ποτέ στο Λευκό Οίκο. Λέγεται ότι ο Αντρέας είχε στεναχωρηθεί για αυτό, γιατί η επιστροφή του στις ΗΠΑ, δια μέσου της κεντρικότερης πόρτας, θα ήταν ένας προσωπικός θρίαμβος. Όμως το μήνυμα που έβγαινε τότε ήταν το ακριβώς αντίθετο: το ΠΑΣΟΚ του Λαλιώτη εξηγούσε σε όλους τους τόνους ότι «είναι ο Αντρέας που δεν θέλει να δει τον Ρέηγκαν και όχι ο Αμερικάνος πρόεδρος αυτός που δεν καλεί τον Ελληνα πρωθυπουργό». Το μήνυμα αυτό, η επικοινωνία δηλαδή, τόνωνε το φρόνημα των ψηφοφόρων κι επέτρεπε στον Αντρέα, ενώ υπέγραφε τη συμφωνία για τις βάσεις, να βγάζει λόγους υπέρ της Εθνικής Ανεξαρτησίας και της Ελλάδας «που επιτέλους ανήκει στους Ελληνες».

Για τις επενδύσεις που θα ρθούν από το Χόλυγουντ και την ουρά της καμήλας δεν θυμάμαι να είπε ποτέ τίποτα…