Η ρίζα του καρακιτσαριού

Η ρίζα του καρακιτσαριού

Σήμερα συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Οποιος θυμάται καλά τα γεγονότα της 21ης Απριλίου του 1967 είναι σήμερα πάνω από 60 χρονών. Κανείς μικρότερος δεν θυμάται τη βραδιά που οι συνταγματάρχες Γιώργος Παπαδόπουλος και Νικόλαος Μακαρέζος με τη συμμετοχή του ταξίαρχου τεθωρακισμένων Στυλιανού Παττακού έβαλαν την Ελλάδα στο γύψο. Κι όμως ακόμα μιλάμε για την περίοδο της δικτατορίας σαν να είναι μια ιστορία που διαδραματίστηκε μόλις χθες. Πιθανότατα γιατί η περίφημη επταετία άφησε πίσω της ένα σωρό πράγματα που τα κουβαλάμε μέσα μας, ίσως άθελά μας, ίσως όχι.

Την στήριξαν κιόλας

Δεν θυμάμαι καλά τη Χούντα – ήμουν πολύ μικρός όταν έπεσε. Θυμάμαι, όμως, πολύ καλά ότι μεγάλωσα ακούγοντας συνεχώς κόσμο να μιλάει για τη Χούντα: ανήκω στην γενιά που έζησε τη μεταχουντική αμηχανία, δηλαδή την πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης. Εχουν γραφτεί πολλά και καλά βιβλία για τη Χούντα: είναι μια από εκείνες τις ελληνικές ιστορίες, που αφήνουν περιθώρια για αποκαλύψεις, ίντριγκες, καταγγελίες. Μετά την πτώση της, όσο ο καιρός περνούσε, ο κόσμος μιλούσε για αυτή πιο ελεύθερα, οι δημοσιογράφοι αναδείκνυαν ιστορίες αντίστασης και βασανιστηρίων, οι πολιτικοί μας έπαιζαν άφοβα το παιγνίδι της μεταβίβασης ευθυνών. Θυμάμαι όχι τη Χούντα, αλλά το φάντασμά της. Και την κρυμμένη κάτω από το χαλάκι αίσθηση ενοχής, που είχε πάρα πολύς κόσμος που την ανέχθηκε. Μην πω ότι την στήριξε κιόλας.

Η μεταπολιτευτική αμνηστία

Οταν έπεσε η Χούντα θυμάμαι κόσμος να λέει ότι «ο τάδε ήταν χουντικός», σαν να αναφέρεται σε κάποιο λεπρό ή βαριά άρρωστο. Διάφοροι που την περίοδο της επταετίας έγιναν δήμαρχοι, νομάρχες, απλοί κοινοτάρχες, ακόμα και διοικητές νοσοκομείων, άλλαξαν πόλεις, μερικοί και δουλειά επιδιώκοντας μια νέα αρχή με όπλο την ανωνυμία, που μια μετακόμιση καμιά φορά εξασφαλίζει. Αυτό το παράξενο διάστημα που αμυδρά θυμάμαι, κράτησε λίγο. Κυρίως γιατί το κομμάτι της χώρας που επί Χούντας έζησε καλά ήταν μεγάλο και επομένως δεν είχε και κανένα λόγο να ταλαιπωρεί αυτούς που απλά πρόσφεραν στους Συνταγματάρχες μερικές υπηρεσίες παραπάνω.

Η αρχή της αποχαύνωσης

Η επίδραση της Χούντας στην Ελλάδα έγινε κατανοητή αρκετό καιρό μετά την πτώση της. Οι πρωταγωνιστές του περίφημου αντιδικτατορικού αγώνα έδρασαν κυρίως στο εξωτερικό. Κάποιοι πρόλαβαν κι έφυγαν και πριν την 21η Απριλίου γιατί είχαν καταλάβει που θα κατέληγε το πράγμα: άλλωστε τα στρατιωτικά πραξικοπήματα από τις αρχές του 1900 ήταν κάτι συνηθισμένο στην Ελλάδα – έχουμε έντεκα από το 1909 και μέχρι αυτό της 21ης Απριλίου. Η Χούντα επιβλήθηκε στην Ελλάδα της πιο μεγάλης και σκληρής πολιτικοποίησης. Στην αρχή της δεκαετίας του ’60 καταγράφονται στην Αθήνα οι πιο μεγάλες ίσως διαδηλώσεις: ο κόσμος διαδηλώνει για την Κύπρο, απαιτεί διεύρυνση της δημοκρατίας, αντιτίθεται στο Παλάτι – μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη αρχίζει να μιλά για «παρακράτος», τα πεζοδρόμια τρίζουν. Είναι εντυπωσιακό πόσο μέσα σε επτά χρόνια αυτή η Ελλάδα αλλάζει. Οσοι έδρασαν εναντίον της Χούντας στο εξωτερικό μικρή γνώση είχαν για την απόλυτη αλλοτρίωση που συντελούνταν στο εσωτερικό, μια αλλοτρίωση ιδεολογική, πολιτική και εν τέλει αισθητική. Η Χούντα των Συνταγματαρχών πρόβαλε ένα ελληνικό τρόπο ζωής βασισμένο στην καλοπέραση και στην αποχαύνωση, μετατρέποντας σε σόου την ελληνική καθημερινότητα: την βοήθησε και η κρατική τηλεόραση, που έκανε τότε τα πρώτα της βήματα. Οι φαραωνικές γιορτές της, τα κλαρίνα, τα μεγάλα έργα και τα θεαματικά εγκαίνια, η πατριδοκαπηλία, η διαρκής επίκληση ενός εθνικού μεγαλείου, η προβολή του ποδοσφαίρου και των όποιων αθλητικών επιτυχιών, βοήθησαν ώστε να χτιστεί ένα είδος εθνοχουντικής συνείδησης κι αυτό έγινε κατανοητό, όταν μετά την πτώση της, ένα μέρος του κόσμου συνέχισε να ζει σχεδόν νοσταλγώντας την. Η Χούντα φύτεψε στο υποσυνείδητο του Ελληνα δυο ιδεοληψίες που τυραννάνε ακόμα τη χώρα: την πίστη ότι υπάρχει κάπου ένας λαϊκός σωτήρας, που θα ρθει και θα μας σώσει (πιθανότατα από τους εαυτούς μας) και την βεβαιότητα ότι ανάμεσα στην καλοπέραση και την δημοκρατία πρέπει να διαλέγουμε την πρώτη. «Γιατί μια ζωή την έχουμε κι αν δεν την γλεντήσουμε τι θα καταλάβουμε», όπως έλεγε και το γνωστό σουξέ.                  

Η παράσταση του Καραγκιόζη

Αυτές οι δυο αντιλήψεις, συνδυασμένες με μια δόση απερίγραπτου αντιευρωπαϊσμού, πέρασαν στο λαϊκό υποσυνείδητο, όχι γιατί υπήρχε κάποιο σχέδιο, (η Χούντα ήταν απολύτως ανίκανη να σχεδιάσει σοβαρά το παραμικρό), αλλά γιατί προέκυψαν ως θυμόσοφο συμπέρασμα μετά το τέλος της επταετίας: ήταν κάτι σαν το συμπέρασμα στο τέλος μιας παράστασης του Καραγκιόζη. Η Χούντα δεν έπεσε γιατί υπήρξε κάποιος λαϊκός ξεσηκωμός, ούτε γιατί ο αντιδικτατορικός αγώνας συγκίνησε τις κυβερνήσεις των ξένων χωρών κι αυτές με κάποιο τρόπο επενέβησαν: δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Απλά, μετά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, υπό το φόβο μιας γενικευμένης σύρραξης με την Τουρκία, και καθώς η Ελλάδα άρχισε να πληρώνει τις συνέπειες της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης, οι στρατιωτικοί κάλεσαν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή για να ηγηθεί μιας Κυβέρνησης, που θα φρέναρε την πορεία προς το χάος. Η «παράδοση – παραλαβή» θόλωσε ακόμα πιο πολύ την περίοδο της επταετίας και η Μεταπολίτευση απέκτησε ένα χαρακτήρα εκτόνωσης. Όμως το life style της Χούντας παρέμεινε επίκαιρο. Ελληνικό και δικό μας.

Η ιδεολογία της αποχαύνωσης

Το αίτημα να βρει η χώρα το παιδί του λαού που θα δώσει λεφτά στον κοσμάκι, («ένα απλό λοχία που να αγαπάει την πατρίδα» λέγανε στα καφενεία) και το όνειρο του μέσου έλληνα να σπάσει πιάτα, όπως έβλεπε να κάνουν στις ταινίες οι σταρ του κινηματογράφου και ο Αριστοτέλης Ωνάσης, δίπλα στον οποίο καμάρωνε ο Παπαδόπουλος, παραμένουν περίπου επίκαιρα. Πολλοί περιγράφουν την Χούντα ως ένα αυταρχικό καθεστώς, που έκανε διώξεις, βασάνισε ανθρώπους, επέβαλε λογοκρισία, διοργάνωσε νοθευμένα δημοψηφίσματα: όλα αυτά ισχύουν, αλλά η ελληνική Χούντα έβαλε κυρίως τις βάσεις για να προκύψει η ιδεολογία του κιτσαριού και της αποχαύνωσης, που μας ταλαιπωρεί ακόμα. Μετά το 1971 υπήρξε κάμποση χαλαρότητα. Με λεφτά της Χούντας γυρίστηκε η πρώτη ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, κυκλοφορούσαν ελεύθερα ακόμα και κάποιοι δίσκοι του Θεοδωράκη, στην Αθήνα ανέβαιναν παραστάσεις με αντιδικατορικά μηνύματα και στις μπουάτ της Πλάκας έβρισκαν δουλειά τραγουδοποιοί με τραγούδια γεμάτα περίεργα στιχάκια – το Νέο Κύμα π.χ είχε τους σταρ του, που έκαναν κριτική στη δικτατορία στα όρια του επιτρεπτού και μέχρι η αστυνομία να παρέμβει και να κλείσει κανα μαγαζί ώστε να γίνει σούσουρο. Όλα αυτά συνέβαιναν γιατί η Χούντα δεν τα φοβόταν καθόλου: σκορπώντας χρήματα είχε καταφέρει να οδηγήσει στην αποχαύνωση, τον ίδιο κόσμο που πριν το 1967 ξημεροβραδιαζόταν στις διαδηλώσεις. Η κριτική στη Χούντα ήταν μια υπόθεση περίεργων κουλτουριάρηδων – ο πολύς κόσμος γέμιζε το Καλλιμάρμαρο για να δει αναπαραστάσεις της Ιλιάδας, κολλούσε στην τηλεόραση παρακολουθώντας τον Συνταγματάρχη Βαρτάνη ή έτρεχε στα μπουζούκια ακούγοντας τις φίρμες της εποχής να τραγουδάνε τον Υμνο της Επανάστασης. Ο Μίκης Θεοδωράκης έκανε εκκλήσεις στον Μπιθικώτση και στη Μοσχολιού να μην το κάνουν – αλλά ο ίδιος ήταν στο Παρίσι.

Ένα κράτος ρεντίκολο

Πενήντα χρόνια μετά την βραδιά της 21ης Απριλίου του 1967, ας βρούμε το κουράγιο να πούμε ότι η Χούντα μέθυσε μια γενιά και την έκανε να πιστέψει πως η δημοκρατία δεν είναι κάτι σημαντικό, αρκεί να περνάμε καλά. Η γενιά αυτή μεταλαμπάδευσε στην επόμενη την βεβαιότητα της ότι κάπου υπάρχει ένας σωτήρας που θα ρθει για να υπηρετεί το λαό, δηλαδή θα του δίνει λεφτά και θα του κάνει ρουσφέτια – καμία δημοκρατία δεν χρειάζεται και το Κράτος υπάρχει απλά για να το κλέβεις. Ετσι κι αλλιώς μπορεί εύκολα να εμφανιστεί ένας ταξίαρχος τεθωρακισμένων και να το κάνει ρεντίκολο…