Η σημαία του Νταβίδ Φουστέρ

Η σημαία του Νταβίδ Φουστέρ

 

Λένε για τον Φουστέρ, κάπως υποτιμητικά, ότι είναι «καλός στρατιώτης». Εγώ που στρατιωτικό έχω κάνει – πιστέψτε με – πολύ ζόρικο, σας λέω ότι το να είσαι καλός στρατιώτης δεν είναι καθόλου εύκολο. Πρέπει να είσαι επιμελής, πειθαρχημένος και πρόθυμος, να γνωρίζεις άριστα την αποστολή, να πιάνεις τις διαταγές με τη μία. Πρέπει επίσης να είσαι αγαπητός στο λόχο, να σε ακούν όταν μιλάς γιατί αναγνωρίζουν ότι έχεις προσωπικότητα, να σε εμπιστεύεται και ο επικεφαλής αξιωματικός, αλλά και οι άλλοι στρατιώτες. Πρέπει να υπακούς, αλλά να χεις κερδίσει και τον σεβασμό, πρέπει να μην κρύβεσαι, αλλά να έχεις και σθένος. Πρέπει να μάχεσαι για τη σημαία. Κυρίως πρέπει να είσαι ικανός. Ανίκανοι καλοί στρατιώτες δεν υπάρχουν.

Ονομα

Ο Φουστέρ την καριέρα του την έφτιαξε με τον ιδρώτα του. Δεν ήταν πουθενά πρώτο όνομα, κανείς δεν του χάρισε τίποτα – ακόμα κι όταν ήρθε στον Ολυμπιακό η μεταγραφή του δεν έτυχε τις δέουσας προβολής, γιατί ήταν σχετικά άγνωστος: οι μεγάλοι τίτλοι στα πρωτοσέλιδα  ήταν εκείνη τη χρονιά για άλλους. Η καριέρα του δεν στηρίχτηκε σε σπουδαίους μάνατζερ, που ξέρουν από δημόσιες σχέσεις: μόνος του κατάφερε όσα κατάφερε. Στην ιστορία της επιτυχίας του υπάρχει μια ωραία λεπτομέρεια. Ο άνθρωπος που τον έφερε, δηλαδή ο μεγάλος Ερνέστο Βαλβέρδε, όταν τον είχε στη Βιγιαρεάλ δεν τον πολυχρησιμοποιούσε: προφανώς τον εκτίμησε πιο πολύ, όταν από τη Βιγιαρεάλ έφυγε και για αυτό τον έπεισε να ρθει στον Ολυμπιακό. Όχι τυχαία: την αξία του Φουστέρ την αντιλαμβάνεσαι, συνήθως, όταν δεν τον έχεις στη διάθεσή σου.

Αεροδρόμια

Ο Φουστέρ δεν ανήκει στην κατηγορία των ξένων που για χάρη τους έπεσαν αεροδρόμια όταν ήρθαν. Παίκτες όπως ο Ζιοβάνι, ο Ζάχοβιτς, ο Ριβάλντο, ο Γκαλέτι, ο Καρεμπέ, ο Σαβιόλα, ο Ιμπαγάσα, ο Μέλμπεργκ, ο Πάντελιτς, ο Ριέρα όταν ήρθαν στην Ελλάδα για να παίξουν στον Ολυμπιακό είχαν τεράστια βιογραφικά και ως εκ τούτου η απόκτησή τους προκάλεσε ενθουσιασμό – κάποιοι ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες, κάποιοι όχι. Για τον Φουστέρ δεν υπήρξε ενθουσιασμός. Στο ντεμπούτο του σε ένα φιλικό κόντρα στον Ολυμπιακό Βόλου τον κοιτάζαμε όλοι με περιέργεια: θυμάμαι ότι τον μπέρδευα με τον Φετφατζίδη – όχι γιατί μοιάζουν, αλλα εξαιτίας της θέσης που κινούνταν εκείνη τη μέρα στο γήπεδο. Στον Ολυμπιακό τη θέση την κέρδισε με το σπαθί του. Κι όλα τα κανε βήμα βήμα. Πρώτα κέρδισε την προσοχή, μετά την καθιέρωση, μετά το δικαίωμα να θεωρείται χρήσιμος και τέλος το χειροκρότημα. Αυτό το χειροκρότημα, το τίμησε. Και πάντα το ανταπέδωσε.

Ξένοι

Στο ελληνικό ποδόσφαιρο υπάρχουν δυο λογιών επιτυχημένοι ξένοι παίκτες. Στη μια κατηγορία υπάρχουν αυτοί που δεν πρόδωσαν τις προσδοκίες: οι διάφοροι Ριβάλντο, Μπάγεβιτς, Ζιοβάνι, Σισέ, Σαμπανάτζοβιτς, Καρεμπέ, Σόουζα, Γκαλέτι, Κονσεϊσάο, Ζιλμπέρτο Σίλβα και άλλοι πολλοί έφεραν στην Ελλάδα όλη τη λάμψη τους και έκαναν στο διάστημα της παρουσίας τους το πρωτάθλημά μας πιο όμορφο – μας δημιούργησαν και την αίσθηση ότι ανήκουμε ποδοσφαιρικά στη Δυτική Ευρώπη και μπορούμε να χαιρόμαστε και μεγάλους παίκτες - δεν το λες και λίγο. Στην άλλη κατηγορία των επιτυχημένων ωστόσο, ανήκουν αυτοί που εδώ βρήκαν την ευκαιρία να μεγαλουργήσουν κι εδώ έγραψαν την ιστορία τους: ο Βαζέχα, ο Σαβέβσκι, ο Τζόρτζεβιτς, ο Χένρικσεν, ο Μπεργκ, ο Μπορέλι, ο Γκόγκιτς και άλλοι πολλοί, όχι μόνο τίμησαν τις φανέλες που φόρεσαν, αλλά έγιναν δικοί μας, ένα με μας – ακόμα κι αν η νοοτροπία μας και η τρέλα μας εξακολουθεί σε κάποιους από αυτούς να μοιάζει ακατανόητη. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία των ξένων που εδώ μόχθησαν για να γίνουν σπουδαίοι ανήκει κι ο Φουστέρ: κέρδισε το θαυμασμό, δεν απέκτησε εχθρούς, βρήκε στον Ολυμπιακό την δική του ομάδα, αλλά κι αυτός τον έκανε αρχηγό του. Είχα την τύχη πριν δυο χρόνια να τον δω καλεσμένο σε ένα γάμο. Ηταν με τη γυναίκα του, παρακολουθούσε τα πάντα χαμογελαστός, αν δεν τον ήξερες ήταν δύσκολο να σκεφτείς ότι είναι ξένος.

Στέρησε

Δεν ήταν ο μεγάλος τεχνίτης, δεν ξεσήκωσε το Καραϊσκάκη με ντρίπλες, δεν έκανε δηλώσεις που ο κόσμος θυμάται. Ο Φουστέρ δεν έγινε «σημαία», αλλά  τη φανέλα της ομάδας σαν σημαία την τίμησε κι αυθεντικά την φιλούσε. Στον Ολυμπιακό βρήκε ένα προορισμό – η ομάδα έγινε για τον Νταβίδ Φουστέρ μια χώρα που κατάκτησε: όποιος φέτος δεν τον δήλωσε στην ευρωπαϊκή λίστα στέρησε από τη χώρα τον πιο πιστό της στρατιώτη.

Καρδιά

Φέτος ο υπέροχος αυτός άνθρωπος και ποδοσφαιριστής έδωσε ένα τεράστιο μάθημα επαγγελματισμού σε όλους. Σηκώθηκε από τον πάγκο τη στιγμή που η ομάδα τον χρειάστηκε, σκόραρε, σκίστηκε στα ελάχιστα ματς που εξ ανάγκης χρησιμοποιήθηκε ως βασικός. Κυρίως δεν άφησε να βγει προς τα έξω κανένα παράπονο, καμία πίκρα, κανένα σχόλιο.

Ο ποδοσφαιρόφιλος αγαπά όσους στην ομάδα προσφέρουν, δεν ξεχνά όσους παλεύουν, λατρεύει όσους τιμούν τη φανέλα. Κι έχει πάντα στην καρδιά του όσους αδικήθηκαν, αλλά έβαλαν την ομάδα πιο ψηλά από τον εαυτό τους. Ο κόσμος του Ολυμπιακού θα έχει πάντα στην καρδιά του τον Νταβίδ Φουστέρ.                     

(SportDay, Φεβρουάριος του 2016)

Από το Bam.gr ένα εξαιρετικό αφιέρωμα: