It, Αυτό ακριβώς

It, Αυτό ακριβώς

Κάθε κινηματογραφική σεζόν πρέπει ν αρχίζει με ένα καλό θρίλερ: για τους Αμερικάνους παραγωγούς, που έχουν Θεό το Box Office, αυτό είναι κανόνας. Πέρυσι τέτοιο καιρό μας ήρθε το «Διχασμένος» του Σιάμαλαν, φέτος το «Αυτό» («It»), η κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Στίβεν Κίνγκ, που είχε γίνει ήδη τηλεταινία, πριν είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια. Αυτό που βγήκε είναι το πρώτο μέρος. Το δεύτερο, που μου αρέσει και πιο πολύ, θα βγει προσεχώς.

Καλύτερες αυτές χωρίς αίμα

Υπάρχει κάτι περίεργο με τις ταινίες που βασίζονται σε βιβλία του Στίβεν Κινγκ: μολονότι έχουμε να κάνουμε με ένα μετρ του τρόμου, είναι καλύτερες οι ταινίες που έχουν βασιστεί σε βιβλία του από τα οποία το μεταφυσικό σχεδόν απουσιάζει. Δεν χρειάζεται να ψάξετε τους τίτλους των εβδομήντα πέντε και πλέον βιβλίων του Στίβεν Κινγκ για να το διαπιστώσετε: αρκεί η μνήμη σας. Σε δέκα τίτλους ταινιών που βασίστηκαν σε βιβλία του Κινγκ που σας έρχονται στο μυαλό, μεγάλες επιτυχίες έγιναν αυτές, τα πλάνα των οποίων δεν πλημύριζαν στο αίμα: το «Stand By Me», το Πράσινο Μίλι, το «The Shawshank Redemption» (που στα ελληνικά το βαφτίσαμε «Τελευταία έξοδος Ρίτα Χέιγουορθ»), η αριστουργηματική «Misery», ήταν ασύγκριτα καλύτερες ταινίες από το «Cujo», από το «A Return to Salem’s Lot», από το «Secret Window», από τους σχεδόν κωμικούς «Νυχτερίτες», από το «Quicksilver Highway». Ατυχέστατες ήταν και οι τηλεοπτικές μεταφορές διηγημάτων ή βιβλίων που βασίζονται σε μεταφυσικά  και ανεξήγητα γεγονότα: τελευταίο παράδειγμα το φλύαρο και καρτουνίστικο «Under the Doom».

 

Οι σκηνοθέτες κάνουν το δικό τους

Οσο σκεφτόμουν τις επιτυχημένες μεταφορές βιβλίων του Κινγκ, τόσο πιο πολύ κατέληγα στο συμπέρασμα ότι τα βιβλία του που βασίζονται στο μεταφυσικό, έγιναν κινηματογραφικές επιτυχίες, μόνο όταν κατέληξαν στα χέρια σπουδαίων σκηνοθετών που, όμως δεν σεβάστηκαν πολλές από τις αρχικές προθέσεις του συγγραφέα. Η «Λάμψη» του μεγάλου Στάνλεϊ Κιούμπρικ είναι αριστούργημα, αλλά δεν έχει σχέση με το βιβλίο του Κινγκ. Ο συγγραφέας την αποκήρυξε και γύρισε ο ίδιος μια τηλεοπτική σειρά που βασιζόταν ακριβώς στο βιβλίο του:  υπήρξε μετριότατη και η σύγκριση με το αριστούργημα του Κιούμπρικ την έκανε να μοιάζει ακόμα χειρότερη. Η «Κριστίν» ήταν επίσης περισσότερο ταινία του Τζον Κάρπεντερ από όσο δημιουργία του Στίβεν Κινγκ: ο σκηνοθέτης πείραξε το εύρημα του βιβλίου καθοριστικά – στο βιβλίο το αμάξι είναι στοιχειωμένο από το πνεύμα του προηγούμενου νεκρού οδηγού του. Κάπως ανάλογα πειράζει το ομότιτλο βιβλίο του Κινγκ, για να μας δώσει ένα must του φανταστικού και ο Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ: το «The Dead Zone», που γυρίστηκε το 1983, ήταν μπροστά από την εποχή του. Ακόμα και ο Μπράιαν Ντε Πάλμα, που στον Στίβεν Κινγκ χρωστάει πολλά, στην «Carrie» δεν σεβάστηκε, όσο θα περίμενε κανείς, το βιβλίο του συγγραφέα, που ήταν και το πρώτο του: ο Ντε Πάλμα έριξε περισσότερο βάρος στην καταπιεσμένη σεξουαλικότητα της νεαρής του πρωταγωνίστριας, αφήνοντας στην άκρη τις εφηβικές φοβίες, που ο Κινγκ λατρεύει να αναδεικνύει. Τη συνέχεια της Carrie, που γυρίστηκε το 1999, ο Κινγκ την αποκήρυξε.

Μια ευχάριστη έκπληξη

Από τα λίγα που καταλαβαίνω νομίζω πως συμβαίνει το εξής απλό: όταν ένα βιβλίο του Κινγκ δεν είναι γεμάτο αίματα και εξώκοσμα τέρατα, η σεναριακή διασκευή του είναι εύκολη και η κινηματογραφική μεταφορά του απλή – η αφήγηση υπάρχει κι αρκεί να βρεις σωστούς πρωταγωνιστές και εικόνες.  Όταν ένα βιβλίο του Κινγκ παίζει με το μεταφυσικό, οι ιστορίες του συγγραφέα απαιτούν πάντα ένα είδος προσαρμογής – σαν να πρέπει να εξηγηθούν. Είναι, με άλλα λόγια, ιστορίες που περιέχουν ωραίες αφορμές για διηγήσεις, που γοητεύουν σκηνοθέτες και παραγωγούς, αλλά όταν μεταφέρονται στο σινεμά δημιουργούν τον πειρασμό μιας επιπλέον τεκμηριωμένης εξήγησης: έτσι οι σκηνοθέτες δίνουν την δική τους εκδοχή, η οποία είτε καταστρέφει το βιβλίο, είτε το προδίδει, αφού ό,τι προκύπτει είναι αποκλειστικά δικό τους. Γίνεται δύσκολο να μεταφερθούν στο σινεμά τα βιβλία, στα οποία ο Κινγκ κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, δηλαδή το να τρομάζει, ακριβώς γιατί αυτός λείπει. Χωρίς αυτόν δεν αποδίδεται το κλίμα των βιβλίων, και προδίδεται το πνεύμα και η πλοκή τους. Συνήθως δεν τρομάζουν και γίνονται οι καρικατούρες των ιστοριών, που έκαναν τον Στίβεν Κινγκ διάσημο και αγαπητό σε ένα κοινό γιγάντιο.

 

Όλα αυτά τα είχα στο κεφάλι μου πριν να δω το «Ιt»: δεν κρύβω ότι αυτό που είδα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Ισως η πρώτη ταινία που βασίζεται σε ένα βιβλίο του Κινγκ και αναδεικνύει τον λόγο που αυτό γράφτηκε: μπορεί η ιστορία του να έχει κι ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, όμως ο Κινγκ την έγραψε αντλώντας έμπνευση από ένα πραγματικό περιστατικό (ένα δολοφόνο κλόουν) με μοναδικό σκοπό να τρομάξει τον κόσμο. Και η ταινία κάνει το ίδιο: στιγμές στιγμές σε κάνει να θες να πεταχτείς όρθιος και να ουρλιάξεις! Η απλά να κλήσεις τα μάτια.  

Ένα κολάζ εκτός λογικής

Ο σεναριογράφος Κάρι Φουκουνάγκα («True Detective») και ο πρωτάρης σε τέτοιο Blockbuster project σκηνοθέτης Αντι Μουσιέτι (που έχει γυρίσει πριν χρόνια ένα ενδιαφέρον θριλεράκι που λέγεται «Μαμά») έκαναν κάτι απλό: ασχολήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά με τα κομμάτια του βιβλίου, που ο διαβολικός κλόουν Πενιγουάιζ σπέρνει πανικό και τρόμο αφήνοντας κατά μέρους πολλά και ενδιαφέροντα άλλα, που ο Κινγκ χρησιμοποιεί για το χτίσιμο μιας δίτομης ιστορίας. Το κολάζ σκηνών τρόμου που παρακολουθείς είναι ακριβώς, όπως και το μεταφυσικό που ο συγγραφέας αγαπάει: κάτι εκτός λογικής! Δεν υπάρχει σχεδόν καμία εξήγηση για ό,τι συμβαίνει – δεν μας νοιάζει και ιδιαίτερα, αφού η όποια ερμηνεία δεν θα έκανε τις σκηνές καθαρού τρόμου λιγότερο σκληρές. Ο Φουκουνάγκα, που δούλεψε το βιβλίο, σέβεται την θέληση του συγγραφέα να αναδείξει τον φόβο ως αδυναμία, μεταφέρει την ιστορία στη δεκαετία του ΄80 για να μας την κάνει πιο οικεία και κατανοεί ότι ο Κινγκ μιλά για τη δύναμη της φιλίας, την ανάγκη των εφήβων να μεγαλώσουν ξεπερνώντας τις αγωνίες τους, την ανικανότητα των μεγάλων να κατανοήσουν τον κόσμο των μικρότερων, γιατί λειτουργούν σαν υπνωτισμένοι. Αλλά όλα αυτά είναι υποσημειώσεις: το βασικό που θέλει είναι να σε κάνει να τρομάξεις ή να ψυχαγωγηθείς, αν με το είδος είσαι εξοικειωμένος. Αν όντως είσαι, δεν θα φοβηθείς γιατί έχεις δει θρίλερ χειρότερα ή καλύτερα και θα διακρίνεις ομοιότητες της ταινίας με τις περιπέτειες του παλιόφιλου Φρέντι Κρούγκερ: κάποια στιγμή μάλιστα θα σου κλείσει και το μάτι. Αν πάλι δεν είσαι του σπλάτερ, θα τρομάξεις και θα το ευχαριστηθείς και θα νοσταλγήσεις τον καιρό που έβλεπες ταινίες του Σπίλμπεργκ, του Ρομπ Ράινερ, του Ρίτσαρντ Ντόνερ, γεμάτες από καταπληκτικά πιτσιρίκια ταυτισμένα με τους ρόλους τους.

   

Η επικαιρότητα της ιδέας

Οι Αμερικάνοι κριτικοί ενθουσιάστηκαν, οι Ευρωπαίοι όχι και τόσο. Ο Στίβεν Κινγκ στα 70 του χρόνια αναγνωρίζεται πια ως ένας δημιουργός και ο σεβασμός με την οποία αντιμετωπίστηκε το μπεστ σέλερ του,  φάνηκε στους Αμερικάνους ως κάτι σπουδαίο, όπως και η επικαιρότητα της κεντρικής ιδέας του βιβλίου. Τριάντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, ο διαβολικός κλόουν Πενιγουάιζ κυνηγάει τους αδύναμους και τους διαφορετικούς κι από αυτούς βρίσκει το μπελά του: η παρέα των πιτσιρικάδων που στοχοποιεί αποτελείται από ένα χοντρό, ένα μαύρο, ένα εβραίο, ένα σπασικλάκι, ένα αρρωστοφοβικό, ένα κακοποιημένο κορίτσι κι ένα αρχηγό που τραυλίζει και δεν έχει καμία σχέση με μεγάλο ηγέτη. Το κακό κάνει ό,τι θέλει, ενώ η πόλη του Ντέρι (η χώρα…) ζει εν υπνώσει, χωρίς να προβληματίζεται για ό,τι συμβαίνει: η ελπίδα είναι οι νέοι, αρκεί να ξεπεράσουν τους φόβους τους – πάντα ήταν. Όλα αυτά ενθουσιάζουν την Αμερική που δεν γουστάρει τον Τραμπ. Αλλά είναι μάλλον αδιάφορα για τους Ευρωπαίους, που τουλάχιστον θα τρομάξουν κομμάτι. Περιμένοντας κάποιον να δώσει ζωή στους δικούς τους τρόμους.