Και που σαι; Να τα λες καλά...

Και που σαι; Να τα λες καλά...


 «Άκουσα τον ήχο του θυροτηλέφωνου και πετάχτηκα νομίζοντας ότι κάποιος συναγερμός χτύπησε στην πολυκατοικία – «πιάσαμε φωτιά» σκέφτηκα ως φύσει αισιόδοξος άνθρωπος. Κοίταξα το ρολόι: ήταν επτά παρά δέκα το πρωί! Πλησίασα το θυροτηλέφωνο και ρώτησα «ποιος είναι;» με το φόβο ότι έχω ξεχάσει να πληρώσω την ΔΕΗ και ήρθαν να μου κόψουν το ρεύμα. Καμία απάντηση. Άνοιξα την πόρτα και περίμενα ποιος θα ξεπροβάλει από τις σκάλες, αφού ο εισβολέας είχε βρει τρόπο να μπει και τον άκουγα με δρασκελιές να πλησιάζει. Δεν ήταν ένας, ήταν τρεις και είχαν έρθει πριν καλά καλά ξημερώσει για να μου πουν τα κάλαντα.

Ο ένας κρατούσε τρίγωνο, ο άλλος έπαιζε κιθάρα (!) και ο τρίτος τραγουδούσε – ο μικρότερος πρέπει να ήταν γύρω στα 22, ο μεγαλύτερος εμφανώς σχεδόν τριάντα. «Να τα πούμε εδώ;» με ρώτησε. Με την τσίμπλα στο μάτι τους κοιτούσα αποσβολωμένος και περίμενα ότι ο τρίτος θα μου κόψει απόδειξη από μπλοκ παροχής υπηρεσιών ή θα μου εμφανίσει μηχάνημα για πιστωτική κάρτα. Δεν είπα τίποτα, απλά τους κοιτούσα.  «Περιμένουμε και τους υπόλοιπους και θα αρχίσουμε» μου είπε «μην ανησυχείς». Νόμιζα ότι θα εμφανιστούν άλλοι τρεις, ο ένας με κλαρίνο, ο άλλος με βιολοντσέλο και ο τρίτος για να χορέψει. «Ποιους περιμένετε;» ρώτησα, «Τους άλλους ντε, από την πολυκατοικία! Τους είπαμε να μαζευτούν εδώ, να μην ανεβαίνουμε από όροφο σε όροφο. Η κυρία στον έκτο έχει μωρά παιδιά και δε θέλει να τα ξυπνήσουμε». «Ούτε εγώ ήθελα» είπα. «Κοίταξε να δεις» μου είπε ο πιο ψηλός «είναι λίγο νωρίς αλλά ξεκινήσαμε από δω. Μέχρι τις οκτώ – οκτώμισι πρέπει να τελειώνουμε με τη Νέα Σμύρνη και να πάμε προς Δάφνη. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς θα το κάνουμε ανάποδα, θα ξεκινήσουμε από εκεί και θα ρθούμε σε σας κατά τις δέκα». «Να σας δώσω κάτι παραπάνω να πείτε κι αυτά της πρωτοχρονιάς;» ρώτησα σοβαρολογώντας. «Δεν έχουμε περάσει ακόμα το κομμάτι» είπε ο ψηλός. «Και την πρωτοχρονιά παίζει να έχουμε και ακορντεόν». Δεν ξέρω για ποιον ηλίθιο λόγο ήθελα να ρωτήσω αν συμμετέχει και ο Γιώργος Νταλάρας.

Στο μεταξύ μια μικρή αντιπροσωπεία των γειτόνων εμφανίστηκε κι άρχισα να τρέμω στην ιδέα ότι η κυρά Μαρία, η παλαιότερη από τους ενοικιαστές θα ζητήσει να κάνουμε συνέλευση για τα κοινόχρηστα, αφού μαζευτήκαμε. Τους κοιτούσαμε όλοι με έκπληξη κι αναμέναμε οδηγίες, όπως στο στρατό. Θα μοίραζαν υπηρεσίες; Θα μας έπαιρναν μαζί στη διπλανή πολυκατοικία; Θα κάναμε φωνητικά; «Είσαστε όλοι εδώ;» ρώτησε ο ψηλός. Σκέφτηκα ότι η επόμενη κίνηση θα ήταν να μπουκάρουν σπίτι να ψάξουν αν κρύβω κανένα, αλλά αυτό μάλλον θα το κάνουν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.  Ο πιο νέος άρχισε να παίζει στην κιθάρα κάτι που έμοιαζε περισσότερο με φλαμένγκο παρά με κάλαντα, ο τύπος με το τριγωνάκι σολάριζε στα σημεία που νόμιζε πρέπων και μετά από μια εισαγωγή που κράτησε κανα λεπτό μπήκε δυνατά ο σταρ της κομπανίας κι άρχισε να τραγουδάει ένα «Καλην ημέραν άρχοντες» με ένα ηχόχρωμα που θύμιζε περισσότερο Κώστα Χατζή, παρά παιδική χορωδία. Δώσαμε όλοι κάτι, δεν φάνηκαν ευχαριστημένοι. «Αλλους δεν έχει η πολυκατοικία;» ρώτησε ο ψηλός. «Γιατί» του είπα «Θέλετε να πιάσετε αιχμαλώτους;». «Τρεις άνθρωποι, τόσο κόπο κάνουμε, να μη ξαναπερνάμε» μου είπε. Και πρόσθεσε: «ξεκινάμε νωρίς γιατί ακόμα είσαστε όλοι φορτωμένοι». Κανείς μας δεν είπε τίποτα. «Χρόνια πολλά. Και που σαι, να λες και τίποτα καλό για τον Πανιώνιο…» είπε αυτός με το τρίγωνο φεύγοντας….»

Υστερόγραφο             

Το βράδυ της 23η Δεκεμβρίου κοιμάμαι πάντα με την ίδια αγωνία: με τρώει η απορία τι ώρα θα με ξυπνήσουν αυτοί που ρθουν να μου πουν τα κάλαντα. Δεν είμαι (ακόμα…) γκρινιάρης σαν τον γέρο Σκρουτζ, αλλά έχω συνδυάσει στο μυαλό μου τις γιορτές με το πρωϊνό χουζούρι στο κρεβάτι, την έλλειψη υποχρέωσης να ξυπνήσεις, τη χαρά που κρύβεται στη σκέψη «σήμερα δεν έχω να κάνω τίποτα». Τα κάλαντα μου μοιάζουν σαν τιμωρία για αυτές ακριβώς τις σκέψεις – σαν κάποιος από ψηλά να με παρακολουθεί και να κάνει πλάκα μαζί μου. Θυμήθηκα ένα παλιό κείμενο που είχα γράψει για αυτή ακριβώς την εμπειρία. Παραμένει αρκετά ενδεικτικό του πως ζω το πρωϊνό ξύπνημα μια τέτοια μέρα. Είναι γραμμένο το 2007 νομίζω – είναι μια απλή εμπειρία ζωής.