Κανείς δεν έγραψε κάνεις λάθος...

Κανείς δεν έγραψε κάνεις λάθος...

Χθες έγραψα ένα προβοκατόρικο κομμάτι που φωτογραφίζει μια, κατά τη γνώμη μου ελληνική ποδοσφαιρική πραγματικότητα, που ξεπερνά την τέχνη της δικαιολογίας, που στο ποδόσφαιρο και στα ομαδικά σπορ είναι κάτι σύνηθες. Εγραψα ότι έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα με τα χρόνια μια αντίληψη που ουσιαστικά είναι κόντρα στο σπορ που λέγεται ποδόσφαιρο: πολύς κόσμος (και όχι μόνο οπαδοί, αλλά και δημοσιογράφοι, παράγοντες, προπονητές, ποδοσφαιριστές κτλ) μοιάζουν να πιστεύουν ότι μια ήττα που επιτρέπει γκρίνια για τη διαιτησία είναι ένα καλό αποτέλεσμα. Το έγραψα με αφορμή τη γκρίνια του ΠΑΟΚ μετά την ήττα στο Καραϊσκάκη, αλλά δεν την περιόρισα στον ΠΑΟΚ γιατί πιστεύω πως είναι ένα πρόβλημα λίγο πολύ όλων – απλώς όποιος χάνει πιο πολύ καταφεύγει σε αυτού του τύπου τα κόλπα συχνότερα. Δεν εξαίρεσα ωστόσο κανένα και θύμισα και τη γκρίνια του Κασάμι μετά το περσινό ΑΕΚ - Ολυμπιακός 1-0 – θα μπορούσα να θυμίσω κι άλλα. Επίσης δεν πήρα θέση για το αν ο ΠΑΟΚ για τη διαιτησία του Αρετόπουλου γκρινιάζει δίκαια ή άδικα: δεν ήταν αυτός ο λόγος που γράφτηκε το σημείωμα, άλλωστε υπάρχουν ένα σωρό καθηγητάδες διαιτησίας που εξηγούν τα πάντα.

Κανείς δεν είπε τίποτα

Το κείμενο διαβάστηκε πολύ, αναδημοσιεύτηκε δεξιά κι αριστερά όπως συχνά συμβαίνει και στις αναρτήσεις στα social media (και όχι μόνο) μάζεψε και κάμποσα σχόλια. Ξέρετε ποιο είναι το πραγματικά ενδιαφέρον; Κανείς δεν έγραψε ότι αυτό που ισχυρίζομαι δεν ισχύει! Ακόμα χειρότερα κανείς δεν έγραψε ότι δεν του αρέσει η γκρίνια μετά από ήττα γιατί γενικά δεν του αρέσουν οι δικαιολογίες και κανείς δεν έγραψε ότι αυτή η συμπεριφορά θα ήταν καλό ν αλλάξει, γιατί οι ομάδες πρέπει να δείχνουν χαρούμενες, όταν κερδίζουν κι όχι έτοιμες να φωνάζουν όταν χάνουν. Κανείς επίσης δεν έγραψε ότι όταν βλέπει την ομάδα του να χάνει στεναχωριέται και καθόλου δεν τον ενδιαφέρει το αν δικαίως ή αδίκως γκρινιάζει γιατί έχει βαρεθεί και τις ήττες και τις συζητήσεις που τις ακολουθούν και θέλει αυτό να σταματήσει να συμβαίνει στη δική του ομάδα: κανείς δεν έγραψε ότι θα χαρεί να δει άλλους να χάνουν και να γκρινιάζουν. Αντιθέτως υπήρξε μια καθολική αποδοχή ότι αυτό συμβαίνει και ότι έτσι πρέπει να συμβαίνει! Για να το πω διαφορετικά, όποιος διαφώνησε (και δεν ήταν λίγοι αυτοί που διαφώνησαν…) υπερασπίστηκε σθεναρά το δικαίωμα του να χαίρεται μετά από ήττες γκρινιάζοντας για τη διαιτησία και προσπαθούσε ν ανοίξει μια συζήτηση για το αν η γκρίνια αυτή είναι δίκαιη η άδικη κάνοντας αναφορές σε φάσεις, νίκες, πρωταθλήματα κτλ, για τα οποία στο κείμενο δεν υπήρχε η παραμικρή αναφορά. Χρίζει πραγματικά κοινωνιολογικής μελέτης το πώς άνθρωποι που δηλώνουν ποδοσφαιρόφιλοι στην Ελλάδα του 2016 χαίρονται με όσα συμβαίνουν μετά τα παιγνίδια, περισσότερο από όσο με τα ίδια τα ματς.

Πανεύκολη η φασαρία

Δεν είναι κακή πάντα η γκρίνια: είναι απλά εντελώς άχρηστη, όταν αφορά πράγματα που δεν σε κάνουν καλύτερο. Αν πχ υπήρχε ανάλογη γκρίνια για επιλογές διοικήσεων, η δική μου εντύπωση είναι ότι θα είχαμε ομάδες καλύτερες. Ο κόσμος πρέπει να καταλάβει κάτι: ότι οι συμπεριφορές των ομάδων που ψάχνουν δικαιολογίες μετά από ήττες δεν είναι πάντα αθώες. Τα όποια ξεσπάσματα, οι ανακοινώσεις, οι συχνά θεατρικές καταγγελίες κτλ έχουν ως στόχο να μην γίνεται καμία συζήτηση για αυτά που οι ίδιες κάνουν λάθος. Οι διοικήσεις ποντάρουν στην επικοινωνία γιατί είναι φτηνότερη και ευκολότερη από το ποδόσφαιρο: είναι πάντα πολύ πιο εύκολο να τα ρίχνεις στη διαιτησία από το να βρεις ένα προπονητή της προκοπής, να βρεις παίκτες, να φτιάξεις μια ομάδα που να παίζει ωραία μπάλα. Αν έχεις ένα κοινό που αυτά επιθυμεί και αυτά γουστάρει και στα ζητάει την έβαψες! Αυτά είναι δύσκολα. Το να ξοδέψεις πέντε ευρώ για να γίνεται φασαρία εναντίον των άλλων είναι πανεύκολο: κρίμα που αυτό δεν δημιουργεί καλές ομάδες. Η επικοινωνία ποτέ δεν κερδίζει το ποδόσφαιρο: αν φτιάξουμε ένα site και βρίζουμε τη Μπαρτσελόνα, δε θα σταματήσει ο Μέσι να μας βάζει γκολ.

Κάποτε υπήρχαν διαφορές

Κάποτε στο ποδόσφαιρο υπήρχαν αυτοί που τολμούσαν να κάνουν επίδειξη παρασκηνιακής ή παραγοντικής δύναμης (ο Γιώργος ο Βαρδινογιάννης, ο Σωκράτης Κόκκαλης πχ) κι άλλοι που είτε το απέφευγαν γιατί φοβόντουσαν να το κάνουν (ο Γιάννης Βαρδινογιάννης παραμένει το καλύτερο παράδειγμα), είτε δεν το ήθελαν – μπορεί και να μην ήξεραν και το πώς (ο Ντέμης Νικολαϊδης, ο Θοδωρής Ζαγοράκης, ο Ζήσης Βρύζας, ο Αντώνης Ρέμος, ο Κώστας Πηλαδάκης, ο Βαγγέλης Μυτιληναίος, ο Κωνσταντίνος Τσακίρης, ο Πέτρος Κόκκαλης ήθελαν ένα άλλο ποδόσφαιρο). Άξιζε τον κόπο να τσακώνεσαι με τους πρώτους και να παρακολουθείς με συμπάθεια τους δεύτερους, που λάθη έκαναν πολλά, αλλά θηρία δεν ήταν. Σήμερα υπάρχουν μόνο θηρία που παίζουν σκληρά για το αποτέλεσμα έχοντας ελάχιστες διαφορές στη νοοτροπία – εγώ τα θέλω αυτά τα θηρία στο ποδόσφαιρο, γιατί γενικά ως χώρα είμαστε για τα θηρία, αλλά δεν θα δεχτώ ποτέ ότι μεταξύ των θηρίων υπάρχουν σοβαρές διαφορές νοοτροπίας: άλλες διαφορές υπάρχουν. Υπάρχουν πχ αυτοί που ανοίγουν το πορτοφόλι τους κι αυτοί που το κρατάνε κλειστό, αλλά άγιοι δεν υπάρχουν: για όλους ο σκοπός αγιάζει τα μέσα – απλά τα μέσα είναι διαφορετικά. Φυσικά δεν υπάρχουν και τυχαίες συμπεριφορές – ακόμα και οι γκρίνιες για τη διαιτησία γίνονται με στόχευση, η πιο μεγάλη από τις οποίες είναι να κρατάμε τους οργανωμένους δίπλα μας. Οι υπόλοιποι, αν έχουμε ένα παραμύθι να τους πούμε, ήσυχοι μοιάζουν. Το πολύ πολύ να κόψουν το γήπεδο.

Εχει δρόμο το πρωτάθλημα

Το πρωτάθλημα το εφετινό έχει ακόμα πολύ δρόμο για ένα λόγο απλούστατο: γιατί ο Ολυμπιακός έχει προβλήματα στην άμυνα με τα οποία μάλιστα ο προπονητής του δεν θέλει να αναμετρηθεί – αντί να τα μασκαρέψει, προσπαθεί να μάθει στην ομάδα να ζει με αυτά. Αυτό στα μάτια μου σημαίνει ότι κάπου αυτά θα πληρωθούν και ίσως ακριβά: αν πχ στη θέση του Κάμπος στο Καραϊσκάκη βρεθεί ο Μπεργκ το ντέρμπι Ολυμπιακός – ΠΑΟ σε δυο εβδομάδες θα έχει άλλη τροπή – κάνω μια υπόθεση εργασίας. Ωστόσο αν ο Ολυμπιακός χωρίς να εντυπωσιάζει είναι πρώτος και οι άλλοι τρεις έχουν ήδη πετάξει όσους βαθμούς είχαν πετάξει και πέρυσι μετά από έξι αγωνιστικές, αυτό οφείλεται ειδικά φέτος σε κάτι απλό: ο κόσμος του Ολυμπιακού που πηγαίνει στο Καραϊσκάκη είναι εξαιρετικά διεκδικητικός και συνεχίζει να απαιτεί καλές μονάδες και καλή ομάδα. Είναι παράξενο, αλλά αυτή τη συμπεριφορά την έχει ο κόσμος μιας ομάδας που έχει κατακτήσει τόσα πολλά πρωταθλήματα – ο κόσμος που θα μπορούσε και να λέει «εντάξει δεν θέλω άλλα»! Είναι παράξενο που ο κόσμος των υπόλοιπων αντί να διεκδικεί να δει καλύτερο ποδόσφαιρο, που χρόνια του λείπει ως θέαμα πρώτα πρώτα, χαίρεται με το να τι λέει σε δημοσιογράφους, αντιπάλους κτλ μοιάζοντας ευχαριστημένος, αν υπάρχει καμιά φάση που ένας διαιτητής εκτίμησε λάθος. Το ότι μετά έρχονται τα στραβοπάτήματα με τη Βέροια, τον Πανιώνιο, την Ξάνθη κτλ είναι νομοτελειακό: όταν δεν πιέζεις κανένα να φτιάξει μια καλή ομάδα, πως διάβολο θα γίνει αυτή η ομάδα;

Διάφοροι θέλουν να γίνουν Ολυμπιακός στη θέση του Ολυμπιακού: είναι η νέα μόδα – παλιά η κάθε ομάδα ήταν περήφανη για το ιδιαίτερο του χαρακτήρα της, τώρα όλοι νομίζουν ότι έχουν καταλάβει γιατί ο Ολυμπιακός γιγαντώθηκε και θέλουν να του μοιάσουν. Ας αρχίσουν με κάτι απλό: ας αρχίσουν να απαιτούν κι ας ξεκαθαρίσουν τι διάβολο ομάδες ονειρεύονται. Αξίζουν σίγουρα κάτι καλύτερο από αυτές που βλέπουν τα τελευταία χρόνια…