Κι όμως κάτι συμβαίνει…

Κι όμως κάτι συμβαίνει…

Κατέβηκα χθες βράδυ με το μπουρίνι στο Καραϊσκάκη να δω την Εθνική του Μίκαελ Σκίμπε και να την καταλάβω κομμάτι καλύτερα: πάντα στο γήπεδο βλέπεις μερικά πράγματα καλύτερα από την τηλεόραση. Ετούτη είναι μια ομάδα που στο γήπεδο σίγουρα την κατανοείς και τι χαίρεσαι πιο πολύ.

Όταν ήρθε ο Σκίμπε, οι πιο πολλοί που γνωρίζουν τους Γερμανούς τεχνικούς, κουνούσαν το κεφάλι με δυσπιστία. Δεν τα είχαν καταφέρει στον πάγκο της Εθνικής ο Κλαόυντιο Ρανιέρι, που η ιστορία απέδειξε πως είναι μια χαρά προπονητής, και ο Σέρχιο Μαρκαριάν, που αν μη τι άλλο κουβαλούσε τη γνώση της ελληνικής πραγματικότητας. Ετούτος εδώ, άσχετος με τα δικά μας και με αποτυχίες στην πλάτη, έμοιαζε αναλώσιμος: κι όμως, αν και στην Ελλάδα δεν μπορεί να προβλέψεις και πολλά αφού λογική δεν υπάρχει, ετούτος μοιάζει να έχει προσαρμοστεί καλύτερα κι ένας λόγος σίγουρα είναι ότι είναι Γερμανός. Οι Γερμανοί προπονητές έχουν δυο αρετές: δεν φοβούνται και αγαπάνε τα απλά πράγματα.

Μια αγαπημένη ιστορία

Η Εθνική του Σκίμπε ξεχειλίζει από απλότητα κι αυτό είναι το πρώτο και βασικό ζητούμενο, όταν μιλάμε για μια ελληνική ομάδα. Οι Έλληνες παίκτες για να συνεργαστούν καλά με ένα προπονητή πρέπει να μην τους ζαλίζει και να τους ζητά τα απολύτως απλά. Εχω μια αγαπημένη ιστορία που χρησιμοποιώ πάντα ως παράδειγμα. Όταν είχε υπογράψει για τον Ολυμπιακό ο Σόλιντ μιλούσα με ένα τότε παίκτη του Ολυμπιακού για το Νορβηγό – ήταν καλοκαίρι. Με ρωτούσε για το ποδόσφαιρο του Σόλιντ, τι διάβολο προπονητής είναι, πως του αρέσει να παίζει κτλ. Του εξηγούσα ότι παίζει πάντα 4-3-3, ότι έχει γράψει ένα ενδιαφέρον βιβλίο τακτικής για το πρέσινγκ και τα «πιεστικά τρίγωνα», ότι του αρέσουν οι παίκτες που κινούνται χωρίς τη μπάλα κτλ. Με άκουσε προσεκτικά και μου απάντησε «κατάλαβα, μπλέξαμε». Τον κοίταξα με απορία. «Κοίτα» μου είπε, «προπονητής για μένα είναι ο Ρεχάγκελ. Λέει «πάρε εσύ αυτόν», «πρόσεχε εσύ τον άλλον» και γρήγορα η μπάλα μπροστά. Και κάπως έτσι κερδίζεις». Για να φανταστείτε το είδος της αγάπης του για την γερμανική απλότητα αρκεί να σας πω ότι ο Ρεχάγκελ δεν τον χρησιμοποιούσε κιόλας!

Η δομή της ομάδας

Δεν ξέρω αν ο Σκίμπε λέει «πάρε εσύ αυτόν» και «πρόσεχε εσύ τον άλλο», όμως η γερμανική του απλότητα φαίνεται στη δομή της ομάδας. Αντίθετα από τον Ρανιέρι, που τον τρέλαναν παράγοντες δημοσιογράφοι και ποδοσφαιριστές, και τον Μαρκαριάν, που ήθελε να κερδίζει η ομάδα χωρίς να έχει ένα σχέδιο για το πώς αυτό θα γίνει, ο Σκίμπε κατέληξε γρήγορα στο εξής απλό: ότι έχει τέσσερις χαρισματικούς παίκτες που παίζουν στην επίθεση, με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά με κοινή θέληση να συνυπάρξουν χωρίς να μονοπωλούν τη μπάλα – αυτοί είναι ο Μάνταλος, ο Μπακασέτας, ο Φορτούνης και ο Μήτρογλου. Για τη συνύπαρξη αυτή, οι δυο της ΑΕΚ κάνουν δουλειές που δεν πολυσυνηθίζουν: ο Μάνταλος παίζει σαν δεξί εξτρέμ, με αποστολή να γυρνά και λίγο πιο πίσω για να βοηθά στην οργάνωση και ο Μπακασέτας παίζει στα αριστερά για να συγκλίνει και να σουτάρει – ο Φορτούνης και ο Μήτρογλου παίζουν, όπως τους αρέσει. Το πρόβλημα είναι ότι αυτοί οι τέσσερις, ακόμα κι όταν γυρνάνε, δεν μαρκάρουν πολύ – το κάνουν απλά για να καλύψουν χώρο, αλλά αυτό δεν είναι πάντα συνώνυμο της άμυνας. Ο Σκίμπε για να τους δώσει το δικαίωμα της συνύπαρξης, ψάχνει δυο κόφτες που να τρέχουν για χάρη τους και να γεμίζουν τα τετραγωνικά μπροστά από την άμυνα: για αυτό διάλεξε χθες ως παρτενέρ του Μανιάτη, το μηχανάκι που λέγεται Σταφυλίδης αντί για τον βαρύ Κυργιάκο Παπαδόπουλο ή τον αργό τεχνίτη Ταχτσίδη. Κάνει επίσης και κάτι άλλο: χρησιμοποιεί μια άμυνα που δεν ανεβαίνει στο γήπεδο όταν ο αντίπαλος επιτίθεται και στην οποία υπάρχουν τέσσερις καθαροί αμυντικοί (Τοροσίδης, Μανωλάς, Παπασταθόπουλος, Τζαβέλας). Ολοι τους μπορεί κατά περίσταση να πάρουν και κάποια επιθετική πρωτοβουλία, όμως βασικά χρειάζονται για τα μετόπισθεν – η επίθεση είναι δουλειά άλλων.

Ευεργετικά αποτελέσματα

Αυτό το κάπως παράξενο 4-2-4 του Σκίμπε έχει αρχικά ευεργετικά αποτελέσματα. Οι τέσσερις μπροστά εκτιμάνε την εμπιστοσύνη του προπονητή και συνεργάζονται πολύ: κάποια «ένα – δυο» του Φορτούνη με το Μήτρογλου και το Μάνταλο δεν τα έχω δει φέτος στο ελληνικό πρωτάθλημα – μαρτυρούν φόρμα, αλλά και όρεξη. Βοηθά σίγουρα και ότι η τέσσερις έχουν πίσω τους παίκτες που περιμένουν την ευκαιρία να δείξουν πόσα πολλά μπορούν: ο Καρέλης, ο Γιαννιώτας, πιο πολύ από τον Βέλλιο και τον Πέλκα (που πάντα είναι στο μυαλό του Γερμανού), έχουν κάνει γκολ με την φανέλα της Εθνικής και το γκολ για μια ομάδα που σκοράρει δύσκολα είναι καλό διαβατήριο. Σκοράρει δύσκολα έγραψα γιατί θυμόμουν τα παλιά: με το Σκίμπε σκοράρει αρκετά και σκοράρει συνήθως και δυο γκολ τουλάχιστον χάσει κερδίσει – το κανε με Μαυροβούνιο, Ισλανδία, Αυστραλία, Ολλανδία και χθες με την Κύπρο. Το κάνει παίζοντας πολύ στην κόντρα, αλλά κακό δεν είναι: ο σκοπός μιας ομάδας είναι να έχει το μυαλό της στο γκολ και τούτη δείχνει αυτό να το χει – ειδικά από τη στιγμή που ο Μήτρογλου είναι καλά. Χθες αποδείχτηκε ότι για το Σκίμπε μια επαγγελματική νίκη δεν είναι αυτή με το κλασικό 1-0, αλλά μπορεί να είναι και με 2-0, θα μπορούσε να είναι και με 3-0 – πάλι επαγγελματική θα ήταν, αλλά κομμάτι διαφορετική από τις βαρετές που όλοι θυμόμαστε.

Δεν γίναμε ομαδάρα

Γίναμε ομαδάρα επειδή κερδίσαμε την Κύπρο; Ούτε κατά διάνοια κι όποιος τα λέει αυτά προτρέχει και δημιουργεί λάθος εντυπώσεις. Θα λέγα ότι ξαναβλέπουμε μια ομάδα και περιμένουμε να δούμε πόσο καλή είναι – θα το τεστάρουμε με δυνατούς αντιπάλους προσεχώς και ήδη το ματς στην Εσθονία εύκολο δεν θα είναι. Η Εθνική μας έχει μπροστά της το πανίσχυρο Βέλγιο. Να προκριθεί στο μουντιάλ είναι αντικειμενικά δύσκολο, όμως μπορεί σε αυτά τα προκριματικά να χτιστεί μια ομάδα με σκοπό τα τελικά του Euro του 2020. Για μένα το να ξαναβρεί η ομάδα αυτή τη χαμένη χαρά του παιγνιδιού λίγο δεν είναι, σε μια χώρα που υστερικά πιστεύει μόνο σε αποτελέσματα.

Κρατάμε τα καλά. Ο κόουτς έχει πολύ ξεκάθαρες ιδέες (και σε αυτό θυμίζει το Σάντος), έχει αποφασίσει ποιοι θα είναι οι βασικοί του είκοσι (και σε αυτό θυμίζει το Ρεχάγκελ), επανέφερε το καλό κλίμα κι έχει ταλαντούχους μεσοκυνηγούς και ηγέτες στα μετόπισθεν: ο Παπασταθόπουλος παραμένει ο καλύτερος της ομάδας και ο Μανιάτης φορώντας τη γαλανόλευκη μοιάζει άλλος παίκτης. Το πρόβλημα του Σκίμπε είναι ότι το ρόστερ είναι άδειο σε κάποιες θέσεις: πίσω από τον Τοροσίδη δεν υπάρχει κανείς, ενώ υπάρχουν τρία αριστερά μπακ! Εξτρέμ κανονικό υπάρχει μόνο ένα, ο Γιαννιώτας, και φυσικά, παρά το καλό ματς του Σταφυλίδη, το πρόβλημα στους κόφτες παραμένει καθώς, αν με το Βέλγιο ή τη Βοσνία χρειαστεί ένας ακόμα θα πρέπει να γίνουν αλχημείες. Όλα αυτά ο Σκίμπε θα τα βρει μπροστά του: δεν είναι θαυματοποιός, αλλά πήρε τη δουλειά σοβαρά, ίσως γιατί προέρχεται από προσωπικές αποτυχίες.

Ισως αυτό να είναι και το μυστικό της σχετικά εύκολης προσαρμογής του: βρήκε μια ομάδα που προέρχεται από αποτυχίες, τη στιγμή που και ο ίδιος είχε τελευταία τέτοιες. Ποτέ δεν χρειάζεται να σου εξηγήσουν κάτι που χεις νοιώσει στο πετσί σου…