Με μια μαϊμού στο Κίεβο...

Με μια μαϊμού στο Κίεβο...

Εξακολουθώ να πιστεύω πως οι πόλεις είναι μια εφεύρεση των αντρών: την σκέφτηκαν κάποτε για να γλυτώσουν από τις γυναίκες. Αν δεν το είχαν κάνει και ζούσαμε όπως οι γυναίκες θέλουν, θα μέναμε όλοι στις εξοχές και ο κοντινότερος γείτονας θα ήταν στα πέντε χιλιόμετρα – ευτυχώς δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Ωστόσο, αν και αντρική εφεύρεση, οι πόλεις είναι γυναίκες: υπάρχουν αυτές που είναι χαρούμενες κι αυτές που είναι καταθλιπτικές, αυτές που είναι γεμάτες μπιχλιμπίδια που ξετρελαίνουν τους τουρίστες κι αυτές που είναι αινιγματικές και δύσκολες. Και υπάρχουν πάντα κι αυτές που πρέπει να τις ζήσεις για να τις καταλάβεις, όπως το Κίεβο. Αν δεν τις ζήσεις, μπορείς απλά να τις παρατηρήσεις περνώντας – αλλά μην πιστεύεις ότι τις κατάλαβες: κάθε συμπέρασμα που αφορά μόνο την εικόνα είναι παραπλανητικό.

Δεν συναντάς λίγη ιστορία

Το παράξενο με το Κίεβο είναι ότι ενώ έχει μεγάλη ιστορία, αυτή δεν τη συναντάς σχεδόν πουθενά. Ιδρύθηκε τον πέμπτο αιώνα Μετά Χριστό, υπήρξε σπουδαίο εμπορικό κέντρο την εποχή των Βυζαντινών, υπήρξε για χρόνια πόλη τεράστια, αλλά από όλα αυτά σήμερα δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα. Το κάψανε οι Μογγόλοι στις αρχές του 1200 και για επτακόσια χρόνια καλά καλά δεν υπήρχε. Αναστήθηκε τον καιρό της Οκτωβριανής Επανάστασης και το ξαναδιέλυσαν οι Γερμανοί στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο καταστρέφοντας ολοσχερώς την εβραϊκή συνοικία του, μάλλον με τις ευλογίες των ντόπιων πολλοί από τους οποίους κατατάχθηκαν στη Βέρμαχτ, σίγουροι πως ο Χίτλερ θα μπει στη Μόσχα. Η πόλη ξαναχτίστηκε μετά το τέλος του πολέμου κι από αυτό το σημείο μετρά κυρίως η τωρινή της ιστορία: το Κίεβο έχει στην αρχιτεκτονική του όλη αυτή τη μετακομουνιστική αισθητική που συναντάς στην Ανατολική Ευρώπη, μόνο που δεν έκανε τίποτα για να την εξωραΐσει. Αν το Ανατολικό Βερολίνου π.χ είναι μια πόλη στην οποία διακρίνεις όλα τα σημάδια ενός γιγάντιου λίφτινγκ, το Κίεβο είναι σαν κάτι κοριτσόπουλα που αποφεύγουν το μακιγιάζ και σου λένε «έτσι είμαι και σε όποιον αρέσω». Μάλιστα σε αυτή την επιλογή δεν υπάρχει αυταρέσκεια, αλλά ένας παράξενος ρεαλισμός: η πόλη μοιάζει να μην θέλει να γίνει πιο ωραία, αν και εύκολα θα μπορούσε.

Σου πουλάνε μαϊμούδες

Ωστόσο αν την περπατήσεις λίγο με κάποιον που την ξέρει δεν την λες κι άσχημη – σίγουρα έχει ένα ενδιαφέρον και μετά από μερικές βότκες ειδικά το βράδυ χαίρεσαι για τη γνωριμία. Οι γιγάντιες εκκλησίες (ο Αγιος Ανδρέας, η Αγία Σοφία κτλ) σου θυμίζουν πιο πολύ ανατολή, παρά δυτικόφρονη χριστιανοσύνη, όμως οι τριγύρω χώροι τους έχουν πολύ από Κεντρική Ευρώπη. Οι όχθες του ποταμού Δνείπερου, που διασχίζει την πόλη είναι τουριστικά αναξιοποίητες: οι Τσέχοι και οι Ούγγροι θα είχαν μετατρέψει ένα τέτοιο ποτάμι σε μεταλλείο χρυσού. Το κέντρο είναι γεμάτο γιγάντιες πλατείες, πάρκα και εμπορικά κέντρα με τα οποία οι ντόπιοι τρελαίνονται. Σε ξενίζει λίγο ότι βλέπεις πύργους με άσχημες και παρατημένες εργατικές κατοικίες σχεδόν στο κέντρο: σκέφτεσαι ότι είναι σαν να βλέπεις μια περιοχή όσο τα Πατήσια, γεμάτη από προσφυγικά σαν αυτά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και από τις εικόνες συνειδητοποιείς ότι η πόλη αυτή δεν είναι αυτό που λέμε τουριστικός προορισμός – τουλάχιστον δεν είναι προορισμός για τα λεφούσια των Γιαπωνέζων, των Κινέζων και των Αμερικάνων, οι οπαδοί της Λίβερπουλ θα περάσουν υπέροχα, αφού έχει φτηνές μπύρες, πλατείες και μαγαζιά που μένουν ανοιχτά όλη τη νύχτα. Το Κίεβο αντιμετωπίζει τα λεφούσια των Αγγλων αμήχανα – οι άνθρωποι δεν ξέρουν με ποιους έχουν να κάνουν. Τους ζητάνε να βγάλουν φωτογραφίες με μαϊμούδες – στις πουλάνε τις μαϊμούδες κιόλας. Βρίσκεις στο δρόμο μίνι μπάντες ή καλλιτέχνες που παίζουν πιάνο, εκεί που αλλού το πολύ πολύ να έβλεπες κάποιον να παίζει κιθάρα «σκοτώνοντας» τα τραγούδια του Ντίλαν. Επίσης όλα γίνονται τρομερά αργά: το Κίεβο έχει κίνηση γιατί κανείς δεν πατάει το γκάζι, οι σερβιτόροι βγαίνουν από το καφέ για να κάνουν ένα τσιγάρο, κανείς δεν βιάζεται – όπως λέει κι ένας φίλος που ζει εδώ ακόμα κι αν είσαι ένας και μόνος στην ουρά θα περιμένεις σαν μπροστά σου να υπάρχουν δέκα, γιατί τόσοι έπρεπε να υπάρχουν.

 

Δαιδαλώδες και γεμάτο ανισότητες το Κίεβο δεν το βλέπεις όσο κι αν προσπαθείς. Υπάρχει μια υπόγεια ζώνη π.χ που είναι δύσκολο να την ανακαλύψεις αν δεν σε πάνε: μου λένε ότι ήταν παλιά πυρηνικά καταφύγια που τώρα έχουν γίνει μαγαζάκια – δυσκολεύομαι να το πιστέψω, αφού μου μοιάζει απλά ένα υπόγειο γιουσουρούμ, κάτι σαν λαϊκή αγορά κάτω από την άσφαλτο. Αν διασχίσεις αυτό το υπόγειο χάος βγαίνεις σε μια περιοχή που σου μοιάζει ένα λιγάκι υποβαθμισμένο Μπουρνάζι, γεμάτο μεγαλοκαταστήματα, εστιατόρια, στριπτιζάδικα, μπαρ και καφέ – ένα είδος ναού του σεξοτουρισμού, που είναι ο μόνος με τον οποίο η πόλη έχει σύμβαση εργασίας. Πρέπει να πω ότι θεωρούσα όλες τις ιστορίες για κορίτσια που νυχθημερόν εξυπηρετούν κτλ, υπερβολικές: δεν είναι έτσι. Υπάρχει ένα ολόκληρο τελετουργικό, το οποίο ο από εδώ περαστικός αναζητεί κι αγοράζει. Αραβες, Τούρκοι κάμποσοι Γερμανοί και ένα σωρό άλλοι έρχονται για να αγοράσουν ένα love story κι όχι απλά για να γνωρίζουν την δίμετρη Ουκρανέζα, που μόνο μύθος δεν είναι. Τα κορίτσια περιμένουν είτε σε συγκεκριμένα καφέ, πίνοντας ακόμα και στις δώδεκα το μεσημέρι ένα ποτήρι σαμπάνια, (που μπορεί να κρατάει για μέρες…), είτε στα μεγάλα ξενοδοχεία, όπου εμφανίζονται ψάχνοντας τον μελαμψό πρίγκιπα – στο όνειρό τους θα θέλανε να είναι αμερικάνος. Μιλάνε ελάχιστα αγγλικά, δηλώνουν ότι είναι φοιτήτριες, θέλουν ένα μεγάλο δεσμό – μιλάμε για σοβαρές γνωριμίες και όρκους αγάπης που κρατάνε όσο μπορείς να πληρώνεις. Αν πάλι τα βαριέσαι όλα αυτά, υπάρχει διαθέσιμος να σου βρει ό,τι θες ο ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου που για 10 ευρώ είναι διατεθειμένος να γίνει και κουμπάρος στο γάμο σου, αν δεν τον έχει προλάβει το παιδί για τις βαλίτσες. «Μασάζ το βράδυ θέλετε;» σε ρωτάνε πριν σου πουν τι έχει το μίνι μπαρ. Όλα σου προφέρονται σε λογικές στιγμές, άλλο αν θα ξυπνήσεις το πρωί με πονοκέφαλο και θα διαπιστώσεις ότι ξόδεψες χάρη στις συμβουλές τους μια περιουσία. Υποθέτω πως αυτό το τριήμερο όλοι έκαναν την τύχη τους: το you never walk alone που ακούγεται παντού, είναι ο εθνικός ύμνος της πόλης για λόγους αυστηρά συγκεκριμένους κι άσχετους με τους οπαδούς της Λίβερπουλ, που από χθες το βράδυ το τραγουδάνε.

Διαδρομές καρδιάς

Εχει ήλιο και μια ωραία ζέστη. Το Κίεβο δεν λάμπει, παρόλα αυτά. Δεν πιστεύω ότι υπήρξε κάποια στιγμή στα χρόνια της ιστορίας του που είχε κάτι το λαμπερό: ακόμα κι ο Λομπανόφκσι, το άγαλμα του οποίου βλέπεις έξω από το ιστορικό γήπεδο της Δυναμό, είναι γκρίζος και σκυθρωπός και δεν μοιάζει με μαρμαρωμένο βασιλιά. Το όνομά του το προφέρουν με σεβασμό, όπως και του Μπλαχίν – αντίθετα ο Σεφτσένκο δεν είναι παρά ένας που προσπαθεί να γίνει προπονητής. Ενας παλιός του συμπαίκτης θυμόταν στο ξενοδοχείο χθες βράδυ ότι ο Σέβα του έλεγε ότι όποτε ερχόταν εδώ συναντούσε ανθρώπους, που δεν μοιάζουν να έχουν σκοτούρες. Η μόνη σκοτούρα που είχε ήταν ξανθιά, φορούσε ένα στενό παντελόνι και κρατούσε ένα ποτήρι σαμπάνια, ενώ τον περιτριγύριζε. Ηταν με τη Λίβερπουλ και τη Ρεάλ, αλλά και με τη Μίλαν. Σίγουρα και με την Γιουβέντους, αλλά και με την Αλ Αχλί και τη Φενερμπαχτσέ. Οι δρόμοι του Κίεβου είναι άγνωστοι και ατελείωτοι. Όπως οι διαδρομές της καρδιάς.