Να μην ξαναγίνει το ίδιο λάθος

Να μην ξαναγίνει το ίδιο λάθος

Τον επίλογο στην ιστορία του Μπέντο τον έγραψε ο Τσόρι Ντομίνγκες με την χθεσινή του ανάρτηση και την επίθεση στον προπονητή λίγο πριν την απόλυση: πρόκειται για ένα σκληρό και κακό επίλογο διότι ο προπονητής τελικά απολύθηκε και κάθε απόλυση προπονητή είναι για μια ομάδα μια μικρή αποτυχία. Αν ο προπονητής δεν ήταν ο κατάλληλος, αν τα αποτελέσματά του δεν ήταν τα καλύτερα, αν ο κόσμος δεν εκτίμησε τη δουλειά του πάντα φταίει όποιος τον διάλεξε. Είτε έκανε μια κακή επιλογή, είτε και δεν κατάφερε να τον στηρίξει: αυτό είναι κάτι που κανείς δεν πρέπει να ξεχνάει. Από την άλλη, στον τρόπο που τελείωσε ο Μπέντο διακρίνεις κι ένα μεγάλο πρόβλημα του εφετινού Ολυμπιακού: το απόλυτο μπλέξιμο στην εσωτερική ιεραρχία της ομάδας – πράγμα που ξεκίνησε μετά τις αλλαγές των προπονητών το περασμένο καλοκαίρι. Η παραίτηση του Μάρκο Σίλβα, η απόλυση του Βίκτορ και η μη ολοκλήρωση της πρόσληψης του Ουζουνίδη εξαιτίας των αντιδράσεων, έφεραν μια εσωτερική αναστάτωση πιο μεγάλη από αυτό που ο καθένας περίμενε: υπήρξε μια αποδόμηση του ρόλου του προπονητή – ίσως για πρώτη φορά τον καιρό του Μαρινάκη. Ναι κάποτε ο Μαρινάκης έδιωξε τον Λίνεν καλοκαιριάτικα: αλλά έφερε τον Βαλβέρδε στον οποίο έδωσε τη δυνατότητα να κάνει και έξι μεταγραφές διότι θυμότανε από το προηγούμενο πέρασμα πόσο ικανός ήταν. Ενώ ο Μπέντο προέκυψε κάπως σαν λύση ανάγκης και ως τέτοιος αντιμετωπίστηκε από ό,τι φαίνεται και από την ομάδα και από την διοίκηση.

Είπε όσα άλλοι ήθελαν να πουν

Ο Τσόρι ανέλαβε να πει χθες δημόσια όσα ενδεχομένως θα ήθελαν να πουν κι άλλοι για τον προπονητή εντός του Ολυμπιακού - και συμπαίκτες του και διοικητικοί παράγοντες. Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει: στη διάρκεια της σεζόν έχει κάνει δυο τουλάχιστον παρεμβάσεις, μέσω των ιστοσελίδων του, σχολιάζοντας αποφάσεις του προπονητή, που είχαν να κάνουν με αποκλεισμούς του και από την δεκαοκτάδα και από την λίστα των ευρωπαϊκών αγώνων. Αν αυτό το έκανε ο Μήτρογλου στον Βαλβέρδε, θα πήγαινε δανεικός σε μια καλή ομάδα της Σιβηρίας. Δυσκολεύομαι επίσης να φανταστώ κάποιον να το κάνει αυτό στον Μίτσελ. Μια φορά παραμονή του αγώνα του Ολυμπιακού με την Γιουβέντους στο Τορίνο, οι Ιταλοί ρώτησαν τον Ισπανό αν αισθάνεται ότι αδικεί τον Κασάμι, που κόντρα στην Κυρία είχε σκοράρει, αλλά δεν ήταν και βασικός. Ο Μίτσελ τους κοίταξε περιφρονητικά, μουρμούρισε κάτι του τύπου «δεν καταλαβαίνω για ποιον μου μιλάτε»  και τον άφησε και τη μέρα του ματς εκτός ενδεκάδας. Πάντα οι προπονητές μπορεί να έχουν ζητηματάκια με παίκτες – ειδικά αν λιγάκι τους αδικούν. Αλλά ο Μπέντο δεν είχε το θάρρος να στείλει τον ποδοσφαιριστή στη διοίκηση και δεν είχε το θάρρος να ζητήσει τον Ιανουάριο και την αντικατάστασή του μολονότι δεν τον πίστευε: δεν ζήτησε να φύγουν και να αντικατασταθούν ούτε κι ο Καμπιάσο με τον Μάριν. Γιατί; Γιατί καταλάβαινε ότι στην εσωτερική ιεραρχία της ομάδας είναι πιο χαμηλά από κάποιους παίκτες. Σίγουρα πιο χαμηλά από τον Τσόρι.

Παράγοντες και ποδοσφαιριστές

Είναι παράδοξο αυτό; Εξαρτάται. Πιστεύω πως στην Αγγλία πχ δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ. Δυσκολεύομαι να φανταστώ κάποιο παίκτη του Κόντε να κάνει αναρτήσεις κριτικής στα πεπραγμένα του: κάτι μουρμούρησε ο Ντιέγκο Κόστα και παραλίγο να βρεθεί στην Κίνα. Νομίζω ότι ο Μουρίνιο, όχι μόνο θα έδιωχνε όποιον το τολμούσε, αλλά θα του έκανε κι επίθεση ο ίδιος. Οι αγγλικές ομάδες σπανίως επιτρέπουν σε ποδοσφαιριστές να συζητάνε δημόσια τους προπονητές τους κι όταν αυτό συμβεί συνήθως, (αν όχι πλέον και πάντα, αφού οι ιδιοκτήτες των ομάδων είναι Ρώσσοι, Αραβες, Αμερικάνοι, Ταϊλανδέζοι κτλ), παίρνουν το μέρος των προπονητών. Αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο. Στη Μπαρτσελόνα τα θέλω του Μέσι είναι κανόνας. Στη Ρεάλ οι παίκτες έδιωξαν κάποτε κοτζάμ Μουρίνιο. Στην Μπάγερν όταν μιλάει ο Ρόμπεν, ακόμα και τραυματίας να είναι, τον ακούν όλοι. Για να μην χρησιμοποιούμε παραδείγματα από το εξωτερικό ας δούμε τα δικά μας: στην Ελλάδα κάποιοι ποδοσφαιριστές είχαν πάντα εντός των ομάδων σημαντικό παραγοντικό ρόλο γιατί στην ιεραρχία ήταν ψηλότερα από τους προπονητές και πιο κοντά στους προέδρους. Ο Κόκκαλης πάντα άκουγε τον Τζόρτζεβιτς και γενικά τους αρχηγούς πιο πολύ από τους προπονητές. Στην ΑΕΚ όλοι ήταν υποχρεωμένοι να προσέχουν τι έλεγε ο Τσιάρτας και ο Νικολαϊδης, όταν μιλούσαν. Στον ΠΑΟ κατηγορούσαν τον Γιάννη Γκούμα ότι είναι κυβερνητικός εκπρόσωπος. Όλα αυτά και πολλά άλλα ανάλογα δείχνουν γιατί είμαστε η χώρα στην οποία οι ποδοσφαιριστές, όταν σταματάνε, τρέχουν να πάρουν παραγοντικές θέσεις: κάποιοι είναι ήδη παράγοντες κι όσο αγωνίζονται. Αλλά όλα αυτά δεν είναι κανονικά: το κανονικό είναι σε μια ομάδα ο προπονητής να είναι ο πρώτος υπεύθυνος – αν όχι και απόλυτο αφεντικό γιατί οι απόλυτες εξουσίες πάντα κακό κάνουν. Ανάμεσα στις καλοκαιρινές προτεραιότητες του Μαρινάκη πρέπει να είναι να βρει πάλι κάποιον προπονητή ικανό να χτίσει μια ομάδα κάνοντας επιλογές σοβαρές, δηλαδή αποκτώντας παίκτες, αλλά και διώχνοντας κιόλας. Διότι άλλη ιστορία, όπως αυτή του Μπέντο και του Τσόρι, η ομάδα δεν την αντέχει.

Η άλλη πλευρά

Το παράδοξο στην περίπτωση του Μπέντο και του Τσόρι είναι ότι το κύρος του αρχηγού παρέμεινε εντός της ομάδας σημαντικό, παρότι ο προπονητής δεν τον χρησιμοποιούσε: αυτό και μόνο δείχνει το βάρος της προσωπικότητας του Αργεντινού. Εχω μάλιστα την υποψία, τώρα που η ιστορία τελείωσε, ότι όλη αυτή η παράλογη συμπεριφορά του Μπέντο απέναντι στους ακριβότερους ποδοσφαιριστές του ήταν ο τρόπος του για να δείχνει ότι είναι αφεντικό. Για αυτό δεν ζήτησε να φύγουν τον Ιανουάριο οι τρεις που δεν χρησιμοποιούσε: πίστευε ότι κάνοντας μαζί τους τον σκληρό, μπορεί να έχει τους υπόλοιπους μαζί του. Ισως και να το πέτυχε, μόνο που με τέτοιες συμπεριφορές δεν πας πουθενά. Αυτή είναι η μια πλευρά του νομίσματος γιατί υπάρχει και η άλλη. Η απόλυση του Πορτογάλου δημιουργεί πιθανότατα συνθήκες ηρεμίας, αλλά οι δοκιμασίες που έχει μπροστά του ο Ολυμπιακός είναι τόσο μεγάλες, ώστε η ίδια η απόλυση είναι πιθανό να μην λειτουργήσει και ως λύση. Με τον Μπέντο δεν έφερναν ηρεμία ούτε καν οι νίκες, αφού οι επιλογές του προκαλούσαν διαρκώς συζητήσεις. Όμως αν δεν υπάρξουν νίκες και πάλι δεν θα υπάρχει ηρεμία: οι ήττες προκαλούν μάλιστα μεγαλύτερη φασαρία από τις όποιες επιλογές του προπονητή σε κάθε ελληνική ομάδα, που να χάνει ματς δεν είναι συνηθισμένη. Το υπογραμμίζω γιατί από χθες διαβάζω διάφορα διθυραμβικά για τη φυγή του προπονητή: ο Μπέντο έφυγε, στο γήπεδο θα δούμε κατά πόσο ο Ολυμπιακός μπορεί χωρίς αυτόν να είναι καλύτερος και να κερδίσει και την υποστήριξη του κόσμου του. Τίποτα από τα δυο δεν είναι δεδομένο.