Να περάσει ο επόμενος...

Να περάσει ο επόμενος...

Πάει και ο Ζοζέ Μοράις, ο βοηθός του Μουρίνιο, ο άνθρωπος που ήταν το μυστικό της επιτυχίας του  Special One και άλλα πολλά εμπριμέ. Παραιτήθηκε μετά την ήττα της ΑΕΚ από τον Παναιτωλικό, αλλά στην πραγματικότητα είχε απολυθεί εδώ και δέκα μέρες. Εμεινε στον πάγκο μέχρι να βρεθεί ο επόμενος, που τελικά θα είναι ο παλιόφιλος Μανόλο Χιμένεθ που επιστρέφει. Ολες αυτές τις μέρες που η ΠΑΕ δεν διέψευδε την αποχώρηση του Πορτογάλου αναρωτιόμουν αν είχε καταλάβει ότι έπρεπε να φτιάξει τις βαλίτσες του. Το ματς στο Αγρίνιο ήταν η απόδειξη ότι είχε καταλάβει τα πάντα. Στην τελευταία ενδεκάδα, που παρουσίασε, έδωσε το δικαίωμα της συμμετοχής σε όσους χρησιμοποίησε λιγότερο, ώστε να χωρίσει με τους παίκτες του σαν φίλος. Μέσα ο Μπακάκης, ο Ντίαζ, ο Αλμέιδα που έβλεπε τα προηγούμενα ματς από τον πάγκο, ο Γιόχανσον που για ανεξήγητους λόγους έγινε ρεζέρβα του Αϊντάρεβιτς, ο Γαλανόπουλος που εμφανώς αδικήθηκε, ο Βάργκας, που είχαμε ξεχάσει ότι είναι εδώ ακόμα. Προέκυψε μια ΑΕΚ που στη λίμνη του Αγρινιού είχε όρεξη στην επίθεση και προβλήματα συνοχής στην άμυνα. Αλλά είναι σαν να τον ακούω ήδη το Μοράις να λέει ότι έδωσε το δικαίωμα συμμετοχής σε όλους, αυτοί έκαναν ότι μπορούσαν και πάλι η ομάδα δεν βελτιώθηκε. Όχι αυτός δεν θα πει για δημοσιογράφους που γράφουν ό,τι να ναι για σουβλάκια: δεν του δίνουν το δικαίωμα τα αποτελέσματα.  

Ψάχνουν πως θα αντέξουν

Μια πρόσφατη στατιστική της UEFA δείχνει ότι στην Ελλάδα αλλάζει κάθε χρόνο το 84% των προπονητών που ξεκινούν το πρωτάθλημα ή που προσλαμβάνονται στη συνέχεια. Τους έχουμε τρελάνει τους προπονητές και όλοι τους, πιο πολύ κι από το πώς θα δουλέψουν, σκέφτονται πλέον τι θα πουν στις συνεντεύξεις Τύπου. Εχει πλάκα ότι οι προπονητές επικαλούνται τα αποτελέσματα όταν τους γίνεται κριτική για το παιγνίδι της ομάδας και το παιγνίδι της ομάδας, όταν τους γίνεται κριτική για τα αποτελέσματα. Ποτέ κανείς δεν έχει πει «δεν παίζουμε καλά, αλλά κερδίζουμε κι ανησυχώ μήπως αυτό σταματήσει»: όλοι σχεδόν λένε ότι οι νίκες είναι βάλσαμο και ότι θα ρθούν και οι καλές εμφανίσεις, όταν αυτές οι τελευταίες λείπουν. Επίσης όταν νίκες δεν υπάρχουν, αναδεικνύουν διάφορα ποιοτικά στοιχεία του παιγνιδιού της ομάδας (την καλή άμυνα, τα γκολ που βάζουν και τελευταία ακόμα και τις τελικές που αρκετά επιπόλαια καταμετρά η ελληνική στατιστική) για να σε πείσουν ό,τι μια κάποια δουλειά γίνεται. Ο Μπέντο πχ τελευταία είπε ότι δεν καταλαβαίνει γιατί γίνεται τόση κουβέντα για την άμυνα του Ολυμπιακού, όταν αυτή είναι μια από τις καλύτερες του πρωταθλήματος: τα νούμερα του δίνουν δίκιο, αλλά όλοι ξέρουμε πως δεν είναι έτσι ακριβώς. Ο Μοράις ζητούσε από τον κόσμο της ΑΕΚ, μετά από κάθε ματς να κάνει υπομονή και ορκιζόταν ότι σε λίγο όλα θα είναι καλύτερα: σιγά σιγά ο προπονητής γίνεται αναγκαίο (κι όχι μόνο στην Ελλάδα), πιο πολύ και από το να δουλεύει, να παίζει ένα ρόλο. Να είναι άνετος ή απολογητικός, επιθετικός ή μετρημένος, να παριστάνει το σκληρό ή να λέει περίπλοκα πράγματα για να τον σεβόμαστε. Ενώ η δουλειά του είναι η προπόνηση και το γήπεδο, ο προπονητής ολοένα και πιο πολύ ψάχνει κι αυτός ένα τρόπο να γίνει ειδικός στην επικοινωνία, μπας και επιβιώσει.

Τυχεροί και κατάλληλοι, όχι καλοί και κακοί

Μιλάμε πολύ για προπονητές – υπερβολικά πολύ. Κανείς, ούτε ο καλύτερος του κόσμου, δεν έχει συμμετοχή μεγαλύτερη του 20% στο τελικό αποτέλεσμα ενός αγώνα και πιθανότατα το μερίδιο της  προσφοράς σε μια επιτυχημένη σεζόν να είναι κι ακόμα μικρότερο. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν καλοί και κακοί προπονητές – οι πιο πολλοί μπορούν να κάνουν τα ίδια περίπου πράγματα: αυτό που μετρά συνήθως είναι η καταλληλόλητα τους. Αυτοί που αποκαλούμε «καλούς» είναι απλά κάποιοι που βρέθηκαν σε καλές ομάδες την καλύτερη στιγμή και είχαν ιδέες που συμβάδιζαν με αυτές του συλλόγου – οι ιδιοφυείς είναι λίγοι, οι πιο πολλοί που πέτυχαν ήταν απλά κατάλληλοι. Αν μια ομάδα έχει ανάγκη από ένα προπονητή για να της καθορίσει το σχεδιασμό αλίμονό της: όσο περισσότερες ευθύνες αναλαμβάνει ένας προπονητής, τόσο λιγότερες οι πιθανότητες της επιτυχίας του. Στην ΑΕΚ πχ και ο Κετσπάγια και ο Μοράις ανέλαβαν περισσότερες ευθύνες από όσες έπρεπε: ο πρώτος στοχοποιήθηκε γρήγορα γιατί πολλοί δημοσιογράφοι και οπαδοί δεν του είχαν εμπιστοσύνη εξαρχής, ο δεύτερος απλά κλάταρε από το άγχος κι ας έλεγαν ότι κάνει καταπληκτική δουλειά στην προπόνηση κτλ. Και οι δυο πλήρωσαν αδυναμίες που έχει η ΑΕΚ και που έχουν να κάνουν με το υλικό και τη νοοτροπία: στην πραγματικότητα ανέλαβαν αποστολές, που ήταν αδύνατο να φέρουν σε πέρας. Και οι δύο πληρώθηκαν απλά για να φταίνε, δηλαδή για να υπάρχουν, ώστε να τους φορτωθεί μια αποτυχία, που τελικά ήταν αναπόφευκτη. Η ΑΕΚ το καλοκαίρι έβαλε μόνο στοιχήματα. Στοίχημα ο «γυάλινος» Τζιγκρίνσκι, στοίχημα ο βετεράνος Αλμέιδα, στοίχημα ο Λέσκοτ, που ερχόταν από κακές σεζόν, στοίχημα ο Μπακασέτας που είχε καλές σεζόν μόνο στον Πανιώνιο, στοίχημα ο Χριστοδουλόπουλος που ποτέ του δεν ήταν ο πιο σταθερός παίκτης, στοίχημα ο άγνωστος Ντίαζ, στοίχημα ο Πατίτο που ήρθε από το πουθενά, στοίχημα ο πολύ ταλαντούχος, αλλά ακόμα άγουρος για τη θέση του τερματοφύλακα Βασίλης Μπάρκας. Στοίχημα είναι και ο Αϊντάρεβιτς και ο Βράνιες: ο πρώτος ήρθε υπέρβαρος, ο δεύτερος όχι με τις καλύτερες συστάσεις – και οι δυο πρέπει πολύ να βελτιωθούν. Αλλά το θέμα δεν είναι αυτό: η ερώτηση είναι πόσα στοιχήματα μπορεί να κερδίσει ένας προπονητής. Εγώ λέω όχι παρά πολλά.

Χρειάζεται σιγουριά για το υλικό

Ενας προπονητής για να έχει την δυνατότητα κάτι να φτιάξει, πρέπει να είναι σίγουρος για το υλικό του. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχει ποδοσφαιριστές που να τους έχει διαλέξει αυτός και να τους πιστεύει απόλυτα: συνήθως τα γούστα του κόουτς κοστίζουν. Ο Κετσπάγια είχε αμφιβολίες για τους παίκτες γιατί δεν διάλεξε σχεδόν κανένα. Ο Μοράις δεν τους κατάλαβε καν. Και οι δυο έχουν ευθύνες για την κακή σεζόν, αλλά ο ένας άφησε την ΑΕΚ δυο βαθμούς από την πρώτη θέση κι απολύθηκε, γιατί η διοίκηση της ομάδας και οι οπαδοί δεν αντέχουν ήττες στο Καραϊσκάκη κι ο άλλος έκανε λιγότερους βαθμούς και από το Λίνεν τη σεζόν που η ΑΕΚ υποβιβάστηκε: κατά τη γνώμη μου ο Κετσπάγια κρίθηκε άδικα, ο Μοράις απλά δεν έπρεπε ποτέ να ρθει και είναι ν απορείς πως δεν κατάλαβαν πως μια ομάδα γεμάτη από «παίκτες – στοιχήματα» δεν μπορεί να έχει ένα προπονητή, που στοίχημα ήταν και ο ίδιος. Τώρα έρχεται ο Μανόλο Χιμένεθ που θα πάει την ΑΕΚ καλύτερα για δυο λόγους: ο ένας είναι γιατί την γνωρίζει και δεν θα έχει προβλήματα προσαρμογής, κι ο δεύτερος γιατί η ΑΕΚ, που δεν κερδίζει ένα ματς δυο μήνες τώρα, δεν γίνεται να πάει χειρότερα. Αλλά η όποια βελτίωση της ομάδας θα είναι λάθος να πιστωθεί στον καλό Μανόλο και να τον εμφανίσουν ως θαυματοποιό, σωτήρα, μεσσία κτλ. Στην καλύτερη των περιπτώσεων ο Χιμένεθ είναι απλά ένας προπονητής, και είναι αντικειμενικά δύσκολο χάρη σε ένα προπονητή, όσο κατάλληλος κι αν είναι αυτός για μια ομάδα, να δεις υπερβάσεις και θριάμβους. Η ΑΕΚ για να είναι του χρόνου ανταγωνιστική στο πρωτάθλημα χρειάζεται ποδοσφαιριστές για τους οποίους ο προπονητής να είναι σίγουρος και για αυτούς τους παίκτες η διοίκηση πρέπει κάτι σοβαρό να ξοδέψει. Αν συνεχιστούν τα στοιχήματα, κάποια στιγμή θα συζητάμε και για τα λάθη του Χιμένεθ, με δυο σουβλάκια και μια μπύρα ρεφενέ...