Νοσταλγώντας το φως και την αριστερά

Νοσταλγώντας το φως και την αριστερά

 

Πήγα με μεγάλη διστακτικότητα ομολογώ να δω το «Νοσταλγώντας το Φως», το ντοκιμαντέρ του Πατρίτσιο Γκουσμάν στο αγαπημένο Αστυ Παρασκευή απόγευμα. Τα τελευταία χρόνια η τεχνολογία επιτρέπει στον καθένα να πάρει μια κάμερα στο χέρι και να καταγράφει πραγματικότητες που τον συγκινούν, να τις μοντάρει και να τις αποκαλεί ντοκιμαντέρ, ενώ συνήθως είναι – στην καλύτερη – το προσωπικό του σχόλιο για κάτι που απασχολεί τον ίδιο και την παρέα του. Η ταινία κρατά ενενήντα λεπτά. Βγήκα από το σινεμά και πήγα μια βόλτα στην Ακρόπολη: από το λόφο της στην Αθήνα βλέπεις τα αστέρια πιο ωραία. Ο Γκουσμάν, μεταξύ άλλων, μας ζητά να κοιτάζουμε και τ αστέρια: είναι τόσο ωραίο το δημιούργημά του, που δεν ήθελα να του χαλάσω το χατίρι.    

Η πραγματικότητα και η ανάγκη

Στο «Νοσταλγώντας το Φως» ο Γκουσμάν αντλεί την έμπνευσή του από την έρημο Ατακάμα – για την ακρίβεια η έρημος είναι η αφετηρία της αφήγησης. Πρόκειται για μια απέραντη άνυδρη περιοχή που φιλοξενεί, μεταξύ άλλων, μερικά από τα μεγαλύτερα τηλεσκόπια του κόσμου, καθώς λόγω του υψομέτρου και του ανέφελου συνήθως ουρανού που τη σκεπάζει, η αστρονομική παρατήρηση γίνεται εύκολα. Το εξώκοσμο τοπίο κάποιων σημείων της έχει χρησιμοποιηθεί και ως μοντέλο για την προσομοίωση συνθηκών στα εδάφη του πλανήτη Άρη, όπως στην ταινία αναφέρεται. Στην ίδια έρημο, που σημειωτέων έχει μεγαλύτερη έκταση από την Ελλάδα, αρχαιολόγοι διαβάζουν τις γήινες γεωλογικές περιόδους και ανακαλύπτουν πολύτιμα παλαιοντολογικά ευρήματα. Το πλούσιο υπέδαφος της είχε γίνει αιτία για να δημιουργηθούν σε αυτή μερικά μεγάλα ορυχεία το 19ο αιώνα. Η χούντα του Πινοσέτ άνοιξε τις κλειστές αυτές εγκαταστάσεις για να δημιουργήσει στρατόπεδα συγκέντρωσης αντιφρονούντων. Χιλιάδες από αυτούς βρήκαν εκεί το θάνατο και τους πέταξαν στην έρημο που έγινε τάφος τους. Σε αυτή την έρημο, δίπλα από τους αρχαιολόγους και κάτω από τα τηλεσκόπια, γυναίκες ψάχνουν ακόμα και σήμερα αγνοούμενους, αρνούμενες να θάψουν στο παρελθόν, που η έρημος αντιπροσωπεύει, την δική τους ανάγκη για απαντήσεις. Ο Γκουσμάν ισχυρίζεται ότι η Ατακάμα είναι ένα ζωντανό παρελθόν: όσοι ψάχνουν πετρώματα, όσοι παρατηρούν αστέρια κι όσες ψάχνουν τους νεκρούς τους δεν αφήνουν το παρελθόν να σβήσει – άλλωστε, όπως ένας αστρονόμος παρατηρεί στην ταινία, κάθε πράξη μας διαδραματίζεται ελάχιστα πριν τη δούμε, γιατί μπορούμε και βλέπουμε μόνο χάρη στο φως που ταξιδεύει. Και μαζί με αυτό ταξιδεύει και η δική μας ανάγκη να καταλάβουμε τι έχει συμβεί: κάθε πραγματικότητα είναι πίσω μας, λέει, καθώς κάθε πράξη που θα δούμε έχει συμβεί ελάχιστα πριν.     

Σε άνισες διαδρομές

Το ταξίδι σε αυτές τις τρεις παρελθοντικές πραγματικότητες γίνεται με διαδρομές άνισες, αλλά έτσι πρέπει. Τα 90 λεπτά της ταινίας δεν κατανέμονται ισόποσα στην κάθε ιστορία - και δεν θα έπρεπε. Η εξερεύνηση του παρελθόντος του γαλαξία δίνει ωραίες εικόνες αλλά η ταινία δεν είναι ένα καρτ ποστάλ από το διάστημα. Η σπουδή και η δουλειά των αρχαιολόγων αναδεικνύεται λιγότερο γιατί είναι έτσι κι αλλιώς γνωστή. Η βαρύτητα πέφτει στον αγώνα των γυναικών, που ψάχνουν τους θαμμένους συντρόφους, πατεράδες κι αδερφούς με όπλο μοναδικό μια απέραντη ελπίδα – μολονότι, όπως δηλώνει μια από τις πλέον δυναμικές γυναίκες που για αυτό μιλάνε, «η χώρα θέλει να ξεχάσει κι εμείς είμαστε απλά κάποιοι ενοχλητικοί που ψάχνουν στα σκουπίδια, πριν σκουπίδια γίνουμε κι εμείς». Η αφήγηση ωστόσο, επειδή είναι δομημένη σωστά έχει ένα εσωτερικό ρυθμό που σε κρατά καρφωμένο: η ταινία βλέπεται, αλλά κυρίως διαβάζεται. Εχω μόνο μια ένσταση ως προς την κατασκευή της - ένσταση που έχει να κάνει με την τεχνική κι όχι με την ιδεολογική της κατεύθυνση. Για μένα το ντοκιμαντέρ είναι πρώτα καταγραφή και μετά τομή της πραγματικότητας – ο Φίλιππος Κουτσάφτης πχ, που έχει κάνει ένα από τα κορυφαία ντοκιμαντέρ που έχω δει, το μοναδικό «Αγέλαστος Πέτρα», καταγράφει για χρόνια την περιοχή της Ελευσίνας για να διαλέξει από ένα υλικό δεκαετούς καθημερινότητας το είδος των αληθινών εικόνων που χρειάζεται στην αφήγηση: στο «Νοσταλγώντας το Φως» έχω την υποψία ότι κάποιες από τις εικόνες, όπως τα σκαψίματα στην έρημο των γυναικών ή οι πορείες τους σε αυτή, είναι σκηνοθετημένες, ώστε να εξυπηρετήσουν την κεντρική ιδέα. Με άλλα λόγια μου φάνηκε ότι η μυθοπλασία μπήκε λίγο στο φιλμ από την πίσω πόρτα για να τονώσει αρκετά το εσωτερικό του συναίσθημα: δεν είναι λάθος τεχνικά, αφαιρεί όμως, αν έχει συμβεί, κάτι από την συνταρακτική αλήθεια που περιγράφει. Πέρα πάντως από αυτή μου την υποψία ομολογώ ότι το σπουδαίο είναι ότι ο Γκουσμάν δεν χάθηκε στην δεδομένη απεραντοσύνη του θέματος και κατάφερε να στείλει το βαθιά ανθρωπιστικό μήνυμά του στην καρδιά του θεατή. Αν ο Γκουσμάν δεν χάθηκε, κατρακυλώντας στο μελό, είναι γιατί η αριστερή του συνείδηση είναι η πυξίδα του. Κι αυτό ειδικά κάνει το «Νοσταλγώντας το Φως», όχι απλά εξαιρετικά επίκαιρο, αλλά επίκαιρα αναγκαίο.

Η αριστερά ως πυξίδα

Το «Νοσταλγώντας το Φως» είναι μια εξαιρετική απόδειξη ότι η αριστερά ήταν πάντα και πρώτα από όλα μια πυξίδα. Είναι η καλύτερη απόδειξη ότι μια ταινία, μια ιστορία, μια αφήγηση μπορεί να είναι βαθιά αριστερή, χωρίς να μιλά για ουτοπικές επαναστάσεις, ή να καταγγέλλει τον κόσμο ή να χάνεται σε αέναα ιδεολογήματα, που ως κοινό παρονομαστή έχουν τις αυταπάτες. Η αριστερά μπορεί να πραγματεύεται τη μνήμη, την ελπίδα, την αλήθεια, χωρίς να κατρακυλά στο συναισθηματισμό ή να κραυγάζει ψάχνοντας προσοχή. Η αριστερά δεν είναι απλώς ιδεολογία – είναι προσέγγιση, είναι η ερμηνεία του κόσμου – καμιά φορά μάλιστα αυτή η ερμηνεία μπορεί εκτός από επιστημονική να είναι και εσωτερική, να είναι δηλαδή η ματιά σου, η έκφρασή σου, η θέση σου, ο τρόπος που προσεγγίζεις τους ανθρώπους και τις αλήθειες τους. Το «Νοσταλγώντας το Φως», δομημένο με τρόπο που να σε κάνει να καταλαβαίνεις ότι η αλήθεια είναι ευκολότερη, όταν κοιτάς και αναλύεις το παρελθόν κι όχι όταν μ αυτό παίζεις κρυφτούλι, έρχεται να θυμίσει ότι η αριστερά έχει την ευθύνη να μην μας αφήσει να ξεχάσουμε λάθη, αγριότητες και ιστορικά δράματα, γιατί απλούστατα θα τα ξαναβρούμε μπροστά μας. Μιλάω για την πραγματική αριστερά, όχι την αριστερά  του Κατρούγκαλου με τα ποσέ, ή του Σκουρλέτη που αποκαλεί τις ιδιωτικοποιήσεις «αναδιοργάνωση της αγοράς». Μιλάω για μια αριστερά όπως αυτή του Γκουσμάν, βιωματική και ρωμαλέα κι όχι για την αριστερά τη δική μας, την κομμένη και ραμμένη στα χούγια μας, το χειρότερο εκ των οποίων παραμένει η παραμόρφωση της πραγματικότητας, δηλαδή το ψέμα. Στην ταινία του Γκουσμάν, το φως που αυτός νοσταλγεί, είναι η αλήθεια – μια αλήθεια που στη Λατινική Αμερική, όταν είσαι πεισματικά ευαίσθητος, ψάχνεις ως αποκούμπι και παρηγοριά. Μια αλήθεια που μπορεί να βρίσκεται ακόμα και σε μια έρημο ή στα αστέρια, αλλά που όπου κι αν υπάρχει, οφείλεις από  την αναζήτησή της να μην παραιτείσαι ποτέ γιατί αυτό απαιτεί η αριστερά σου.

Στη Λατινική Αμερική αναζητείται η χαμένη αλήθεια δια μέσου της αριστεράς.  Στην Ευρώπη αναζητείται απλώς κάτι λίγο από τη χαμένη αριστερά. Στην Ελλάδα η αριστερά, που κυβερνάει απλά έχει ξεχάσει τι είναι η αριστερά. Ολοι νοσταλγούμε το φως. Ο Γκουσμάν μάλλον δεν το ξέρει, αλλά εκτός από τα μέρη του κι εδώ νοσταλγούμε το φως. Αλλοι ως τυφλοί, άλλοι ως μονίμως χαμένοι…