Ντιέγκο Μέσι Μαραντόνα

Ντιέγκο Μέσι Μαραντόνα

Για όποιον αγαπάει το ποδόσφαιρο και ζει στην Ελλάδα, η εμφάνιση του Μέσι στο ματς της Μπαρτσελόνα με την Τσέλσι είναι καταπραϋντικό: κάτι σαν φάρμακο. Και η υπόλοιπη Ευρώπη, όμως, ενθουσιάστηκε: όλοι έχουμε ανάγκη τον Μέσι και τις μαγείες του στο Τσάμπιονς λιγκ. Όταν η Μπαρτσελόνα αποκλείεται και η διοργάνωση μένει χωρίς αυτόν φτωχαίνει κιόλας, όσο μεγάλα κι αν είναι τα ονόματα των ομάδων που συνεχίζουν. Το ποδόσφαιρο, είναι σαν το θέατρο, υπάρχει για να απολαμβάνουμε πρωταγωνιστές. Το θέμα είναι πως παίζει ο Μέσι κι αν παίζοντας, όπως παίζει, μπορεί η Μπαρτσελόνα να κερδίσει το Τσάμπιονς λιγκ.  

Μια συνεχής μεταβολή παιγνιδιού  

Την παρατήρηση ότι ο Μέσι είναι ένας από τους λίγους παίκτες που θυμάμαι που έχει διαφοροποιήσει τόσες φορές το ρόλο του την είχα κάνει πρώτη φορά το 2014, κάτι μήνες πριν η Μπαρτσελόνα κερδίσει το Τσάμπιονς λιγκ στο Βερολίνο. Είχα δει τότε ζωντανά τον Μέσι σε ένα ματς στο Μάντσεστερ, που η Μπάρτσελόνα έπαιξε κόντρα στην Σίτυ: ήταν πάντα ο Μέσι, αλλά έπαιζε ολότελα διαφορετικά και είχα επισημάνει αυτή τη διαφοροποίηση του παιγνιδιού του – την τρίτη σε μια δεκαετία, πράγμα σπάνιο. Είχα γράψει ότι ο Μέσι ξεκίνησε σαν ταχύτατος δεξής εξτρέμ, βγάζοντας κάποτε από την ενδεκάδα της Μπάρτσα το μεγάλο Λουντοβίκ Ζουλί: ήδη στα 17 του ο Αργεντίνος δεν κρατιόταν! Η έφεσή του στο σκοράρισμα, αλλά, κυρίως, η μεγάλη του διάθεση να παίζει με τη μπάλα, οδήγησαν τον Γκουαρντιόλα κάποτε να τον πάρει από το πλάι και να τον φέρει στον άξονα του γηπέδου. Η θέληση του Μέσι να περνά σχεδόν πάντα η μπάλα από τα πόδια του, οι εντυπωσιακές του συνεργασίες με τον Τσάβι και τον Ινιέστα, η ικανότητα του να βλέπει τις συγκλίσεις των ακραίων κυνηγών (του Βίγια και του Πέδρο στις καλύτερες στιγμές της Μπάρτσελόνα), αλλά και να αξιοποιεί τις χωρίς τη μπάλα προωθήσεις των ακραίων μπακ, δημιούργησαν το δικό του προσωπικό και αποκλειστικό ρόλο. Ο Μέσι που έπαιζε και φορ και οργανωτής, και «εννιά» και «δέκα» και «εννιάμισι» (για να θυμηθούμε τον ωραίο προσδιορισμό της θέσης από τον Μισέλ Πλατινί) είχε τη δυνατότητα, όχι απλά να δημιουργεί και να σκοράρει, αλλά κυρίως να το κάνει παίζοντας πολύ με τη μπάλα, πράγμα που γούσταρε. Αυτό φυσικά είχε ως αποτέλεσμα και κάποιοι να μην χαίρονται ιδιαίτερα παίζοντας δίπλα του: ο Ιμπραϊμοβιτς είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση.

 

 

Στο Μάντσεστερ τότε είχα δει και τον Μέσι να παίρνει τη μπάλα λιγότερο – κυρίως να παίζει διαφορετικά. Τότε έκανε τη διαφορά με μετρημένες τελικές προσπάθειες, χωρίς να είναι δεδομένο πως σε κάθε επίθεση της ομάδας αυτή θα περάσει υποχρεωτικά από τα πόδια του. Τότε είχα γράψει πως ο Μέσι, που είδα με τη Σίτυ, μου θύμισε πάρα πολύ αγωνιστικά τον Ντιέγκο Μάραντόνα και μάλιστα για πρώτη φορά. Ο μεγάλος Ντιέγκο δεν ζητούσε διαρκώς την μπάλα. Δεν ήταν ο πιο κινητικός παίκτης που έχουμε δει: σε σύγκριση, όχι με τον Μέσι, αλλά ακόμα και με τον Κρόιφ, περπατούσε. Όμως το μεγάλο του χαρακτηριστικό ήταν αυτές οι σπάνιες ποιοτικές στιγμές: οι στιγμές που σου έδειχνε (και σε σένα που ήσουν στην εξέδρα, αλλά κυρίως στον αντίπαλό του) ότι είναι από άλλο πλανήτη. Όχι τυχαία ο βασικός στόχος όσων τον αντιμετώπιζαν ήταν να τον βγάλουν από το ματς, υποχρεώνοντάς τον να πάει πολύ πίσω για να πάρει τη μπάλα και ελπίζοντας ότι, αφού την πάρει, δεν θα βρει χώρο να κάνει τα σλάλομ του. Αυτή ακριβώς ήταν η προσπάθεια που έκανε και η Τσέλσι στα δυο ματς φέτος κόντρα στην Μπάρτσα  - χωρίς επιτυχία. Ο Μέσι που και στα δυο ματς κυριολεκτικά περπατούσε, σε τέσσερις πέντε περιπτώσεις πάτησε γκάζι και έκανε τη διαφορά.   

Ιδιο παιγνίδι, ίδιες ενέργειες

Από την ώρα που το παιγνίδι του Μέσι άρχισε να μοιάζει πολύ με το παιγνίδι του Μαραντόνα και κάποιες ενέργειες του θυμίζουν πολύ το Ντιέγκο. Σε εκείνα τα ματς κόντρα στη Σίτυ, το 2013, μια συνεργασία του με το Νεϊμάρ μου είχε θυμίσει την μεγάλη φάση με την ιστορική ασίστ του Μαραντόνα στον Κανίγια στο παιγνίδι με τους Βραζιλιάνους στο μουντιάλ του ‘90. Ο Μέσι μάζεψε πάνω του όλη την άμυνα για να πασάρει αριστοτεχνικά στο Νεϊμάρ, ακριβώς όπως είχε κάνει στο μουντιάλ του ‘90 ο Μαραντόνα, όταν πήρε μαζί του βόλτα τους Βραζιλιάνους για να βγάλει φάτσα με το γκολ τον Κανίγια. Το ίδιο ακριβώς γκολ ξαναείδαμε κόντρα στην Τσέλσι στη φάση του 2-0. Ο Μέσι έκλεψε τη μπάλα, άνοιξε το τούρμπο, μάζεψε πέντε αμυντικούς κοντά του κι ο Ντεμπελέ ολοκλήρωσε ωραία τη φάση. Η μαραντονοποίηση του Μέσι, που ξεκίνησε νομίζω όταν την Μπάρτσα ανέλαβε κάποτε ο Τάτα Μαρτίνο, συνεχίζεται και φέτος την καταλαβαίνουν όλοι για δυο λόγους: ο πρώτος είναι ότι η Μπάρτσα κάνει μικρότερη κατοχή μπάλας κι επομένως και λιγότερες οργανωμένες επιθέσεις κι ο δεύτερος είναι ότι η ομάδα περιμένει πιο πολύ για να έχει καλύτερη κάλυψη στα μετόπισθεν, όπως κάποτε οι ομάδες του Ντιέγκο, δηλαδή η Εθνική Αργεντινής και η Νάπολι.

 

Νομίζω ότι η αλλαγή του παιγνιδιού του Μέσι είχε να κάνει και με την κόπωση των συνεχόμενων ματς και με τους μικροτραυματισμούς του: ο Αργεντίνος προσπαθεί να είναι καθοριστικός παίζοντας με λιγότερη ένταση. Ωστόσο έχει ενδιαφέρον το πώς η Μπαρτσελόνα χειρίζεται αυτή του την ανάγκη. Αποδεικνύεται ότι ο ερχομός του Σουάρες και του Νεϊμάρ αποφασίστηκε κάποτε για να εξυπηρετήσει αυτό το θέλω του: προστέθηκαν δυο βιρτουόζοι στην επίθεση, που να μπορούν να κάνουν την δουλειά που έκανε κάποτε ως «ψευτοεννιάρι» ο Μέσι - ο Βραζιλιάνος δημιουργούσε κιόλας ενώ ο Σουάρες έγινε την Βαρκελώνη ένας κανονικός φορ περιοχής. Η λογική απέδωσε κι ο Μέσι είχε την ευκαιρία να γίνει ένα κανονικό «δεκάρι». Τρία χρόνια αργότερα (και με τον Μέσι να κουβαλάει σχεδόν εκατόν πενήντα ματς παραπάνω) ο Βαλβέρδε μετέβαλε το σχήμα σε 4-4-1-1 για να δώσει στο Μέσι ακόμα πιο πολλές ανάσες, ελπίζοντας ότι οι ποιοτικές στιγμές του θα κάνουν την διαφορά σε μια ομάδα αμυντικά πιο προσεχτική – η Μπάρτσα πρεσάρει λιγότερο, περιμένει πιο πολύ, δεν έχει πρόβλημα ν αφήσει τη μπάλα στον αντίπαλο, όπως έκανε με την Τσέλσι.

Ετσι ούτε ο Μαραντόνα

Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε την συνέχεια. Ο Μέσι ως ακραίος και ως «ψευτοεννιάρι» κέρδισε το Τσάμπιονς λιγκ. Το έκανε και με τον Νεϊμάρ και τον Σουάρες στο πλάι του – έτοιμους να εκμεταλλευτούν τις εμπνεύσεις του, αλλά και να κάνουν και το δικό τους. Φέτος θα επιχειρήσει να το πάρει ως πρώτο και μοναδικό βιολί μιας ομάδας, που δημιουργικά περιμένει μόνο τις στιγμές του, όπως κάποτε η Νάπολι του Ντιέγκο, που στο πάλαι ποτέ Κύπελλο Πρωταθλητριών δεν τα κατάφερε ποτέ – όχι τυχαία. Ακολουθεί το μουντιάλ της Ρωσίας. Ο Λίο είναι πάλι στο δρόμο του Ντιέγκο. Που ποτέ δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα.