Ο Νόλαν ήταν ο καλύτερος της χρονιάς

Ο Νόλαν ήταν ο καλύτερος της χρονιάς

Το Σάββατο συνήθως σας γράφω για κάτι που έχω δει στο σινεμά, αλλά αυτό τον καιρό δεν υπάρχει τίποτα, που να μου ‘χει αρέσει ή να με έχει προβληματίσει τόσο πολύ, ώστε να μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας. Ετσι, αφού άλλωστε διανύουμε μέρες που γίνονται απολογισμοί, θα σας γράψω τις δέκα ταινίες που μου άρεσαν μέσα στη χρονιά που φεύγει, η οποία  σπουδαία δεν ήταν, αλλά όλο και κάτι αφήνει να θυμάσαι. Ομολογώ ότι το πιο δύσκολο σε αυτές τις ανασκοπήσεις είναι να θυμηθείς πότε βγήκαν οι ταινίες, καθώς με τον καιρό όλα στο κεφάλι μπερδεύονται.

Μετά βασάνων και κόπων κατέληξα στη δεκάδα μου.

 

10) Νερούδα, του Πάμπλο Λαραϊν

 

Το είδαν λίγοι, ίσως γιατί οι πολλοί τρόμαξαν από τις κριτικές που το συνόδευσαν. Δεν είναι η βιογραφία του Νερούδα: είναι περισσότερο ένας φόρος τιμής στον μεγάλο ποιητή. Ο Λαραϊν αγαπάει τις βιογραφίες, όσο και τους ηθοποιούς του. Η ατμόσφαιρα είναι ανώτερη της ιστορίας, τα ποιήματα του Νερούδα ωραιότερα από τους διαλόγους, η δράση λιγότερη από την ιστορία. Αλλά στο σύνολο της η ταινία έχει μια παράξενη γλυκιά νοσταλγία, όπως και τα ποιήματα του πρωταγωνιστή της.     

 

9) Διχασμένος του Νάιτ Σιάμαλαν

Περισσότερο και από την ταινία μου άρεσε η εντύπωση πως ο δημιουργός της βγαίνει από το προσωπικό του αδιέξοδο και είναι έτοιμος ξανά για κάτι σπουδαίο. Ο Σιάμαλαν βοηθά τον σπουδαίο Τζέιμς Μακαβόι να δώσει ένα ερμηνευτικό ρεσιτάλ, κατορθώνοντας αυτό που είναι πάντα το μυστικό για ένα καλό θρίλερ: σε παρασύρει και σε υποχρεώνει να το παρακολουθήσεις χωρίς να απαιτείς εξηγήσεις, αληθοφάνεια και ερμηνείες. Θυμάμαι ακόμα την αίθουσα να σωπαίνει όσο τα λεπτά περνούσαν. Και μολονότι μυστικά και ανατροπές δεν υπήρχαν, η ερώτηση «τι διάβολο θα γίνει;» ήταν καρφωμένη στο μυαλό σου από την αρχή.  

   

8) Λόγκαν του Τζέιμς Μάνγκολντ

Η σειρά της Marvel με ήρωα τον Γούλβεριν δεν ήταν και από τις δυνατότερες, παρά την σημαντική προσπάθεια του Χιου Τζάκμαν να δώσει ζωή στον σκληρό, βίαιο και αψυχολόγητο ήρωα, απαλύνοντας τον κομμάτι. Κι, όμως, αυτή η τελείως άνιση σειρά είχε ένα καταπληκτικό φινάλε. Όλα διαδραματίζονται στο 2029, που είναι κοντά και μακριά συγχρόνως. Η ταινία έχει τη δύναμη του ωραίου επιλόγου από την πρώτη της κιόλας σκηνή. Και κάτι μου λέει ότι στο είδος της θα μείνει αξεπέραστη.

 

7) Mother του Ντάρεν Αρονόφσκι

Αλλοι είδαν ένα αριστούργημα, άλλη την μεγαλύτερη σαχλαμάρα της χρονιάς. Εγώ πάλι είδα έναν Αρονόφσκι σε μεγάλη φόρμα, που έκανε πράξη αυτό που ήταν εξ αρχής ο στόχος του, δηλαδή η δημιουργία μιας ταινίας που θα διαλύσει το μυαλό μας απαιτώντας από μας να την βάλουμε σε τάξη. Οποιος την δική του ερμηνεία βρήκε, νομίζω το καταχάρηκε. Η δε τελική της σκηνή, είναι μια στιγμή ανθολογίας. Κι ας με συγχωρήσουν οι γυναίκες για την σαφώς ενοχλητική ισοπέδωση, που την χαρακτηρίζει.  

 

6) H θυσία του Ιερού Ελαφιού, του Γιώργου Λάνθιμου

Με το Λάνθιμο έχω μια σχέση οργής που εξελίσσεται σε σχέση πάθους. Δεν μου άρεσε ο Κυνόδοντας, με κούρασαν οι Αλπεις, χάρηκα τον Αστακό και λάτρεψα την τελευταία του ταινία – ίσως γιατί με βοήθησε να βάλω σε τάξη αρκετά που τότε με ταλαιπωρούσαν. Μου αρέσει που ο Λάνθιμος δεν είναι καθοδηγητής, δεν πατάει ποτέ την μπανανόφλουδα του συναισθηματισμού, δεν ενδιαφέρεται να λύσει απορίες ή να προβάλει ιδεολογήματα. Ισως απλά η ταινία χρειαζόταν ένα λιγότερο πομπώδη τίτλο.  

 

5) Suburra, Υπόγεια Πόλη, του Στέφανο Σολίμα

Βγήκε πέρυσι στην Ελλάδα, αν και νομίζω ότι στην Ιταλία είχε κυκλοφορήσει πριν δυο χρόνια. Ομολογώ ότι είναι η ταινία με την οποία πέρυσι διασκέδασα περισσότερο – ίσως γιατί οι φάτσες που σε αυτή πρωταγωνιστούσαν μου ήταν αρκετά οικίες. Η ιστορία, που βασίζεται σε ένα αστυνομικό best seller, ήταν εξαιρετική, οι ανατροπές όχι και λίγες, το δέσιμο των ιστοριών υποδειγματικό: όχι τυχαία ενθουσιάστηκαν οι άνθρωποι του Netflix κι έφτιαξαν και μια σειρά. Που, όμως, δεν έχει την αυθεντικότητα της γλυκόπικρης αυτής ταινίας.

 

4) Το δίχτυ του Κιμ Κι Ντουκ

Το αγαπάω το ασιατικό σινεμά και κάθε χρόνο στη δεκάδα μου έχω ψηλά μια ταινία που μας έρχεται από κει. Η καλύτερη πέρυσι ήταν αυτή: αφηγείται την Οδύσσεια ενός ψαρά που ταλαιπωρείται από τους Βορειοκορεάτες και τους Νοτιοκορεάτες. Κάποιοι ήθελαν κάτι πιο στρατευμένο: μια ταινία με ιδεολογικό πρόσημο και όχι απλά μια περιγραφή – εμένα πάλι αυτό δεν με χάλασε καθόλου. Η συναρπαστικότητα της ιστορίας μάλιστα έχω την εντύπωση πως προκύπτει ακριβώς γιατί ο δημιουργός κρατά μια πολιτική ίσων αποστάσεων δείχνοντας πως ένας αθώος άνθρωπος μπορεί να γίνει θύμα των μηχανισμών της κάθε ανάλγητης εξουσίας. Ισως η μόνη ταινία της χρονιάς που καθώς οι μέρες περνούσαν μεγάλωσε μέσα μου.         

 

3) Blade Runner 2049 του Ντένις  Βιλνέβ

Η πιθανότητα να βλέπαμε κάτι που θα διαλυόταν από την σύγκριση με το cult αριστούργημα του Ρίντλεϊ Σκοτ ήταν μεγάλη, αλλά ο Βιλνέβ απέφυγε το σκόπελο κι αυτό είναι άξιο συγχαρητηρίων. Το Blade Runner 2049 άντεξε την σύγκριση με το αρχικό για ένα κυρίως λόγο: γιατί είναι εικαστικά αρτιότερο. Ακόμα κι αν η ιστορία στην οποία βασίζεται δεν είναι όσο πρωτότυπη ήταν εκείνη της προηγούμενης ταινίας, η ατμόσφαιρα αρκεί για να σε κάνει να πιστέψεις ότι είδες κάτι αληθινά σπουδαίο. Μια μόνη ένσταση είχα: νομίζω ότι ο Βιλνέβ σεβάστηκε υπερβολικά το αρχικό Blade Runner – αν δεν το είχε σεβαστεί τόσο ίσως και να το ξεπερνούσε.   

2) Loving Vincent, των Ντορότα Κομπιέλα και Χιου Γουέλτσμαν

Όταν η εικαστική δύναμη του σινεμά συναντά την εικαστική δύναμη του Βίνσεντ βαν Γκόνγκ δεν μπορεί παρά να προκύψει κάτι σπουδαίο: και έτσι έγινε. Η ιδέα να ζωντανέψουν οι πίνακες του Βαν Γκόνγκ και να υπάρξει μέσω αυτών η αφήγηση του τέλους της ζωής του ήταν πραγματικά εξαιρετική και η δουλειά που έγινε από δεκάδες ζωγράφους αληθινά υπέροχη. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια εμπειρία από τις σπάνιες: ο θεατής φεύγει από την αίθουσα έχοντας ερωτευτεί τον μεγάλο ζωγράφο στα έργα του οποίου έχει περιπλανηθεί χάρη στην μαγεία του σινεμά. Που κάτι τέτοιες ταινίες υπενθυμίζουν πως αληθινά υπάρχει.

1) Δουνκέρκη του Κρίστοφερ Νόλαν

Ποτέ δεν υπήρξα φανατικός του Νόλαν, αλλά η Δουνκέρκη του είναι αριστούργημα. Η αναπαράσταση της εποχής γίνεται με ένα τρόπο κυριολεκτικά αξιοθαύμαστο: ο Νόλαν είναι σαν να έχει πάει πίσω στη δεκαετία του ’40 και να κινηματογραφεί τα πάντα επί τόπου, έχοντας την δυνατότητα να γυρίσει στην σημερινή εποχή και να αξιοποιήσει κινηματογραφικά το υλικό που έχει φιλμάρει – ομολογώ ότι δεν θυμάμαι τίποτα ανάλογο! Η όλη διαδικασία ξεπερνά την ρεαλιστική αφήγηση των γεγονότων – ο ρεαλισμός είναι απλά η βάση της μυθοπλασίας, αλλά η τελική δημιουργία είναι κάτι που ξεπερνά οτιδήποτε έχουμε ξαναδεί. Ο Νόλαν μας πηγαίνει στη Δουνκέρκη για να μας δείξει το μύθο της. Φωτογραφία, μουσική, μοντάζ, ηθοποιοί υπηρετούν αυτή την ανασύνθεση του ρεαλισμού. Πρόκειται για να μάθημα αφήγησης της σκληρότητας του πολέμου, και την ίδια  στιγμή είναι ένα παράδειγμα τέχνης: της Τέχνη της σκηνοθεσίας.