Ο σκορπιός και ο βάτραχος

Ο σκορπιός και ο βάτραχος

Η επίσκεψη του Ταγίπ Ερτογάν στην Αθήνα μου θύμισε την παλιά εκείνη ιστορία με τον βάτραχο και τον σκορπιό, που του ζητούσε να τον βοηθήσει να περάσει μια λίμνη.

Ποτέ δεν ξέρεις

Ο σκορπιός έφτασε κάποτε μπροστά σε μια μεγάλη λίμνη και ζήτησε από τον βάτραχο να τον αφήσει να ανεβεί πάνω του και να τον περάσει απέναντι. Ο βάτραχος του είπε πως αποκλείεται να το κάνει, γιατί αν ο αυτός τον τσιμπήσει θα πεθάνει. «Μα αν πεθάνεις, θα πνιγώ κι εγώ» του είπε ο σκορπιός και τον έπεισε. Όταν έφτασαν στον κέντρο της λίμνης, ο σκορπιός τον τσίμπησε. Ο βάτραχος, αποσβολωμένος και έκπληκτος, τον ρώτησε γιατί το έκανε, αφού θα πνιγούν και οι δυο. «Μα γιατί έτσι είμαι εγώ», του απάντησε ο σκορπιός. Η ιστορία διδάσκει πως δεν χρειάζεται να έχεις πολλά πολλά  με όσους δεν εμπιστεύεσαι. Οποιες κι αν είναι εγγυήσεις τους, ποτέ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει.

Πάνω από όλα το εγώ του

Το φαινόμενο Ερτογάν το κατάλαβα μερικά χρόνια πριν, όταν βρέθηκα στα βάθη της Τουρκιάς, στο Γκαζιατέπ, που βρίσκεται στα σύνορα με την Συρία και είναι μια πόλη ερτογανική – μια από αυτές στις οποίες ο Ερτογάν παίρνει στις εκλογές 70%. Ο Ερτογάν ήταν σουλτάνος από τότε: ένας σουλτάνος δημοκρατικά εκλεγμένος και τρομερά δημοφιλής, αλλά σουλτάνος. Το Εγώ του ήταν πάνω από όλα. Στην πόλη υπήρχαν τεράστιες εικόνες του παντού, ο κόσμος στηνόταν το μεσημέρι μπροστά στις τηλεοράσεις στους δημόσιους χώρους για να παρακολουθήσει τα διαγγέλματά του, που είχαν όλα σχεδόν ως θέμα την μεγάλη αλλαγή της Τουρκίας. Οι αλλαγές ήταν όντως ευδιάκριτες – οι πόλεις που είχα τότε επισκεφτεί είχαν όλες ένα νεόχτιστο κομμάτι που έμοιαζε σαν αμερικάνικο προάστειο με ουρανοξύστες, τεράστια ξενοδοχεία και δρόμους ταχύτατης κυκλοφορίας, στους οποίους μπορούσες να δεις ένα παππού πάνω σε ένα γάιδαρο, ενώ δίπλα του γκάζωναν αυτοκίνητα με 140 χιλιόμετρα την ώρα. Ο κεμαλισμός ήταν υπό διωγμό και η μεγαλύτερη απόδειξη ήταν η ίδια η παρακμή των κάποτε μεσοαστικών περιοχών: ότι θύμιζε τις κεμαλικές παραδόσεις, είτε πάρκο, είτε σχολείο, είτε νοσοκομείο, είτε ακόμα και μια πλατεία ολόκληρη, ήταν παρατημένο από το ίδιο το Κράτος. Μόνο που παρά τους ουρανοξύστες και τις αμερικανιές καταλάβαινες από τον ίδιο το λόγο του Ερτογάν (κι ακόμα πιο πολύ από τις θεαματικές του παρουσίες…) ότι ο σκοπός του ήταν να πάει την Τουρκία προς τα πίσω, «προς τους ένδοξους καιρούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», όπως του αρέσει να λέει. Δεν είναι καθόλου παράξενο που μοιάζει να έχει ως στόχο την ίδια την Συνθήκη της Λοζάνης, που σφράγισε το τέλος της όποιας τουρκικής φιλοδοξίας. Ο Ερτογάν έχει ως στόχο την ίδια την αλλαγή της τουρκικής ιστορίας: το κομμάτι της, μετά το 1918, το βλέπει ως το χρονικό μιας μεγάλης ήττας. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί είναι να βάλει κάθε ζήτημα στο τραπέζι με την αλαζονεία της επιθετικότητας του: προκαλώ, δημιουργώ ένα πρόβλημα, κάθομαι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, επιθυμώντας να ορίσω την ατζέντα. Το κανε με τους Ρώσσους, το κάνε με την Μέρκελ, το προσπαθεί με τους Αμερικάνους: μπορεί να μην το κατορθώνει πάντα, αλλά το άνοιγμα μιας συζήτησης μετά από μια ρήξη, ή μια περίοδο έντασης, είναι η μόνιμη στρατηγική του. Είναι η στρατηγική ενός νταή, που μπορεί να δημιουργήσει ένα ζήτημα. Κι ας μην υπάρχει αυτό.

 

Το μεγάλο κάδρο

Όταν ένας Τούρκος αξιωματούχος έρχεται στην Αθήνα δεν υπάρχει κυβέρνηση και αντιπολίτευση: υπάρχει η Ελλάδα και οι εκπρόσωποί της. Διαβάζω διάφορα για το τι ειπώθηκε, το πόσο καλές ή άστοχες ήταν οι συζητήσεις, οι απαντήσεις, οι επαφές.  Ομως πέρα από τις λεπτομέρειες υπάρχει και το μεγάλο κάδρο – πρώτα από όλα η ίδια η σημειολογία της επίσκεψης. Ο Ερτογάν, αποκλεισμένος σχεδόν από όλους αυτό τον καιρό αφού επιδιώκει ρήξεις και μόνο ώστε να πετύχει τους συμβιβασμούς που έχει κατά νου, βρήκε εδώ ένα παλκοσένικο προβολής του μεγάλου Εγώ του. Πρώτα πρώτα ήρθε με το «έτσι το θέλω»: η Κύρα Αδάμ, που στην Ελευθεροτυπία έγραφε όχι στις εφημερίδες της διαπλοκής, είπε ότι ούτε λίγο ούτε πολύ εξήγησε στους δικούς μας πως αν δεν τον καλέσουν επίσημα, θα πάρει το αεροπλάνο και θα πάει στη Θράκη να κάνει περιοδεία ως απλός πολίτης της γειτονικής χώρας! Ο τρόπος που διάλεξε να ρθει, συνοδευόμενος από τα ελληνικά F 16, πράγμα που δεν ζήτησε ούτε ο Μπάρακ Ομπάμα, υπήρξε ο πιο θεαματικός. Ακόμα και το στεφάνι με την τεράστια ημισέληνο, που κατέθεσε στον Αγνωστο Στρατιώτη, ήταν προσεχτικά επιλεγμένο για να μας δείξει ποιος είναι. Το χειρότερο ήταν φυσικά ο επιθετικός λόγος του: ο εκπρόσωπος της Τουρκίας, της χώρας που ξερίζωσε την ελληνική μειονότητα στην Πόλη, στα μικρασιατικά παράλια και στην Τραπεζούντα, μας κουνούσε διαρκώς το δάχτυλο, θυμίζοντας μας τις αποφάσεις του διεθνούς δικαστηρίου για την μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης και μας ζήτησε και τα ρέστα για την μη έκδοσή των οκτώ στρατιωτικών που ζήτησαν πολιτικό άσυλο – είπε, μάλιστα, ότι με αυτά τα ζητήματα δεν πρέπει να ασχολείται η δικαιοσύνη γιατί «χάνεται χρόνος». Η επιλογή του τζαμιού στο οποίο πήγε να προσευχηθεί, οι συστηματικές παραβάσεις του πρωτοκόλλου σε ό,τι είχε να κάνει με τους χρόνους και την διάρκεια των συζητήσεων, η προσωπική φρουρά των διακοσίων ανθρώπων του, ακόμα και τα αυτοκίνητα που διάλεξε για να μετακινηθεί, έδειχναν ότι όλα στην επίσκεψη του ήταν προσεχτικά σχεδιασμένα, βασισμένα και στην δύναμη της εικόνας: την έκανε την επίσκεψη να μοιάζει με στρατιωτική επιθεώρηση πιο πολύ από διπλωματική αποστολή. Το χειρότερο είναι ότι ανάγκασε την ελληνική διπλωματία να παίζει άμυνα, να χαίρεται γιατί έδινε απαντήσεις σε ζητήματα που αυτός διαρκώς έβαζε στο τραπέζι.

Τέσσερις άξονες

Για χρόνια η ελληνική διπλωματία, στις συζητήσεις της με τους Τούρκους βασιζόταν σε τέσσερεις απλούς άξονες. Η Ελλάδα έβαζε πάντα όρους στους Τούρκους, όταν ξεκινούσε μια συζήτηση για μια πιθανή ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Απαιτούσε μια δίκαιη λύση για το Κυπριακό. Ηταν διατεθειμένη  για μια πιθανή προσφυγή στη Χάγη για την υφαλοκρηπίδα κι έδειχνε την καλύτερη διάθεση για εμπορικές συμφωνίες. Αυτά και τέρμα. Αυτή τη φορά φτάσαμε να μιλάμε για ένα σωρό άλλα: την συνθήκη της Λωζάνης, τα τζαμιά που υπάρχουν στην Ελλάδα, τις εκλογές των μουφτίδων, τα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας, την επιστροφή των αντιφρονούντων, που μάλιστα ο Ερτογάν είπε ότι του την είχαμε υποσχεθεί κιόλας. Ακόμα και στις αναφορές του στο Κυπριακό φανήκαμε απολογούμενοι – αν είναι ποτέ δυνατόν. Οποιος μάλιστα εκθείασε τη γενικότερη ελληνική στάση αναφέρθηκε σε «αποκρούσεις» και «καλές απαντήσεις». Από πότε έγινε αυτό η εθνική μας στρατηγική; 

Κουνώντας το δάχτυλο

Ο Ερτογάν, που εκμεταλλεύτηκε το αποτυχημένο πραξικόπημα για να στήσει ένα πραγματικά σκληρό καθεστώς στην Τουρκία, ήρθε στην Ελλάδα για να μας κουνήσει το δάχτυλο, σίγουρος πως ότι κι αν γίνει θα χει πετύχει το σκοπό του. Αν δεν λέγαμε τίποτα θα βγάζαμε την εικόνα των ραγιάδων: έτσι κατά βάθος μας βλέπει. Αν του το κουνούσαμε κι εμείς θα ανέβαζε ακόμα πιο ψηλά τους τόνους, σίγουρος ότι εκπροσωπεί μια χώρα που παίζει επιθετικά, και έχει στόχους μαξιμαλιστικούς και μακροχρόνιους. Ο Ερτογάν παίζει με πιο δυνατούς απο εμάς ρισκάροντας. Δεν ξέρω αν είναι όντως ένας επικίνδυνος σκορπιός. Με πειράζει που φανήκαμε όμως κομμάτι βάτραχοι…