Ο Τομ Κρουζ βρικολάκιασε

Ο Τομ Κρουζ βρικολάκιασε

Είχα αφήσει καλοκαιριάτικα τον Τομ Κρουζ στα υπόγεια του Λονδίνου να κυνηγάει ως απέθαντος μια Μούμια και τον ξαναβρήκα στα μέσα Σεπτέμβρη να υποδύεται τον Μπάρι Σιλ στην τελευταία ταινία του καλού επαγγελματία Νταγκ Λίμαν, που τον γνωρίσαμε, το μακρινό 2002, χάρη στον Τζέισον Μπορν και τις περιπέτειες του – ταινία που έχει τον τίτλο American Made και είναι μάλλον ό,τι καλύτερο παίζεται στις αίθουσες μαζί με το «Ντιτρόιτ» της Κάθριν Μπίγκελοου. Όταν έχει «Νύχτες Πρεμιέρας» δεν βγαίνει σχεδόν τίποτα και είναι λογικό γιατί όλοι τρέχουμε να δούμε κάτι σε αυτές.

 

Ο Τομ Κρουζ είναι αυτή τη φορά πιο κεφάτος, δεν κάνει απλά μια αρπαχτή και μοιάζει να χαίρεται τον ρόλο του Μπάρι Σιλ. Για όποιον αναρωτιέται ποιος είναι ο Μπάρι Σιλ πρέπει να πω ότι είναι ένας Αμερικάνος πιλότος αεροπλάνων, που παρατάει την ΤWA για να δουλέψει με τη CIA και το καρτέλ του Μεντεγίν συγχρόνως, κάνοντας εισαγωγή κοκαΐνης στις ΗΠΑ για κάμποσα χρόνια. Με άλλα λόγια μιλάμε για ένα ρεμάλι που ‘χει βγάλει του κόσμου τα λεφτά στα 80’ς. Για την ακρίβεια για ένα ακόμα μεγάλο ρεμάλι, του οποίου η ζωή ενθουσίασε τους παραγωγούς, όταν αυτοί έμαθαν τις λεπτομέρειές της. Ενα  ξεχασμένο ρεμάλι που επέστεψε στην επικαιρότητα .

Ταινίες για ήρωες ρεμάλια

Αν τα τελευταία χρόνια βλέπουμε συνεχώς ταινίες με «ήρωες ρεμάλια» είναι γιατί μας γοητεύουν κι ομολογώ πως για το γιατί προβληματίστηκα. Δεν γοητεύουν μόνο τους παραγωγούς του σινεμά αυτές οι ιστορίες: αν κι εμείς δεν τσιμπούσαμε, πολλές ανάλογες ταινίες δεν θα είχαν γυριστεί. Τα τελευταία χρόνια βγαίνει μια τέτοια κάθε χρόνο και κάνει και σουξέ – το πιο μεγάλο ήταν «ο Λύκος της Γουόλ Στριτ». Η ηρωοποίηση  του καθάρματος είναι, ειδικά στο σινεμά, μια παλιά συνταγή επιτυχίας: ο Χίτσκοκ έλεγε ότι όσο πιο επιτυχημένος είναι ο κακός τόσο καλύτερη η ταινία. Όμως συνήθως είχαμε να κάνουμε με κακούς κατασκευασμένους από τη φαντασία των σεναριογράφων και όχι με αληθινές ιστορίες: όταν κάποιος αποφάσιζε να ασχοληθεί με ένα υπαρκτό ιστορικά πρόσωπο, είτε το έκανε για να προβάλει το διαβολικό χαρακτήρα του ήρωα, είτε για να ηθικολογήσει υποστηρίζοντας πως στο τέλος υπάρχει κάποιου τύπου καλό μέσα του που βγαίνει στο φως. Αν αυτό δεν υπάρχει, η τιμωρία του έρχεται νομοτελειακά συνήθως ως εξευτελισμός. Με άλλα λόγια για χρόνια υπήρχε ηρωοποίηση, αλλά όχι ωραιοποίηση: οι γκάγκστερ ήταν θεαματικά αιμοβόροι, αλλά ακόμα κι αν ο νόμος δεν τους άγγιζε, υπήρχε ένας σκοτεινός, καθολικός ή προτεστάντης Θεός για να τους τιμωρήσει με τα μπράβο του κόσμου. Και σιγά σιγά όλα άλλαξαν.

Η παραγραφή της ιστορίας

Στο «American Made» ο ήρωας δεν είναι η απόδειξη ότι το αμερικάνικο όνειρο υπάρχει και μπορεί να γίνει πραγματικότητα, έστω και με την βοήθεια του Εσκομπάρ: είναι ένας τύπος που μπλέκει σε μια περιπέτεια εξαιρετικά μεγάλη για τα όποια κυβικά του. Η Αμερική των 80’s, που είναι το σκηνικό της ιστορίας, δεν έχει τίποτα το ιδιαιτέρως γοητευτικό: υπάρχουν ο Ρόναλντ Ρήγκαν και η Νάνσυ, οι Σαντινίστας και οι Κόντρας, η αντικομουνιστική υστερία γιατί ακόμα βρισκόμαστε στον καιρό του Ψυχρού Πολέμου, οι μυστικές υπηρεσίες που αποτελούνται από χαρτογιακάδες κι όχι από ωραίους Τζέιμς Μποντ.

 

Ο Μπάρι Σιλ στρατολογείται,  μάλλον γιατί δυσκολεύεται να πει όχι σε μια καλή οικονομική πρόταση – δεν σας αποκαλύπτω κανένα μυστικό αυτά είναι τα πρώτα πέντε λεπτά της ταινίας. Ο τύπος βγάζει του κόσμου τα λεφτά, αλλά ούτε καν τα χαίρεται: από ένα σημείο κι έπειτα αναρωτιέσαι γιατί εξακολουθεί να κάνει μια βρωμοδουλειά που γίνεται ολοένα και χειρότερη. Στο μεταξύ πείθεσαι ότι πρόκειται για ένα καλό οικογενειάρχη, ότι απλά βλέπεις κάποιον που προσπαθεί να επιβιώσει περιτριγυρισμένος από τύπους επικίνδυνους και φτάνεις σχεδόν να τον συμπονάς για τα προβλήματά του: κι ας είναι η κοκαΐνη που έχει μεταφέρει αρκετή για να σκεπάσει ολόκληρη την Καλιφόρνια σαν χιονοστιβάδα! Η ικανότητα του αμερικάνικου σινεμά να κερδίζει την συμπάθεια του θεατή για ρεμάλια και καθάρματα είναι μια ωραία παραγραφή της ιστορίας. Θεαματική παραγραφή, αλλά και επικίνδυνη.

Σαν επεισόδιο του Narcos

O Τομ Κρουζ μου έδωσε την εντύπωση ότι διασκέδασε δείχνοντάς μας ότι το παληκαράκι του Τοp Gun όταν μεγάλωσε έκανε άλλες δουλειές. Ετσι αγέραστος όπως είναι μου μοιάζει ότι είναι η ίδια η δεκαετία του ’80, που κατά κάποιο τρόπο βρικολάκιασε.  Το «American Made» θα ήθελε να είναι ο «νέος Λύκος της Γουολ Στριτ», μολονότι ο βασικός του ήρωας, ο Μπάρι Σιλ δεν έχει μεγάλη σχέση με τον Τζόρνταν Μπέλφορντ.

 

Ο Τομ Κρουζ υπηρέτησε τον ρόλο, όσο καλά το έκανε και ο Ντι Κάπριο – η δική ιστορία του Σιλ είναι σαφώς πιο ανθρώπινη από εκείνη του χρηματιστή, αλλά και κομμάτι περισσότερο απίθανη: πιο πολύπλοκη, αλλά λιγότερο θεαματική, μολονότι και στις δυο περιπτώσεις το θέμα είναι η ευκολία με την οποία μπορεί να βγάζεις βρώμικα χρήματα με σύμμαχο – κατά κάποιο τρόπο – ένα Κράτος, που με παραλείψεις και αναλγησία, στο επιτρέπει. Το «American Made» θα μπορούσε να είναι ένα θεαματικό επεισόδιο της σειράς Narcos: είναι γεμάτο από χαρακτήρες που στη σειρά εμφανίζονται και έχει την ίδια παράξενη τοξικότητα που έχει και η σειρά – στη σειρά ηρωοποιείται ο Εσκομπάρ, εδώ ωραιοποιείται ένα τσιράκι του. Αυτός είναι ο μόνος σοβαρός προβληματισμός, που μου άφησε η ταινία: αν λιμάρεις τα κουσούρια ενός καθάρματος, είναι δεδομένο ότι θα μείνει μόνο η σαγηνευτικά περιπετειώδης πλευρά του, αλλά γιατί κάποιος να το κάνει; Και δεν πρέπει, αν ακόμα ο παραγωγός ή ο δημιουργός, αποφασίζει να το κάνει, να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τη ζημιά που έκανε το κάθαρμα ή έστω την επικινδυνότητα του; Είναι ερωτήσεις παλιές, όσο και η ίδια η τέχνη της αφήγησης στην οποιαδήποτε μορφή της.

Η αφήγηση στο «American Made» είναι ωραία. Η παραγωγή άψογη. Η φωτογραφία καταπληκτική. Αλλά η κεντρική ιδέα, όταν έφτασα να αγωνιώ για τον Σιλ, με τρόμαξε…