Οι περιπλανήσεις του Φοίβου Δεληβοριά

Οι περιπλανήσεις του Φοίβου Δεληβοριά

Το χθεσινό βράδυ έπρεπε να είναι το τελευταίο Σάββατο των εφετινών χειμωνιάτικων εμφανίσεων του Φοίβου Δεληβοριά στο πάντα φιλόξενο Passport στον Κεραμικό, αλλά οι εμφανίσεις του πήραν παράταση κι αυτό μόνο έκπληξη δεν είναι. Για να βρω τραπέζι, όταν πήγα, χρειάστηκα μεγάλα μέσα: δεν υπήρχε τίποτα. Θα σας πρότεινα να μην τον χάσετε, αλλά οι πιστοί το ξέρετε ήδη. Το ίδιο αδιαχώρητο υπήρχε καλοκαιριάτικα συνήθως και στην Ταράτσα του, στο πρόγραμμα που είχε στήσει κάτω από τα αστέρια στην Ιερά Οδό, φιλοξενώντας για ένα διήμερο κάθε εβδομάδα τους φίλους του: οι καλεσμένοι ήταν διαφορετικοί - είχα πάει κάμποσες φορές. Τώρα εμφανίζεται με την Μαρίνα «Μάντισσα» Σάττι και τις Φωνές. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα διαφορά μεταξύ των δυο: η Μαρίνα ανήκει στην κατηγορία των κοριτσιών που θα δείχνουν πάντα μικρότερα από την ηλικία τους, ενώ ο Δεληβοριάς νομίζω ότι πάντα ήθελε να δείχνει λίγο μεγαλύτερος – πράγμα που δεν θα έπρεπε, αφού κάποιος που έχει το όμορφο και σπάνιο όνομα «Φοίβος», οφείλει να μείνει νέος για πάντα. Θυμάμαι την πρώτη φορά που τον είχα δει, κάπου στην Αλεξάνδρας πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, ν’ ανοίγει ένα πρόγραμμα του Διονύση Σαββόπουλου, με τον οποίο ντουετάρανε υπέροχα στην «Κίκη κάθε βράδυ» - ρωτούσα «ποιο είναι αυτό το μικρομέγαλο παιδί». Τώρα πια το παιδί είναι μεγάλο. Οσο μεγάλο πρέπει, όσο μεγάλο πάντα θα θελε.

 

Είναι δώρο να σε αγαπάνε

Ο Δεληβοριάς έχει την τεράστια τύχη να μην λέει άνθρωπος τίποτα κακό για αυτόν: αν κρίνω από το τι μπορεί να πάθεις από το κακό μάτι των ανθρώπων, η τύχη του είναι μοναδική. Μου χει τύχει φίλοι ν’ αδιαφορούν για τα τραγούδια του και τη μουσική του – συνήθως γιατί συμβαίνει να μην τα ξέρουν. Δεν μου χει τύχει κανείς που να τον αποκαλέσει «ατάλαντο» ή «καβαλημένο» ή «αντιπαθητικό». Ο Δεληβοριάς, χάρη στη δουλειά του, έχει κερδίσει το δώρο να τον αγαπάμε πολύ όλοι όσοι τον γνωρίζουμε, χωρίς να μας πουλάει ότι είναι ένας από μας. Δεν είναι ένας από μας, γιατί κανένας μας δεν θα μπορούσε να γράψει τον «Μπάσταρδο γιό», να σκεφτεί την Σκουφά με βοσκοτόπια, ή να βρει το κουράγιο να πει για μια γυναίκα που έχασε, πως έμαθε πως είναι πιο όμορφη απ’ ό,τι ήταν και πως πλέον είναι «όλα όσα θα `θελαν όλοι να ζήσουν». Εμάς, ειδικά αυτό το τελευταίο, ο εγωισμός μας δεν θα μας επέτρεπε ούτε να το σκεφτούμε. Ο Δεληβοριάς πορεύεται τον δικό του προσωπικό δρόμο χωρίς να μας κολακεύει ή να μας κάνει με τα τραγούδια του κηρύγματα: στην καλύτερη των περιπτώσεων μπορεί να μοιραστεί μαζί μας λίγη από την νοσταλγία για όσα δεν έζησε ή να μας εξομολογηθεί ότι η γυναίκα του Πατώκου είναι κάτι το σπάνιο, κι ας μην την ξέρουν τα περιοδικά.

Πως γεννήθηκαν τα τραγούδια

Ο Δεληβοριάς δεν γράφει τραγούδια – κάθε φορά αφηγείται τις προσωπικές του βόλτες στη ζωή ζητώντας μας απλά λίγη προσοχή: για αυτό βγάζει δίσκους σπάνια γιατί πρέπει να περιπλανηθεί πρώτα. Δεν πουλάει μεγάλα σουξέ, δεν μπαίνει μπροστά από τις μεγάλες μάζες, αλλά δεν κάθεται και πίσω και μακριά τους για να δείξει με κάποιου τύπου χαριτωμένη σνομπαρία ότι είναι εστέτ και διαφορετικός. Είναι ένας ωραίος τύπος που πορεύεται χαμηλόφωνα κοντά μας, όχι για να τραγουδήσει τους πόνους μας ή τις παρεξηγημένες αγάπες μας, αλλά για να μας πείσει για την αλήθεια των όσων, ως ωραίος παραμυθάς, μας διηγείται. Αλλωστε σε κάθε πρόγραμμά του μας λέει και τις ιστορίες του, που εξηγούν πως γεννήθηκαν τα τραγούδια τους.

Φυσικά όπως όλοι οι παραμυθάδες υπερβάλει, αφού ισχυρίζεται πως βλέπει λουλακί παραθυράκια στα ταξί και στα τρόλεϊ κι ορκίζεται πως ξέρει ένα σκύλο στο Κολωνάκι που γνωρίζουν όλοι οι γκέι μόδιστροι, αλλά πάντα έβρισκα αδύνατο να αδιαφορήσεις για τις περίπλοκες ονειροχτυπημένες εξομολογήσεις του. Ο Δεληβοριάς δεν σου τραγουδάει - σε πείθει για όλα. Ακούγοντας τον δεν έχεις την παραμικρή αντίρρηση ότι έχει ένα καθρέφτη διαρκώς μπροστά του και ψάχνεις να δεις μήπως έχεις κι εσύ ένα δικό σου και δεν το χεις προσέξει. Επίσης συμφωνείς μαζί του ότι η ζωή μόνο έτσι είναι ωραία κι ας μην έχεις καταλάβει το πώς ακριβώς. Τέλος δεν τολμάς να του φέρεις αντίρρηση ότι μια σειρά από θαύματα έχουν συμβεί στην Καλλιθέα κι ας σου φαίνεται εσένα η συγκεκριμένη γειτονιά λιγάκι μουντή σαν  κακομαθημένη γεροντοκόρη, που ζηλεύει τη Νέα Σμύρνη, που μεγάλωσε δίπλα της.

Κοιτάζω τον κόσμο

Κάθε φορά που πάω σε ένα μαγαζί που εμφανίζεται κοιτάζω πάντα τον κόσμο, που έχει πάει να τον ακούσει και καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα: δεν υπάρχει ένα κοινό συγκεκριμένο που τον ακούει, αλλά διάφοροι άνθρωποι κάθε ηλικίας, που τον έχουν ανακαλύψει μεμονωμένα κι έχουν υπνωτιστεί από τις νότες και τους στίχους του για λόγους διαφορετικούς, που ίσως και να δυσκολεύονται να εξηγήσουν. Στην Ταράτσα, ένα καλοκαιρινό βράδυ, δίπλα σε κοριτσόπουλα που τραγουδούσαν το «αυτή που περνάει» φαντασιώνοντας ότι είναι γραμμένο για χάρη τους, και χωρισμένους μεσήλικες που θυμόντουσαν «εκείνη που στα αστέρια έβλεπε μόνο ζώδια», υπήρχε μια παρέα ιερέων (!) με τις παπαδιές τους, που ήξεραν όλους τους στίχους των τραγουδιών του και φώναζαν με πάθος «πηδάς και σκοτώνεσαι», όταν άκουσαν για μια ακόμα φορά όλα όσα του χει κάνει η μόνη «Εκείνη», που άξιζε πραγματικά να γίνει τραγούδι. Ομολογώ ότι όταν πέρασαν κάτι μέρες πίστευα ότι το τραπέζι των παπαφοίβων δεν υπήρξε, πως το φαντάστηκα, αφού όταν μπλέξεις στους λαβύρινθους του Δεληβοριά μπορείς να δεις τα πάντα – ακόμα και τα αστεράκια τα φλεγόμενα, αλλά με καθησύχασαν οι υπόλοιποι της παρέας μου ότι η σκηνή ήταν αληθινή, γιατί όλα είναι αληθινά στο Φοίβο: μπορεί και της καρδιάς τα επεισόδια να τα δεις στην Tv.

Θα του το πω καμιά φορά

Τον έχω τρακάρει μερικές φορές σε κοινές παρέες: η Αθήνα είναι μια πόλη μικρή και κάποιοι άνθρωποι είναι μάλλον δεδομένο ότι θα συναντηθούνε. Ηθελα να του πω ότι αν είχαμε κι άλλους σαν αυτόν πιθανότατα θα ζούσαμε σε μια πιο ωραία εποχή ή θα μαθαίναμε να  βλέπουμε τα πάντα πιο ωραία, όπως αυτός την Καλλιθέα του. Ηθελα να του έλεγα πως δεν πήγα κι εγώ στην Οδό Ονείρων ή στο απέναντι του Μίκη και πως σίγουρα δεν έριξα ούτε μια γαρδένια στον Γρηγόρη Μπιθικώτση, ούτε κινδύνευσε από πιάτο μου η Βίκυ Μοσχολιού, αλλά ότι δεν με νοιάζει γιατί μου αρκεί που έχω περάσει πολλές ωραίες βραδιές ακούγοντας τον και μουρμουρίζοντας μαζί του.

Δεν του το είπα και του το λέω εδώ, δημόσια και μεταξύ φίλων: δεν το νοσταλγώ το ρημάδι το αγέννητο χθες, γιατί έχω τον Φοίβο Δεληβοριά του δικού μου σήμερα…