Περαστικά...

Περαστικά...

Ας πούμε και δυο πράγματα για τις ρεβάνς των ημιτελικών του κυπέλλου – πλάκα είχαν. Πρώτα από όλα είναι πραγματικά ωραίο ότι έγιναν σε γήπεδα που πλημύρισαν από κόσμο – πράγμα που από μόνο του δείχνει τη δύναμη του ποδοσφαίρου στην χώρα μας: ο μέσος οπαδός ψήνεται εύκολα και τρέχει στο γήπεδο με την προσδοκία μιας νίκης, ακόμα και σε ματς που γίνονται για κάτι δευτερεύον. Αυτό είναι παρήγορο.  Δεν υπάρχει πρόβλημα κοινού στην Ελλάδα: το πρόβλημα είναι ότι οι ελληνικές ομάδες αυτό το κοινό που κατά καιρούς παρουσιάζεται δεν ξέρουν πώς να το κρατήσουν. Στην ΑΕΚ π.χ φάνηκαν να κάνουν ό,τι ήταν δυνατό για να ξενερώσουν τον κόσμο.

Καμία γιορτή, μόνο φόβος

Η ΑΕΚ προκρίθηκε στον τελικό, αλλά ούτε γιορτή έγινε στο ΟΑΚΑ, ούτε θριάμβους έστω της μιας βραδιάς έζησε ο κόσμος που πήγε να της συμπαρασταθεί. Ο Χιμένεθ έπαιξε με 7 παίκτες πίσω από τη σέντρα σε όλο το ματς και με βαθιές μπαλιές στον Αραούχο, σαν η ομάδα του να αγωνίζεται εκτός έδρας. Σε όλο το δεύτερο ημίχρονο έφτιαξε μια μόλις επίθεση της προκοπής και τελείωσε το ματς σκορπώντας στις εξέδρες καρδιοχτύπι και μόνο. Ολο αυτό θα ήταν έως και κατανοητό, αν δεν είχε προηγηθεί και το ματς με τον Ολυμπιακό στο πρωτάθλημα, επίσης σε ένα καυτό ΟΑΚΑ. Και τότε η ΑΕΚ έπαιξε με τον ίδιο περίπου τρόπο, δηλαδή με ένα φόβο τεράστιο. Αυτή η ΑΕΚ είχε λιγότερο κουράγιο ακόμα και από την ομάδα του Δέλλα που κάποτε παραλίγο ν αποκλείσει τον Ολυμπιακό μολονότι αγωνιζόταν στη Β΄ Εθνική. Θα περίμενε κανείς μετά τη νίκη στο Καραϊσκάκη να παίξει όχι απλά για να κερδίσει, αλλά για να συντρίψει τον πρωταθλητή, όταν όμως έχεις κερδίσει ένα πρώτο ματς χάρη στα δοκάρια και τους διαιτητές κάπως έτσι συμβαίνει: προσπαθείς να ελαχιστοποιήσεις τους κινδύνους επιδιώκοντας να περιορίσεις τον αντίπαλο, γιατί τον φοβάσαι. Αν η ΑΕΚ φοβηθεί το ίδιο τον ΠΑΟΚ και στον τελικό θα χάσει – όπως άλλωστε έχασε και την Τετάρτη.

Η σωστή σύνθεση μια εβδομάδα μετά

Ο Ολυμπιακός δεν ήταν σπουδαίος αλλά ήρεμος και πεισματάρης, γιατί τη δουλειά του την έκανε έχοντας κατακτήσει το πρωτάθλημα. Πήγε για να χαλάσει τη γιορτή, να δείξει γιατί είναι πρωταθλητής και να τρομάξει την ΑΕΚ τιμωρώντας την έπαρσή της: στο τέλος θα μπορούσε και να προκριθεί – κανείς δεν θα έλεγε ότι δεν το άξιζε. Το δοκάρι του Καρντόσο, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, τον έσωσε από το χειρότερο, δηλαδή από την υπερεκτίμηση μιας πρόκρισης απέναντι σε μια ομάδα παράλυτη από το φόβο: με τις υπερβολές που συνοδεύουν κάθε επιτυχία, (ακόμα και μια πρόκριση στον τελικό του κυπέλλου, που δεν σημαίνει συνήθως απολύτως τίποτα για μια μεγάλη ομάδα…), είναι πολύ πιθανό να κατέληγαν στον Πειραιά στο συμπέρασμα ότι η ομάδα δεν χρειάζεται και πολλά, ότι η λύση στα προβλήματα ήταν ο Τάκης Λεμονής, ότι με δυο τρεις προσθήκες είμαστε εντάξει κτλ. Η αποτυχία της κατάκτησης του νταμπλ μπορεί να κάνει καλό στον Ολυμπιακό: να τον θυμώσει ενόψει της νέας σεζόν, να του ανοίξει τα μάτια, να τον κάνει να αναθεωρήσει και να προβληματιστεί για διάφορες επιλογές κι όχι μόνο αγωνιστικές. Αν θα κρατούσα κάτι στα αγωνιστικά είναι ότι, ενώ ο Χιμένεθ παρέταξε την ίδια ενδεκάδα με την οποία έπαιξε στο Καραϊσκάκη (λανθασμένα γιατί τώρα το ματς ήταν διαφορετικό), ο Λεμονής που προβληματίστηκε βρήκε αυτή τη φορά και τους κατάλληλους έντεκα και το κατάλληλο σχήμα: οι τρεις πραγματικοί χαφ μπροστά από την άμυνα (Ρομαό, Μαρτίνς, Καμπιάσο) ήταν το μυστικό ενός καλού παιγνιδιού, διότι εκμηδένισαν τους μέσους της ΑΕΚ (ειδικά τον Μάνταλο και τον Γιόχανσον), έλεγξαν την μπάλα και έτρεξαν την Ενωση πολύ. Η ποιοτική ανωτερότητα του Ολυμπιακού φάνηκε γιατί αυτή τη φορά υπήρχαν περισσότεροι «νεροκουβαλητές». Ακόμα και η άμυνα, με το Ρέτσο και τον Ντε Λα Μπέγια στις θέσεις τους, ήταν άψογη, παρά τη νευρικότητα του Καπίνο.

Μεταμόρφωση στο β΄ ημίχρονο

Το δεύτερο ματς ήταν περισσότερο δραματικό γιατί έπαιζαν σε αυτό δυο ομάδες, που ήθελαν, κατακτώντας το κύπελλο, να σώσουν την σεζόν τους. Προκρίθηκε ο ΠΑΟΚ γιατί αξιοποίησε το δικό του καλό ημίχρονο, το δεύτερο του αγώνα. Ο Ιβιτς άλλαξε τον αναιμικό Γουάρντα με τον Μπίσεσβαρ και η μεταμόρφωση του ΠΑΟΚ υπήρξε πλήρης. Όταν ο ΠΑΟ έμεινε με δέκα παίκτες μετά την αποβολή του Χουλτ κατέρρευσε – κι αυτός ήταν ο ένας λόγος της συντριβής του. Ο δεύτερος είναι ότι καιρό τώρα παίζει καλά σε ένα μόνο ημίχρονο: το πρώτο του στην Τούμπα ήταν εξαιρετικό, αλλά με τον Κλωναρίδη να χάνει τα άχαστα ο ΠΑΟ δεν βρήκε το γκολ που έψαχνε και άξιζε. Ο ΠΑΟΚ με πρωταγωνιστές τον Πέλκα και τον Γλύκο προηγήθηκε κόντρα στη ροή του ματς και άντεξε παρόλο που για 45 λεπτά η απροστάτευτη άμυνά του πελαγοδρομούσε. Στο β ημίχρονο, ο ΠΑΟ σκάει θεαματικά ενώ ανεβαίνουν ο Τσίμιροτ και ο Σακόφ: μετά την υποχρεωτική έξοδο του Εμ Μποκού και του Κλωναρίδη, ο Ουζουνίδης φάνηκε να πετά λευκή πετσέτα. Από την άλλη δεν φταίει αυτός αν ο ΠΑΟ δεν έχει αναπληρωματικούς: σεζόν με 13-14 παίκτες δεν βγαίνει – τα play off θα είναι Γολγοθάς. Και φάνηκε στη Τούμπα πως αν δεν σκοράρει ο Μπεργκ, προκοπή δεν γίνεται.

Θα τον απέβαλε και ο Ντέμης!

Για τα υπόλοιπα θα προτιμούσα να μην πω τίποτα: τα χω πει νωρίς. Τον Βράνιες θα τον απέβαλε μέχρι και ο Ντέμης Νικολαϊδης, που στο πρώτο ματς είδε καλό τον Παπαπέτρου γιατί μιλούσε γλυκά στους παίκτες (μη γελάτε, έτσι υποστήριξε). Ο Ολυμπιακός έβγαλε ανακοίνωση που μιλά για τη διαιτησία, αλλά το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο: η επιτροπή κυπέλλου π.χ, που αποτελείται από ένα άτομο (!), έστειλε στο ματς αυτό παρατηρητή ένα βλαχοπρόεδρο, που ο γιός του παίζει στον ΠΑΟΚ! Οι απίθανοι τύποι που παριστάνουν την Επιτροπή Εξομάλυνσης στην ΕΠΟ δεν κρατάνε ούτε τα προσχήματα κι όχι τυχαία για την ανακοίνωση του Ολυμπιακού δεν είπαν κουβέντα – έπρεπε ο Ολυμπιακός να την βγάλει στα ρωσικά μήπως τη διαβάσει ο πρόεδρος Δρόσος! Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν οι αντιδράσεις του Παναθηναϊκού, που μίλησε για ντροπή στην Τούμπα μετά τη διαιτησία του Κύζα. Γνωρίζοντας την οργή του Σαββίδη μετά το πρώτο ματς στη Λεωφόρο, αλλά και τι μπορούν να κάνουν και τι έχουν κάνει τύποι σαν τον Κύζα και τον Σιδηρόπουλο (και κυρίως αυτοί που τους βάζουν…) εγώ λέω ότι και λίγα έκαναν! Οσο για τις γκρίνιες του ΠΑΟ θέλω να πω κάτι απλό. Του δίνανε κανα πέναλτι σε ματς με τον Πανιώνιο, τον Λεβαδειακό και την Τρίπολη και νόμιζε ότι έγινε υπερδύναμη του παρασκηνίου: στην πραγματικότητα του τα δίνανε για να μην φωνάζει. Τώρα και να φωνάζει δεν τους νοιάζει. Θα ήταν παρήγορο ο Γιάννης Αλαφούζος να καταλάβαινε ότι φτιάχνοντας ένα γιγάντιο επικοινωνιακό μηχανισμό κατάφερε άθελά του ν ανοίξει την πόρτα στα χειρότερα λαμόγια που έχουν υπάρξει στο ελληνικό ποδόσφαιρο τα τελευταία είκοσι και βάλε χρόνια: στην Τούμπα πήρε απλά μια γεύση για το τι μπορούν να κάνουν τα τέρατα που άθελά του απελευθέρωσε. Το ίδιο ισχύει και για διάφορους δημοσιογράφους που είδαν ξαφνικά χθες το φως το αληθινό. Περαστικά…