Πρώτη θέση στο Εντερπράιζ

Πρώτη θέση στο Εντερπράιζ

Κάθε φορά που βγαίνει στα σινεμά μια καινούργια Star Trek περιπέτεια αναρωτιέμαι αν θα σταθεί ποτέ δυνατόν οι μικρότεροι να καταλάβουν γιατί εμείς οι μεγαλύτεροι αγαπάμε αυτή την παράξενη σειρά – όσοι την αγαπάμε, διότι πολλοί δεν είμαστε.

Το καλό και το κακό

Σε όλες τις κινηματογραφικές σειρές, είτε μιλάμε για τα κατορθώματα του Ρόκι, είτε για το Star Wars, ο λόγος του κολλήματος είναι αρκετά προφανής. Η σειρά με τις περιπέτειες του Τζέιμς Μποντ, παρότι ο πρωταγωνιστής κατά καιρούς αλλάζει, βασίζεται πάντα σε ένα ήρωα αληθινό σύμβολο του αντρικού life style, που κλείνει το μάτι στο θεατή άλλοτε αυτάρεσκα, άλλοτε με χιούμορ. Το Star Wars είναι ένα γιγάντιο οικογενειακό δράμα – για την ακρίβεια το δράμα μιας οικογένειας στην οποία συγκρούονται το καλό και το κακό. Ο Ιντιάνα Τζόουνς είναι ο αρχαιολόγος που ανακαλύπτει διασκεδαστικούς μπελάδες, ο Ρόκι ρίχνει και τρώει ξύλο γιατί αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας, οι σειρές με σούπερ ήρωες και Χ men και Terminator και Fast and Furious και άλλα ανάλογα υπόσχονται συνήθως βουτιές σε μια ανέμελη παιδικότητα – κάποιοι, πολλοί, τις έχουμε ανάγκη. Όμως με το Star Trek δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο.

Ένα διαρκές ταξίδι

Η πρώτη τριετής τηλεοπτική σειρά Star Trek, με τα πενιχρά εφέ της εποχής, ήταν ελάχιστη θεαματική – μιλάμε άλλωστε για σειρά που άρχισε να μεταδίδεται το μακρινό 1966. Οι πρώτες κινηματογραφικές ταινίες με το πλήρωμα του Εντερπράιζ έχουν πολύ κουβέντα και ελάχιστη σχετικά δράση: κουβαλάνε και μια σεβεντίλα (στα κουστούμια, στο φωτισμό, στις ερμηνείες των ηθοποιών κτλ) κομμάτι κουραστική. Οι ίδιοι οι ήρωες (κι όχι μόνο οι πρώτοι) δεν είναι ούτε σταρ, ούτε έχουν σπάνιες ικανότητες, ούτε πρωταγωνιστούν σε σκηνές ανθολογίας. Οι εξωγήινοι και οι υπόλοιποι κακοί δεν έχουν σχεδόν τίποτα το γοητευτικό. Μπορεί να θέλουν να διαλύσουν το σύμπαν για ένα γινάτι, όπως οι τρομεροί Μποργκ, ή να είναι βάρβαροι με διαστημόπλοια όπως οι Κλίνγκον ή πονηροί και εκμεταλλευτές όπως οι Ρουμουλάνοι, αλλά η γοητεία τους εξαντλείται στα λεπτά που η ταινία διαρκεί – αν υποθέσουμε ότι έχουν τέτοια. Κι όμως όλες αυτές οι μικρές ή μεγάλες ελλείψεις (στα εφέ αρχικά, στη δράση σχεδόν πάντα, στην ίδια την αληθοφάνεια των περιπετειών…) δεν μας πείραξαν ποτέ ιδιαίτερα όλους εμάς που το Star Trek το αγαπήσαμε. Ισα ίσα που μπορεί να το αγαπήσαμε για αυτό ακριβώς το λόγο: γιατί το σύμπαν στο οποίο εξελίσσεται δεν είχε αρχικά τίποτα το ιλουστασιόν, τίποτα το άψογο. Κι ακριβώς επειδή το ζήτημα δεν ήταν τα εφέ, μας έμεναν τελικά οι ήρωες και οι περιπέτειές τους, που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχαν τίποτα το θεαματικό, πέρα από τη θέληση για επιβίωση και την ικανοποίηση της ανάγκης να ταξιδέψεις σε νέους κόσμους. Αυτό ήταν το Star Trek που αγαπήσαμε: ένα διαρκές επικίνδυνο ταξίδι με παρέα το πλήρωμα του Εντερπράιζ, που στο τέλος θα τα καταφέρει.

«Δεν είμαι εγώ ο Σποκ»

Ο Tζιν Ροντεμπερι, υπήρξε εμπνευστής και παραγωγός της πρώτης ιστορικής τηλεοπτικής σειράς, παραγωγός της σειράς καρτούν τη δεκαετία του 70, και των πρώτων πέντε κινηματογραφικών ταινιών και ήταν σύμβουλος παραγωγής του τηλεοπτικού κύκλου Star Trek Next Generation, που το 1987 από το πρώτο του κιόλας επεισόδιο ανανέωσε την αγάπη μας για αυτή. Ο Ροντένμπερι είχε το 1966 μια πολύ παράξενη ιδέα. Πρότεινε στο ΝΒS μια τηλεοπτική σειρά που θα ήταν ανάμεσα στο γουέστερν και την επιστημονική φαντασία – ένα είδος ανακάλυψης του Αγριου Σύμπαντος, θα λέγονταν «Ένα τρένο για το διάστημα» ή κάπως έτσι. Το «επεισόδιο πιλότος» υπήρξε μια αποτυχία, αλλά η ιδέα άρεσε. Ο Ροντενμπερι ξανάγραψε τον πιλότο: έδωσε το ρόλο του πρωταγωνιστή στον κάπτεν Κέρκ και αναβάθμισε σε πρώτο αξιωματικό τον εξωγήινο Μίστερ Σποκ, γιο του πρεσβευτή του πλανήτη Βόλκαν. Ο Γουίλιαμ Σάτνερ και κυρίως ο Λέναρντ Νιμόι ταυτίστηκαν με τους ρόλους: ο δεύτερος, που υπήρξε και σκηνοθέτης μιας από τις ταινίες, έγραψε κάποτε κι ένα βιβλίο με τίτλο «Δεν είμαι εγώ ο Μίστερ Σποκ»! Η τηλεοπτική σειρά άντεξε τρία χρόνια, όμως τα συνολικά 79 επεισόδια της άρχισαν να παίζονται σε επανάληψη ένα χρόνο μετά την ολοκλήρωσή της. Δεν έκανε ρεκόρ τηλεθέασης, αλλά γρήγορα απέκτησε ένα φανατικό κοινό, τους Τρέκις - ένα κοινό που διαρκώς μεγάλωνε. Γιατί; Για ένα απλό λόγο: γιατί τα νοήματα των επεισοδίων ήταν συχνά πολύ πιο δυνατά και πολύ πιο μπροστά από την εποχή της μετάδοσης της σειράς. Οι σεναριογράφοι της (μεταξύ των οποίων και δυο εξαιρετικοί αμερικάνοι λογοτέχνες, ο Ρίτσαρντ Μάθεσον και ο Ρομπερτ Μπλόχ) χρησιμοποίησαν το σύμπαν του Star Trek για να μιλήσουν για τα μεγάλα θέματα της δεκαετίας του 60, δηλαδή τον Ψυχρό Πόλεμο, την ανάγκη να μπει τέλος στο ρατσισμό, την υποχρέωση για μια παγκόσμιας συνεννόηση. Οι Τρέκις διάβαζαν πίσω από τις λέξεις: έβλεπαν στη διαδρομή του Εντερπράιζ, την πορεία στην οποία θα πρεπε να κινηθεί η ίδια η ανθρωπότητα.

Κάποτε ήταν τομή

Σήμερα τα επεισόδια αυτά φαίνονται πομπώδη ή παιδικά, υπερβολικά ή γεμάτα υπεραπλουστεύσεις: τότε κάποια από τα μηνύματά τους αποτελούσαν τομή. Το Εντερπράιζ ήταν σε αποστολή που του είχε αναθέσει η διαγαλαξιακή ομοσπονδία, στην καμπίνα οδήγησης συνυπήρχαν ένας αμερικάνος, ένας Ρώσος, ένας Γιαπωνέζος, ένας εξωγήινος και μια αφρικάνα, η θρυλική Ουχούρα, η πρώτη έγχρωμη αξιωματικός που έχει εμφανιστεί στην τηλεόραση: το φιλί της με τον Κάπτεν Κέρκ σκανδάλισε τον πλανήτη – ήταν το πρώτο τηλεοπτικό ανάμεσα σε ένα λευκό και μια αφρικάνα. Οι ταινίες, αλλά και η αναβίωση του, το Star Trek Next Generation που ξεκίνησε το 1987 και παίχτηκε για επτά ολόκληρα χρόνια, δεν πρόδωσαν το πνεύμα της αρχικής σειράς: στα πιο πολλά σενάρια υπήρχε πάντα λίγη φιλοσοφία, η υπογράμμιση της ανάγκης για ανοχή του διαφορετικού, πολύς σεβασμός για πολιτισμούς που δεν είχαν σχέση με το δικό μας και λίγη σαιξπηρικότητα που κακό δεν κάνει. Οι Τρέκις, οι φανατικοί της σειράς, ήταν κατά κάποιο τρόπο οι θεματοφύλακες του πνεύματος του μπαμπά Ροντενμπερι – όχι τυχαία δεν έδειξαν μεγάλη αγάπη για τηλεοπτικές εκδόσεις του Star trek που ακολούθησαν το Next Generation χωρίς, ωστόσο να σεβαστούν πολύ το πνεύμα του: το «Star Trek Deep Space Nine», το «Star Trek Voyager» και το «Star Trek Enterprise» επειδή απομακρύνθηκαν πολύ από τους κανόνες του σύμπαντος του Ροντενμπερι δεν αγαπήθηκαν ιδιαίτερα.

Με λίγη αμηχανία

Το 2009 ο Τζέι Τζέι Αμπρααμς ανέλαβε να πει την ιστορία από την αρχή. Τη φόρτωσε με πολλά εφέ, γιατί δεν είμαστε στη δεκαετία του 60. Βρήκε νέους πρωταγωνιστές για παλιούς μεγάλους ρόλους. Μας έδωσε δυο διασκεδαστικές ταινίες πριν παραδώσει το πηδάλιο της σκηνοθεσίας: η καινούργια ταινία που βγαίνει στις αίθουσες αυτές τις μέρες, το Star Trek Beyond, δεν έχει την υπογραφή του. Ομολογώ πως είμαι λίγο αμήχανος ξαναβλέποντας τη σειρά – κατά κάποιο τρόπο - από την αρχή. Αλλά δεν έχω αμφιβολίες ότι αν οι Τρέκις κάποτε κατακτήσουν τον κόσμο ο κόσμος μας θα ναι καλύτερος. Και θα μπορέσουμε να εξερευνήσουμε και το διάστημα, αυτό το τελευταίο σύνορο…