Σοβαρευτείτε

Σοβαρευτείτε

Και ξαφνικά οι πολιτικοί μας άρχισαν να μιλάνε για πέτσινα πέναλτι, παράγκες και επεισόδια στα γήπεδα. Ως συνήθως την στιγμή που αυτό χρειάζεται λιγότερο.

Εκανε την αρχή

Την αρχή την έκανε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Κυριάκος Μητσοτάκης που μιλώντας στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ δυο μέρες μετά τον τελικό του κυπέλου Ελλάδος θέλησε να εκφράσει την θλίψη του για την διεξαγωγή του τελικού του κυπέλλου, αλλά και την διαιτησία του ματς. «Είδα τον αγώνα (σ.σ. τον τελικό Κυπέλλου) και στενοχωρήθηκα. Εγώ είμαι φίλαθλος του Ολυμπιακού, αλλά όχι οπαδός. Μου αρέσει το ποδόσφαιρο. Η εικόνα του τελικού ήταν θλιβερή. Σε ένα ακατάλληλο γήπεδο έγινε ένα ματς που δεν έπρεπε να διεξαχθεί τελικά. Στο γήπεδο ήταν μόνο χούλιγκαν (…)» είπε. «Αυτή η εικόνα δεν τιμά το ελληνικό ποδόσφαιρο που έχει πάρει για τα καλά την κατιούσα.(…). Το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν είναι πια ένα ελκυστικό προϊόν και αυτό δεν το αντιλαμβάνονται οι ομάδες, αλλά και η πολιτεία που για να διεξαχθεί το παιχνίδι σφύριζε αδιάφορα», τόνισε ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας  και ουδείς θα είχε ασχοληθεί με τις δηλώσεις του, αν δεν τις έκλεινε απρόβλεπτα. «Είμαι φίλαθλος του Ολυμπιακού, αλλά έχω πάει στην Τούμπα 17 ετών. Ο ΠΑΟΚ μάλλον είχε καλύτερη ομάδα από την ΑΕΚ εφέτος. Άρα δεν χρειαζόταν ένα "πέτσινο γκολ" για να κερδίσει», είπε και πρόσθεσε ότι «η όποια παράγκα πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο όλοι καθόμαστε ως φίλαθλοι, καθώς το ποδοσφαιρικό προϊόν υπονομεύεται από πιθανές παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη κτλ κτλ».

Ο Τσίπρας σε ρόλο Βαρούχα

Τη σκυτάλη την πήρε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας που ήταν αδύνατο να μην απαντήσει. Εγκαινιάζοντας το Κέντρο Υγείας Αστικού Τύπου στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης δήλωσε χαρακτηριστικά: «Τα βλέπουν όλα πέτσινα (σ.σ. στη ΝΔ). Πέτσινα τα αντίμετρα, πέτσινο το Κύπελλο του ΠΑΟΚ, πέτσινο το Κέντρο Υγείας». Από την απάντησή του πρέπει να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι ο Τσίπρας πρέπει να είναι ο μόνος Έλληνας που θεωρεί ότι το γκολ του ΠΑΟΚ δεν ήταν οφσάιντ. Επειδή πρόκειται για πολυτάλαντο άνθρωπο πιστεύω πως, αν μια μέρα πάψει να είναι πρωθυπουργός, μπορεί εύκολα να γίνει τηλεκριτικός διαιτησίας. Για την συγκεκριμένη θέση δεν έχει μεγάλη σημασία τόσο η γνώση των κανονισμών, όσο η ικανότητα να κάνεις το άσπρο μαύρο και ο Τσίπρας, που υπερασπίστηκε μέχρι και τον επόπτη Καλφόγλου που δήλωσε ότι θα παραιτηθεί, φαίνεται ότι αυτή την ικανότητα την έχει! Ξέχασα να επισημάνω ότι το γραφείο του Πρωθυπουργού είχε ευχηθεί προηγουμένως στον Κυριάκο Μητσοτάκη να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα βρίσκοντας μια θέση στο πάνελ της Δίκης της Δευτέρας. Ως ειρωνικό σχόλιο είναι μάλλον άστοχο, αφού στη Δίκη έχουν πιάσει στασίδι κανονικό δυο κυβερνητικοί βουλευτές, δηλαδή ο Κωνσταντινέας και η Αυλωνίτου. Η διένεξη μοιάζει τελείως της πλάκας, αν δεν γινόταν σε μια στιγμή που τέτοιου τύπου εμπλοκή του ποδοσφαίρου με την πολιτική δεν χρειάζεται. Για πολλούς, συγκεκριμένους και επικίνδυνους λόγους.          

Δικαίωμα και υποχρέωση

Οι πολιτικοί έχουν και δικαίωμα και υποχρέωση ν ασχολούνται με το ποδόσφαιρο. Η υποχρέωσή τους είναι να ελέγχουν το χώρο του ποδοσφαίρου και είναι πραγματικά λυπηρό ότι μετά τον τελικό του Βόλου έχει γίνει μόνο μια επερώτηση στη Βουλή για τα αίσχη που σε αυτόν είδαμε. Εγινε πολύ βιαστικά από τον ανεξάρτητο βουλευτή  Χάρη Θεοχάρη και φοβάμαι πως έγινε για να γίνει. Από την άλλη είναι φυσικά δικαίωμα των πολιτικών μας να παρακολουθούν τα σπορ και να τα χαίρονται, όπως οι απλοί φίλαθλοι. Ο Λοβέρδος, ο Πάγκαλος, ο Κουλούρης, ο Σκανδαλίδης, η Κανέλη, ο Τέρενς Κουίκ που ξεκίνησε ως αθλητικός συντάκτης, ο Τσακαλώτος, ο Φλαμπουράρης κι άλλοι πολλοί, είναι πιστοί οπαδοί με άριστη γνώση του αντικειμένου: θα μπορούσαν άνετα να διοικούν και ομάδες. Χαίρομαι το πάθος των περισσότερων και νομίζω ότι είναι για τους ίδιους και αγχολυτικό – τους βοηθά με κάποιο τρόπο να καταπολεμήσουν το στρες. Πάντα επίσης μου άρεσαν οι αναφορές της Αλέκας Παπαρήγα στο ποδόσφαιρο – ήταν πρωτότυπες και εύστοχες. Μου αρέσουν λιγότερο οι κατά καιρούς συσπειρώσεις των βουλευτών για την προστασία της ομάδας της εκλογικής τους περιφέρειας, αλλά κι αυτές τις καταλαβαίνω. Πιστεύω ότι σπανίως οι οπαδοί ψηφίζουν με βάση τι έχει κάνει ένας βουλευτής για την ομάδα της πόλης του: αν αυτό ήταν κριτήριο, ο Ευάγγελος Βενιζέλος θα ήταν ακόμα πρώτος σε ψήφους στη Θεσσαλονίκη. Αλλά η ένταση, που σήμερα σιγά σιγά δημιουργείται, δεν έχει καμία σχέση με οπαδικά αισθήματα και καλό θα ήταν οι πολιτικοί αρχηγοί να σοβαρευτούν και να αφήσουν στην άκρη τις αναφορές σε ποδοσφαιρικές ομάδες. Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε τώρα και το ποδόσφαιρο ως εργαλείο νέων εθνικών διχασμών και νέων διαιρέσεων. Κυρίως γιατί το ποδόσφαιρο φανατίζει πολύ περισσότερο από τα μνημόνια – ας το χουν κι ο Τσίπρας και ο Μητσοτάκης στα υπόψην τους.

Δεν υπάρχει λόγος

Βλέποντας την δημοσκοπική του κατάρρευση ο Τσίπρας θέλει να μαζέψει ψήφους: τον καταλαβαίνω. Τάζει γήπεδα, υπερασπίζεται κύπελλα, είναι έτοιμος να ξεχάσει και ότι είναι Παναθηναϊκός και να αρχίσει να κυκλοφοράει με κασκόλ του ΠΑΟΚ: έκανε σε τρεις μέρες το «όχι» «ναι», μπορεί να μην του είναι δύσκολο ν αλλάξει κι ομάδα. Ο Μητσοτάκης, όμως, οφείλει να είναι πιο προσεχτικός: μπορεί να καταγγείλει και εύκολα τις νέες διαπλοκές χωρίς αναφορές σε διαιτησίες και ομάδες. Δεν χρειάζεται ούτε να αυτολογοκριθεί, ούτε ν αρχίσει να μετρά τα λόγια του, ούτε να χάσει την όποια ευθύτητα του: χρειάζεται απλά να έχει στα υπόψην του ότι ενώ δεν υπάρχουν πολλοί οπαδοί της όποιας διαπλοκής, παλιάς και νέας, υπάρχουν αντιθέτως πολλοί φανατικοί και συχνά επικίνδυνοι οπαδοί του ΠΑΟΚ, του Ολυμπιακού, της ΑΕΚ, του ΠΑΟ κτλ. Πρέπει αυτό να το θυμάται, όχι για να προσέχει τι να λέει όταν απευθύνεται σε αυτούς, αλλά για να μην απευθύνεται σε αυτούς: πρόκειται για άρρωστους με ευθύνες τεράστιες για την καταστροφή του ελληνικού ποδοσφαίρου και δεν χρειάζεται αυτοί ειδικά να γίνουν μέρος του κοινού του. Να τους απομακρύνουμε από το ποδόσφαιρο χρειάζεται κι όχι να τους δώσουμε κι άλλους ηλίθιους λόγους να συσπειρωθούν. 

Κάποτε δίπλα μας

Ο εμφύλιος στην πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία ξεκίνησε από αιματηρά επεισόδια στο κάποτε γιουγκοσλάβικο πρωτάθλημα: Σέρβοι και Κροάτες σε γήπεδο πρωτοσφάχτηκαν. Δεν αποκλείει στα νοσηρά μυαλά κάποιων το ελληνικό ποδοσφαιρικό κοινό να αποτελείται από ανθρώπους έτοιμους να σκοτωθούν μεταξύ τους. Οι πολιτικοί μας έχουν πολλές ευθύνες, αλλά και μια υποχρέωση: να μην ρίχνουν λάδι στη φωτιά. Υπάρχουν μερικοί χιλιάδες ηλίθιοι που δεν περιμένουν άλλο…