Το κακό μήνυμα

Το κακό μήνυμα

Χθες αναρωτιόμουν πως μπορεί να χάσει ο Ντόναλντ Τραμπ τις αμερικανικές εκλογές ελπίζοντας πως θα τις έχανε: δεν τις έχασε. Η νίκη του υπήρξε μεγάλη, ήρθε κόντρα στις δημοκοπικές προβλέψεις που ισχυρίζονταν ότι θα χάσει οριακά, προέκυψε μολονότι ο δισεκατομμυριούχος που, όπως λέει, ξέρει να μιλάει τη γλώσσα των απλών ανθρώπων, είχε εναντίον του ολόκληρο σχεδόν το μηντιακό κατεστημένο των ΗΠΑ. Ισως ένας από τους λόγους που κέρδισε είναι κι αυτός: ο κόσμος που τον ψήφισε έχει βαρεθεί ν ακούει ανθρώπους που να του λένε τι πρέπει να κάνει. Κατά κάποιο τρόπο επαναλήφθηκε η ιστορία του βρετανικού δημοψηφίσματος: μια αχαρτογράφητη πλειοψηφία ανθρώπων που πιστεύουν πως η ζωή τους γίνεται χειρότερη ψήφισαν κόντρα σε όσους κατά τη γνώμη τους για αυτό ευθύνονται, κάτι που τους μοιάζει αντισυστημικό. Θα ήταν απολύτως λογικό, αν αυτό το νέο δεν ήταν και εξαιρετικά επικίνδυνο.

 

Τον έφερε ο Ομπάμα

Είναι δυνατόν μια μεγάλη χώρα που οκτώ χρόνια πριν ψήφισε τον Μπάρακ Ομπάμα να φτάνει σήμερα στο άλλο άκρο και να ψηφίζει ένα τύπο που αυτοπλασάρεται ως χιουμορίστας κλόουν θεατρινίζοντας σε κάθε του δημόσια εμφάνιση; Παραδόξως η επιτυχία του Ομπάμα (του οποίου η δημοτικότητα παραμένει υψηλή και πάντα μεγαλύτερη της Χίλαρι Κλίντον) έφερε τον Τραμπ. Γιατί; Γιατί η επιτυχία του Ομπάμα δεν είχε αντίκτυπο στα οικονομικά του μέσου αμερικάνου, που έχει μάθει να μετρά τα πάντα στη ζωή του με δολάρια. Οκτώ χρόνια πριν, όταν η κρίση στις ΗΠΑ φούντωσε, οι Αμερικάνοι ψήφισαν τον Ομπάμα, τον πρώτο ίσως Αμερικανό υποψήφιο πρόεδρο που υποσχέθηκε ότι θα απλώσει ένα δίχτυ κρατικού προστατευτισμού, ώστε η ακμάζουσα τότε κρίση να μην ξεριζώσει τη μεσαία τάξη, όπως είχε συμβεί και στις ίδιες της ΗΠΑ σε άλλες στιγμές της ιστορίας. Οκτώ χρόνια αργότερα οι ΗΠΑ του Ομπάμα έχουν μικρή ανεργία, απέκτησαν ακόμα κι ένα είδος εθνικού συστήματος Υγείας που εξυπηρετεί τους φτωχότερους, έχουν ένα τραπεζικό σύστημα που δεν είναι πια ανεξέλεγκτο, άφησαν πίσω, αργά αλλά σταθερά την κρίση που το 2008 τους τρόμαξε. Όπως συνήθως συμβαίνει ο κρατικός προστατευτισμός, (έστω κι αυτός ο light ο πολύ αμερικάνικος), είχε αποτέλεσμα να μεγαλώσει η γραφειοκρατία και να δυναμώσει η δύναμη ελέγχου του κεντρικού Κράτους, που ο Τραμπ αμέσως δαιμονοποίησε μιλώντας συνεχώς και παντού για τη διεφθαρμένη Ουάσιγκτον. Αποδείχτηκε ότι οι αμερικάνοι δεν ήθελαν ν ακούν άλλο για φτωχούς, κυρίως γιατί φτωχός δεν θέλει να είναι κανένας, κι ο Τραμπ που γυρνούσε τη χώρα με το ιδιωτικό του αεροπλάνο στο οποίο γραμμένο είναι το όνομά του, σαν να πρόκειται για κάποιου τύπου brand, ήρθε για να ξαναμιλήσει στους αμερικάνους για τη χαρά του να είσαι πλούσιος και να κάνεις όπως αυτός, ό,τι γουστάρεις. Απλοϊκά, λαϊκίστικα και όπως αποδείχτηκε πολύ αποτελεσματικά.

 

Αόρατες δυνάμεις στερούν δικαιώματα

Φάνηκε και στην ιστορία του Brexit, φαίνεται και τώρα: ο δυτικός μας κόσμος πορεύεται με αρκετή σύγχυση και μεγάλη τιμωρητική διάθεση. Πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των αμερικάνικων εκλογών παρουσιάστηκε μια καταγραφή τάσεων της αμερικάνικης κοινωνίας, όπως καταγράφηκε στα exit pole. To 75% των αμερικάνων είναι υπέρ της οπλοκατοχής γιατί δεν νοιώθει ασφάλεια. Το 80% θεωρεί ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με τη μετανάστευση – ποσοστό απίστευτο αν σκεφτεί κανείς ότι μιλάμε για κράτος μεταναστών και το 48% ότι οι μουσουλμάνοι που ζουν στις ΗΠΑ θα πρέπει να τελούν υπο παρακολούθηση. Το 77% δηλώνει πως τριάντα χρόνια πριν όλοι ζούσαν καλύτερα: το λένε και άνθρωποι που τριάντα χρόνια πριν δεν ήταν ούτε πέντε χρονών! Το 67% πιστεύει πως κανένας δεν φοβάται πλέον τις ΗΠΑ και πως η εξωτερική πολιτική πρέπει να γίνει σκληρότερη. Είναι εντυπωσιακό ότι αυτά τα τεράστια ποσοστά τα συναντάει κανείς και στις απαντήσεις όσων κατά τα άλλα δηλώνουν ότι ψήφισαν τη Χίλαρι Κλίντον. Πολύ φοβάμαι ότι ανάλογες απαντήσεις – ίσως και ποσοτικά μεγαλύτερες και ίσως για αυτό χειρότερες – θα έπαιρνε κανείς σε ανάλογα γκάλοπ και στις ευρωπαϊκές χώρες: ο κόσμος μας μοιάζει να έχει τη σιγουριά ότι κάποιες αόρατες δυνάμεις του στερούν το δικαίωμα στον πλούτο και δεν νοιάζεται για τίποτα που να λειτουργεί υπέρ της κοινωνικής συνοχής. Φυσικά όλες αυτές οι απαντήσεις που στις κάλπες οδηγούν σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές δίνονται με τη βεβαιότητα πως τίποτα δεν μπορεί να γίνει χειρότερο στην καθημερινότητά μας, ενώ δεν είναι ακριβώς έτσι. Η διακυβέρνηση Ομπάμα στις ΗΠΑ έσωσε τη μεσαία τάξη – παίζοντας σκληρή άμυνα απέναντι σε μια τρομακτική οικονομική κρίση: αλλά ακόμα κι αυτό δεν φάνηκε να ενδιαφέρει τους πιο πολλούς. Σε ένα κόσμο που συνεχώς ονειρεύεται ανέσεις και κέρδη κι δεν θέλει να δει για κανένα λόγο τον όποιο περιορισμό τους, οι άμυνες και οι σωτηρίες δεν λένε τίποτα. Το 2008 ο εργάτης στο Σικάγο ανησυχούσε για το μεροκάματό του κι ένοιωθε ότι μπορεί να μείνει άνεργος καθώς όλα έκλειναν. Το 2016 που δουλειά έχει θέλει απλά μεγαλύτερο μεροκάματο κι από τη στιγμή που ο Τραμπ του λέει πως θα το έχει γιατί μπορεί να διώξει τους Ισπανόφωνους, που δεν έχουν βίζα, τον ψηφίζει. Για αυτόν που πιθανότατα του έσωσε τη δουλειά δεν νοιάζεται – ο χρόνος τρέχει απίστευτα γρήγορα. Αν μάλιστα η δουλειά του δεν του αρέσει, αυτόν που τη δουλειά του την έσωσε μπορεί να τον σιχαίνεται κιόλας.  

Γελάνε και ψηφίζουν

Είναι λάθος να γίνονται αναγωγές της αμερικάνικης πολιτικής στα ευρωπαϊκά ή στα δικά μας. Ωστόσο στη νίκη του Τραμπ υπάρχει ένα κακό μήνυμα που θα φτάσει και στην Ευρώπη. Ο Τραμπ κερδίζει ποδοπατώντας αξίες, όπως η κοινωνική ανοχή, κερδίζει καταγγέλλοντας κάθε προσπάθεια υπεράσπισης του ελάχιστου κοινωνικού κράτους, κερδίζει προτάσσοντας μια τεράστια επιθετικότητα και μιλώντας στο όνομα ενός μεγάλου έθνους: ο λόγος του, λαϊκίστικος, συναισθηματικός, πατριδοκάπηλος, είναι εύκολο να υιοθετηθεί κι ακόμα πιο εύκολο να βρει ακροατήριο. Κι όπως αποδείχτηκε ο λόγος αυτός δεν αντιμετωπίζεται εύκολα στο πεδίο της κριτικής του: όσο περισσότερο κριτικάρεται ως επικίνδυνος ή ανεδαφικός ή ψεύτικος, τόσο περισσότερο θεριεύει, κυρίως γιατί όποιος τον κριτικάρει δεν μπορεί να υποσχεθεί ευημερία και πλούτο. Ποτέ ο ψίθυρος της λογικής δεν μπορεί να νικήσει το ουρλιαχτό της υπόσχεσης – όσο απλοϊκά παράλογη κι αν είναι αυτή. Το 2008 του «Yes we can» του Ομπάμα ήταν ένα μεγάλο ενωτικό μήνυμα για όλη την ανθρωπότητα. Το 2016 ο Τραμπ, με το βαμμένο μαλί και τη συλικονάτη σύζηγο λέει ότι η Χίλαρι Κλίντον που δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τον άντρα της, δε γίνεται να ικανοποιήσει την Αμερική, και οι αμερικάνοι γελάνε και τον ψηφίζουν. Αν τους βγει ξινό το γέλιο δεν θα με πειράξει καθόλου, αρκεί να μην κλαίμε όλοι οι υπόλοιποι…