Το κοινό φοβάται τις ελληνικές ταινίες

Το κοινό φοβάται τις ελληνικές ταινίες

Πριν από κάμποσο καιρό μιλούσα με ένα φίλο παραγωγό κινηματογραφικών ταινιών. Μου έλεγε ότι έχει αποφασίσει να χρηματοδοτεί δύο ή τρεις κάθε χρόνο, κι ας φτάνουν δεκάδες σενάρια στα χέρια του. Τον ρώτησα αν φταίει η κρίση. Μου είπε ότι και κρίση να μην υπήρχε, οι πιθανότητες να δει το ελληνικό κοινό περισσότερες από δυο ελληνικές ταινίες το χρόνο στο σινεμά είναι περίπου ανάλογες με αυτές που υπάρχουν στη Σιγκαπούρη. Γέλασα, αλλά δεν του έδωσα άδικο. Γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να πείσεις τον κόσμο να δει μια ελληνική ταινία κι αυτό το σκεφτόμουν, όταν έβγαζα εισιτήρια για να δω το «Ετερος Εγώ», την ταινία του Σωτήρη Τσαφούλια.

Από τη Φίνος Film στο ΠΑΣΟΚ

Σκεφτόμουν πως και γιατί φτάσαμε ως εδώ. Παλιά δεν ήταν έτσι. Μέχρι την δεκαετία του 70 οι ταινίες της Φίνος Film έσπαγαν ταμία: παρά την ύπαρξη της τηλεόρασης, η Βουγιουκλάκη έκανε 700 χιλιάδες εισιτήρια για πλάκα. Τη δεκαετία του 80 η Φίνος Film δεν υπάρχει, τη σημαία του περίφημου εμπορικού σινεμά κρατά ο Γιάννης Δαλιανίδης και κυρίως ο Στάθης Ψάλτης, πριν καταλήξει κι αυτός σκληρά εργαζόμενος στη βιοτεχνία της ελληνικής βιντεοκασέτας. Στα σινεμά ο κόσμος βλέπει Αγγελόπουλο και Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο χρηματοδοτούμενο από την κότα με τα χρυσά αυγά που λέγεται Κέντρο Κινηματογράφου. Γυρίστηκαν ουκ ολίγα πασοκικά σοσιαλιστικά δράματα, αλλά προέκυψαν και ταινίες που έκοψαν χιλιάδες εισιτήρια: αρκούσε ένα βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για να φτάσει μια ταινία άνετα τα 250 χιλιάδες εισιτήρια ακόμα κι αν το θέμα της ήταν ότι ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά – ίσως για αυτό. Σπάσανε ταμεία, όμως, και ταινίες όπως η «Λούφα και Παραλλαγή», τα «Πέτρινα Χρόνια», ο «Ξαφνικός Ερωτας», η «Τιμή της Αγάπης», το «Ρεμπέτικο», το «Μ αγαπάς» - όλες είχαν την υπογραφή καλών επαγγελματιών, που έχτισαν ένα κοινό, άλλοι μεγαλύτερο (ο Βούλγαρης, ο Περάκης, ο Πανουσόπουλος) κι άλλοι μικρότερο, (ο Τσεμπερόπουλος, ο Νικολαϊδης, ο Τσιώλης, ο Παναγιωτόπουλος κτλ), αλλά ίσως πιο φανατικό – πολύς κόσμος πιο πολύ και από την ταινία διάλεγε την υπογραφή του σκηνοθέτη και τα έβλεπε σχεδόν όλα. Μετά τα 90’ς συνέβη κάτι παράξενο: ο κόσμος έμοιαζε να διαλέγει κάθε χρόνο μια ταινία κι έτρεχε να τη δει – άντε να έβλεπε και μια δεύτερη. Πήγαινε όμως. Το «Βαλκανιζατέρ» και το «Μπραζιλέιρο» του Σωτήρη Γκορίτσα κάνανε καλά εισιτήρια, όπως και το «Αυτή η Νύχτα μένει» του Παναγιωτόπουλου, ενώ πολύς κόσμος είδε τον «Καβάφη» και τον «Ελ Γκρέκο» του Σμαραγδή, τις «Νύφες» και το «Ψυχή βαθιά» του Βούλγαρη, το «Δεκαπενταύγουστο» του Γιάνναρη. Το 2003 εμφανίστηκε η «Πολίτικη Κουζίνα» του Μπουλμέτη και σάρωσε, φέρνοντας στις αίθουσες όλο τον κόσμο, αφού μπορούσαν να τη δουν γιοί και πατεράδες μαζί. Και κάπου εκεί το πράγμα άρχισε να μπερδεύεται.           

Και μετά ήρθε η τηλεόραση      

Τα πολλά εισιτήρια που έκοψαν ταινίες σοβαρές ή έστω σοβαροφανείς, τράβηξαν στο χώρο τους παραγωγούς, που είχαν πλέον καταξιωθεί στο χώρο της ιδιωτικής τηλεόρασης. Άρχισαν να γυρίζονται ταινίες τηλεοπτικού χαβαλέ και σιγά σιγά τα σινεμά άρχισαν να γεμίσουν από ένα κοινό ανέμελων πιτσιρικάδων (ή πιτσιρικάδων στο μυαλό) που απλά άφηνε το τηλεκοντρόλ σπίτι. Ταινία ορόσημο που σηματοδοτεί την έναρξη αυτής της μόδας το τηλεοπτικής αισθητικής «Safe Sex» των Ρέππα - Παππαθανασίου που κόβει 1,5 εκατ εισιτήρια, πριν καταλήξει στο φυσικό του χώρο, δηλαδή να γίνει τηλεοπτική σειρά του Mega. Ακολουθεί μια υπερπροσφορά τηλεοπτικής μπαλαφάρας σε συσκευασία κινηματογράφου: με κάποια γελάς, κάποια είναι αληθινά χυδαία, όλα κάνουν εισιτήρια γιατί είναι εύπεπτά όπως το ποπ κορν που τα συνοδεύει. «Σούλα Ελα ξανά», «Νήσος», «Το κλάμα βγήκε από τον Παράδεισο», φέρνουν στα σινεμά όποιον βλέπει στο Star τις παραστάσεις του τίμιου Μάρκου Σεφερλή – ακόμα κι ο Περάκης μιμείται την τηλεοπτική αισθητική για να κόψει κοντά 2 εκατ εισιτήρια για μια Λούφα και Παραλλαγή νουμ 2, που εμπεριέχει και σειρήνες του Αιγαίου γιατί είμαστε στην εποχή της αστακομακαρονάδας. Όμως αυτό το κοινό, όπως εύκολα εμφανίζεται, εύκολα χάνεται κι όποιο έχει απομείνει ψάχνοντας κάτι ελληνικό που να είναι και σινεμά μπλέκει με ένα νέο εχθρό: την δηθενιά των ελλήνων σκηνοθετών που αποφασίζουν να κάνουν ταινίες για λίγους, αφού οι πολλοί προτιμούν να δουν τη Ζέτα Μακρυπούλια. Από το 2005 και μετά υπάρχουν στις αίθουσες ελληνικές ταινίες, που έπρεπε να είναι επεισόδια σειρών του ΑΝΤ1 και ελληνικές ταινίες, που γυρίζουν διάφοροι που νοιώθουν ότι ο Γκοντάρ θα πρεπε να τους πλένει τα πόδια ζητώντας συγνώμη για την Τέχνη του. Για ένα Κυνόδοντα κι ένα Λάνθιμο, κάμποσοι μας μπήγουν τα δόντια στο σβέρκο κάνοντας μας ν αναρωτιόμαστε τι διάβολο βλέπουμε. Στα σινεμά, όταν στις ταινίες μιλάνε ελληνικά, η ακούς γελοία ανέκδοτα, ή διάφορους να κάνουν ψυχανάλυση απαιτώντας μάλιστα προσοχή.     

Το μεγάλο κοινό λέει όχι

Σήμερα υπάρχει μια πολύ μικρή κατηγορία κινηματογραφόφιλων, που βλέπουν σχεδόν όλες τις μη εμπορικές ελληνικές ταινίες της χρονιάς ελπίζοντας ότι θα ανακαλύψουν ένα νέο Λάνθιμο: είναι ένα κοινό υπαρκτό, αλλά πάρα πολύ μικρό. Υπάρχει ένα δεύτερο κοινό, που βλέπει ταινίες με καλούς έλληνες ηθοποιούς: αποτελείται κατά βάση από τον ίδιο κόσμο που πάει και βλέπει τους ίδιους ηθοποιούς στο θέατρο ή τους παρακολουθεί στην τηλεόραση. Σινεμά πάει μάλλον σπάνια για να δει τη «Ρόζα της Σμύρνης» ή τους «Τέλειους ξένους» φέτος. Αυτό το κοινό, που ευτυχώς υπάρχει και με τα εισιτήρια του στηρίζει εγχώριες παραγωγές, δεν έχει καμία σχέση με το μεγάλο σταθερό κοινό που πάει σινεμά δυο – τρεις φορές το μήνα γιατί το αγαπάει. Αυτό το μεγάλο κοινό που αγαπάει το σινεμά φοβάμαι πως δεν θέλει να ακούει για ελληνικές ταινίες γιατί τις φοβάται. Φοβάται πως θα δει ή τηλεοπτικές μπαλαφάρες, ή χοντροκομμένες άψυχες θεατροπαραγωγές (τύπου «Ο Θεός αγαπάει το Χαβιάρι» κτλ) ή μανιοκαταθληπτικές ιστορίες χωρίς ειρμό και κορύφωση, δηλαδή χωρίς κάτι που να θυμίζει σενάριο. Για να το πω απλά: περίπου 300 χιλιάδες είδαν το «Inferno», περίπου 200 χιλιάδες το «Λογιστή» και σχεδόν άλλοι τόσοι το «Κορίτσι του τραίνου». Ε λοιπόν δύσκολα το 20% αυτού του κόσμου θα πάει να δει μια ελληνική ταινία με αστυνομική υπόθεση όπως είναι το «Ετερος Εγω». Μοιάζει απίθανο αυτό το κοινό να το πείσεις να δώσει σε ελληνική ταινία μια ευκαιρία.

Αν είχε υπότιτλους

Κι εγώ ακόμα δυσκολεύομαι να πω ότι η ταινία αξίζει κι ας μην με χάλασε. Δυστυχώς έχει μερικές ατέλειες που χτυπάνε στο μάτι: ο Δαδακαρίδης κουβαλάει κάμποση αμηχανία, οι καλές της σκηνές θυμίζουν διάφορα αμερικάνικα προηγούμενα, η ίδια η λύση του, ας πούμε, αστυνομικού αινίγματος είναι κομμάτι ουρανοκατέβατη – όλα ήθελαν λίγο προσεχτικότερο στήσιμο, όμως δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία, πως αν η ταινία δεν ήταν ελληνική θα τύγχανε καλύτερης αντιμετώπισης. Σκεφτόμουν ότι θα την έβλεπε με μεγαλύτερη συμπάθεια η κριτική και το κοινό αν απλά είχε υπότιτλους. Ο Τσαφούλιας φανερά ανήκει σε μια νέα γενιά σκηνοθετών που προσπαθούν να διηγηθούν μια ιστορία – ο καλύτερος είναι ο Οικονομίδης, αλλά υπάρχουν κι άλλοι. Ας τους βρούμε κι ας τους ενθαρρύνουμε. Δεν θέλουν να κάνουν ούτε θέατρο ούτε τηλεόραση, δεν θέλουν ούτε να ψυχαναλυθούν, ούτε να μας τρελάνουν. Θέλουν να κάνουν απλά σινεμά. Γιατί το αγαπάνε.