Το παιδικό όνειρο του Λάζαρου

Το παιδικό όνειρο του Λάζαρου

Η πιο εύκολη νίκη του Ολυμπιακού σε καλοκαιρινό προκριματικό στο Καραϊσκάκη συνδυάστηκε με το πιο θεαματικό και επιτυχημένο ντεμπούτο έλληνα ποδοσφαιριστή του: ο Λάζαρος Χριστοδουλόπουλος, όχι μόνο πέτυχε τα δυο πρώτα και καθοριστικά γκολ στο ματς με τη Λουκέρνη, αλλά έπαιξε σαν να βρίσκεται στην ομάδα του Ολυμπιακού χρόνια ολόκληρα. Ισως γιατί στο μυαλό του τη στιγμή αυτή τη λαχταρούσε χρόνια ολόκληρα.

Τίποτα δεν ήταν εύκολο

Ο Χριστοδουλόπουλος ήταν Ολυμπιακός μικρός κι αυτό ήταν ένα μυστικό από αυτά που όλοι γνωρίζουν εδώ και χρόνια. Σήμαινε κάτι αυτό; Για τον ίδιο τον Χριστοδουλόπουλο, αν κρίνω από την καριέρα του, όχι και πάρα πολλά – θέλω να πω ότι μια χαρά τα κατάφερε μακριά από τον Ολυμπιακό του στον οποίο έχει βάλει και γκολ κάμποσα.

Η καριέρα του Λάζαρου δεν υπήρξε καθόλου εύκολη και το ξέρουμε. Στον ΠΑΟΚ, κουβαλώντας την ετικέτα του μεγάλου ταλέντου, αντιμετωπίστηκε με μεγάλη δυσπιστία – τον έκριναν πολύ αυστηρά από μικρό και δεν επένδυσαν πάνω του. Η ιστορία απέδειξε ότι οι προπονητές του δεν τον βοήθησαν κιόλας, αφού κανείς δεν κατάλαβε ότι είναι ένας εξαιρετικός ακραίος: «δεκάρι» όπως αρχικά παρουσιάστηκε δεν ήταν ποτέ και ως δεύτερος κυνηγός έπρεπε να παίζει πολύ με την πλάτη κι αυτό δεν είναι το φόρτε του. Στον ΠΑΟ τον βάρυναν τα πολλά χρήματα που πληρώθηκαν για την απόκτησή του – οι απαιτήσεις ήταν μεγάλες, όπως και ο ανταγωνισμός που είχε εντός της ομάδας. Στην Ιταλία βρήκε ρόλο: άλλαξε στυλ παιγνιδιού, κατάλαβε την αξία της δουλειάς, ωρίμασε. Στην ΑΕΚ ξεκίνησε μια δεύτερη καριέρα και το κάνε με μεγάλη προσήλωση, παίζοντας πάρα πολύ για την ομάδα και τους συμπαίκτες του σαν εργάτης πολυτελείας. Με όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο Χριστοδουλόπουλος παντού κατάφερε να κάνει το κομμάτι του και να δείξει την αξία του. Ο ΠΑΟΚ, μολονότι δεν τον πίστευε, πήρε 4 εκατ ευρώ από τον ΠΑΟ όταν τον πούλησε γιατί όλοι έβλεπαν ότι έχει προσόντα. Στον Παναθηναϊκό, παρά το στρεσάρισμα, έχτισε χαρακτήρα. Στην Ιταλία έμαθε πολλά και βελτιώθηκε τόσο ώστε έφτασε ξανά στην Εθνική πείθοντας τον Φερνάντο Σάντος για την δυνατότητα της προσφοράς του, αλλά και την πρόοδό του. Και στην ΑΕΚ υπήρξε πολλές φορές πρωταγωνιστής βάζοντας στο παιγνίδι του και νέα στοιχεία – όπως τα χτυπήματα φάουλ π.χ – παρόλο που έχει περάσει τα 30. Ο Χριστοδουλόπουλος δεν είχε ανάγκη τον Ολυμπιακό του. Εκανε πολλά μακριά από αυτόν. Αλλά δεν τον ξέχασε ποτέ του.

Η λατρεία της αρπαχτής

Το καλοκαίρι του 2014 ο Λάζαρος ήθελε να επιστρέψει στην Ελλάδα και να αγωνιστεί στον Ολυμπιακό, αλλά στον Ολυμπιακό ήταν διστακτικοί και η επιστροφή άργησε τέσσερα ολόκληρα καλοκαίρια. Οι απαιτήσεις του Τσάμπιονς λιγκ τότε επέβαλαν άλλες επιλογές, ο Μίτσελ δεν τον ήξερε, η ίδια η θέλησή του να επιστρέψει στην Ελλάδα γεννούσε ερωτηματικά. Κυρίως, όμως, υποτιμήθηκε, κακώς κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι ο Λάζαρος είναι Ολυμπιακός και ότι μέσα στις φιλοδοξίες του ήταν και να αγωνιστεί στην ομάδα που πιτσιρικάς αγάπησε. Γιατί συνέβη αυτό; Γιατί στο ποδόσφαιρο του καιρού μας έχουν χαθεί κάμποσα από τα σοβαρά κριτήρια που μια ομάδα πρέπει να έχει όταν σχεδιάζει την ενίσχυσή της. Οι επιλογές έχουν να κάνουν συχνά με τα χρήματα, συχνότερα με τα βιογραφικά και το μάνατζμεντ, σχεδόν πάντα με την απήχηση της μεταγραφής στον κόσμο. Με τον καιρό, κι επειδή τα χρήματα που υπήρχαν για ξόδεμα ήταν πολλά, οι ομάδες και μαζί και ο κόσμος τους, εθίστηκε στη λογική του σωτήρα που θα ρθει και θα χαλάσει κόσμο και που έπρεπε πάντα να ήταν κάποιος που υποσχόταν με την παρουσία του ότι θα κάνει τη διαφορά – ακόμα κι αν ποια είναι η ομάδα δεν είχε ιδέα. Εδώ και τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια οι ομάδες μας μπήκαν στο τρυπάκι να πρέπει καλοκαιριάτικα να πείσουν διάφορους απίθανους να δεχτούν ένα σκασμό λεφτά για να ρθούν εδώ ανόρεχτοι, σαν τραγουδιστές που κάνουν μια αρπαχτή σε σκυλάδικα της επαρχίας. Κάποιοι από όσους χρυσοπληρώθηκαν ήταν καλοί παίκτες και τίμησαν την αρπαχτή τους: ο κόσμος τους άρεσε, το μαγαζί δεν ήταν τελικά χάλια, τα εύκολα χρήματα που έβγαλαν, κατάλαβαν ότι δεν θα τα έβρισκαν πουθενά. Αλλά υπήρχαν και ένα σωρό άλλοι, που ήρθαν με τη μύτη ψηλά και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μας πείσουν πως ήταν γεννημένοι για άλλα πράγματα και κακώς κατέληξαν εδώ για να ταλαιπωρηθούν μετρώντας εκατομμύρια. Ολοι καλοκαιριάτικα αποθεώθηκαν – κάμποσοι ακόμα και για αυτό ένοιωσαν δυσφορία. Γιατί ποτέ τους δεν ήταν στα όνειρά τους να φορέσουν και να τιμήσουν την φανέλα της ομάδας κι αν αυτό δεν το ονειρεύεσαι δεν το εκτιμάς όσο πρέπει.

Η σχέση είναι δύναμη

Στο παρανοϊκό μας ποδόσφαιρο κάποια στιγμή το να είσαι ποδοσφαιριστής και συγχρόνως οπαδός της ομάδας στην οποία αγωνίζεσαι έγινε και πρόβλημα! Ποδοσφαιριστές στήθηκαν στα αποσπάσματα των ΜΜΕ και των social media γιατί αγαπούσαν την ομάδα στην οποία αγωνίζονταν, πράγμα που σημαίνει πως μερικές φορές είχαν και ένα λόγο παραπάνω στα αποδυτήρια πχ. Το φρόνημα έγινε λόγος υποψίας – το να είσαι παίκτη και συγχρόνως οπαδός αντιμετωπίστηκε με καχυποψία, ενώ θα πρεπε να είναι κριτήριο για την επιλογή των παικτών, όπως κριτήριο ήταν τα χρόνια που η αγάπη για την φανέλα ήταν ιερό καθήκον. Δεν είναι απαραίτητο να είσαι οπαδός της ομάδας στην οποία αγωνίζεσαι, αλλά όταν αυτό συμβαίνει η ομάδα σου είναι τυχερή, ευλογημένη. Η σχέση αυτή έχτιζε κάποτε καριέρες: ήταν δύναμη. Ο Αναστόπουλος ήταν Ολυμπιακός από παιδί. Ο Νικολαϊδης αγαπούσε πάντα την ΑΕΚ. Ο Μίμης Δομάζος μπορεί να αγωνίστηκε κι αλλού αλλά ήταν και είναι πάντα Παναθηναϊκός. Ο Μήτσος ο Μαυρίκης είναι και ήταν ο Πανιώνιος. Δεν ξέρω αν χωρίς την αγάπη για τη φανέλα της ομάδαςμ οι καριέρες όλων αυτών θα ήταν ίδιες. Σίγουρα θα ήταν διαφορετικές οι ομάδες στις οποίες αγωνίστηκαν: πρώτα από όλα λιγότερο τυχερές.

Η απλή αγάπη

Δεν ξέρω τι θα κάνει ο Χριστοδουλόπουλος στον Ολυμπιακό. Η απόκτησή του είναι αλήθεια ότι πολλούς δεν τους ενθουσίασε κιόλας – είμαι βέβαιος ότι θα προτιμούσαν ένα ακόμα Λούα Λούα, ένα ακόμα Ζάχοβιτς, ένα ακόμα Αφελάι, ένα ακόμα UFO που θα κανε κόλπα με τη μπάλα ή μια ακόμα ανόρεχτη βεντέτα που θα ήθελε προσωπικό οδηγό για να μην χάνει το χρόνο του ψάχνοντας παρκινγκ στα καφέ της Γλυφάδα. Εγώ πάλι νομίζω ότι κάθε ομάδα έχει ανάγκη από Χριστοδουλόπουλους, από παίκτες δηλαδή που κάνουν πραγματικότητα τα παιδικά τους όνειρα, που νοιώθουν την ευτυχία ότι τα κατάφεραν αλλά και την υποχρέωση να δώσουν όσα μπορούν. Χάρηκα για τα δυο χθεσινά γκολ του Χριστοδουλόπουλου γιατί είναι εικόνες ξεχασμένων ποδοσφαιρικών αρετών, που ο Ολυμπιακός έχει ανάγκη, όπως κάθε ομάδα που χρειάζεται να βρει πάθος, ενέργεια και δίψα για επιτυχίες. Δεν ξέρω τι θα κάνει τελικά ο Λάζαρος, αν θα προσφέρει όσα θέλει, αν θα αγαπηθεί, αν θα κρεμάσει τα παπούτσια του κάποτε με το Καραϊσκάκη όρθιο να τον χειροκροτεί, γιατί τελικά σε όλους έπαιξε, αλλά μόνο τον Ολυμπιακό αγάπησε. Δεν μπορώ να έχω βεβαιότητες για την επιτυχία του: η ομάδα είναι δύσκολη. Από χθες, όμως, έχω μια ωραία εικόνα από τα παλιά. Την εικόνα ενός παιδιού 33 χρονών που έκανε ένα όνειρό του πραγματικότητα θυμίζοντάς μας ότι στο ποδόσφαιρο συχνά δεν υπάρχει μεγαλύτερο κίνητρο από την απλή αγάπη για μια φανέλα.