Το «προσκυνώ τη χάρη σου» του Ντάνιελ Χάκετ

Το «προσκυνώ τη χάρη σου» του Ντάνιελ Χάκετ

Ο Ολυμπιακός της Ευρωλίγκας έκανε απλά την δουλειά του κόντρα στην Μπάμπεργκ κερδίζοντας ένα ματς, που σε λίγες μέρες κανείς δεν θα θυμάται. Κανείς; Λάθος μου. Πιστεύω ότι ο Ντάνιελ Χάκετ δεν θα το ξεχάσει ποτέ.

Στο πεδίο της μάχης

Γιατί ο κόσμος, αλλά και οι παίκτες του Ολυμπιακού αγάπησαν τον Χάκετ είναι εύκολο να το καταλάβει κάποιος. Ο Ιταλοαμερικάνος ήρθε στον Ολυμπιακό ως μεγάλος σταρ – αλλά άφησε αμέσως στην άκρη εγωισμούς και απαιτήσεις φορώντας μια στολή χωρίς «γαλόνια» και «πουλάδες»: τη στολή του στρατιώτη της ομάδας. Αφού έδειξε σε όλους ότι μπορεί να παλεύει, να πεθαίνει και να ανασταίνεται σε κάθε ματς, να παθιάζεται σαν να έρχεται από τα εφηβικά του συλλόγου πανηγυρίζοντας συχνά για ένα κλέψιμο, μια άμυνα ή ένα ριμπάουντ, κέρδισε τον προβιβασμό του στην εσωτερική ιεραρχία του συλλόγου και μαζί και κάμποσα παράσημα για ανδραγαθήματα. Ο καλός στρατιώτης Χάκετ έγινε ένας εξαιρετικός αξιωματικός, αλλάζοντας τρόπο παιγνιδιού και παίζοντας στην Ελλάδα ένα μπάσκετ τελείως διαφορετικό από αυτό που ήξερε: ο κόσμος αυτό τον προβιβασμό τον χειροκρότησε με την καρδιά του, θα τον ήθελε για όλους τους παίκτες.

   

Η όλη η ιστορία του Χάκετ στον Ολυμπιακό θυμίζει αρκετά την μετάλλαξη του Παναγιώτη Γιαννάκη κάποτε στον Αρη: και στις δυο περιπτώσεις μιλάμε για παίκτες που έβαλαν το εγώ τους στην υπηρεσία της ομάδας. Ο Χάκετ έμαθε πολλά και αξέχαστα από τον Ολυμπιακό, αλλά δίδαξε και στον Ολυμπιακό πολλά ο ίδιος: κυρίως έδειξε πόσο απολαυστικό είναι να ξεπερνάς τα όρια σου έχοντας την ίδια ακριβώς νοοτροπία με την ομάδα, παίζοντας, δηλαδή, σχεδόν πάντα στα κόκκινα, πιο πολύ με την καρδιά, παρά με το μυαλό. Ο Χάκετ έγινε σύνθημα γιατί έδινε τα πάντα κι έφυγε από τον Ολυμπιακό γιατί δυστυχώς μετά τον τραυματισμό του είχε να δώσει λιγότερα. Η φυγή του μεγάλωσε την υστεροφημία του, γιατί τα μέτρια παιγνίδια του έμειναν λίγα: ο Χάκετ δεν απογοήτευσε κανένα και όλοι τον θυμούνται μαχητή και υπέροχο. Η αποθέωσή του ήταν απολύτως αναμενόμενη: όλοι μα όλοι ένοιωθαν ότι κατά βάση κάτι του χρωστάνε, όπως χρωστάνε στον στρατιώτη που γυρίζει σπίτι με προίκα ένα τραυματισμό που απέκτησε στο πεδίο της μάχης για χάρη της πατρίδας. Γιατί, όμως, κι ο ίδιος ο Χάκετ ήταν τόσο συγκινημένος και δεν ήταν π.χ οργισμένος ή πικραμένος επειδή η ομάδα στην οποία τόσα πολλά έδωσε δεν τον κράτησε; Αυτή είναι μια πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση.

Ο μεγάλος κατακτητής

Η αλήθεια είναι ότι στο πρώτο ματς στη Γερμανία, όπου ήταν και εξαιρετικός, ο Χάκετ με κάτι μισόλογα είχε δείξει μια κάποια πίκρα: είναι λογικό. Όμως στην επιστροφή του στο ΣΕΦ, συγκινήθηκε, πρώτα πρώτα από τις αναμνήσεις του. Ο Χάκετ ήρθε στον Ολυμπιακό για να αποδείξει ότι μπορεί να χτίσει μια δεύτερη καριέρα: ο ανέμελος σκόρερ έγινε ένας σπουδαίος πολεμιστής. Αυτό δεν το κάνεις μόνο για χρήματα: το κάνεις αν στο επιβάλει η ίδια η αγάπη για το μπάσκετ και η αγάπη αυτή φουντώνει, όταν καταλαβαίνεις πως εδώ που βρίσκεσαι μπορεί να κάνεις κάτι σπουδαίο. Σπουδαίο για ένα αθλητή δεν είναι μόνο η κατάκτηση ενός τίτλου, ή η υπογραφή ενός καινούργιου συμβολαίου: σπουδαίο είναι και να κατακτήσεις το σεβασμό των συμπαικτών σου και τις καρδιές των οπαδών σου. Ο Χάκετ είναι ένας μεγάλος κατακτητής, που είδε τον Ολυμπιακό σαν το Ελντοράντο του: τον κατέκτησε με τον τρόπο του κι αυτό εμφανώς το χάρηκε. Κάθε μικρή και μεγάλη αποθέωση και δική του, αλλά και της ομάδας του, ήταν μια μεγάλη απόδειξη επιτυχίας και η επιτυχία είναι το αληθινό καύσιμο του αθλητή.

Ο Χάκετ κατέκτησε ένα κοινό που έχει δει πολλούς σπουδαίους παίκτες κι όταν και χθες αυτό το κοινό τον αποθέωσε γονάτισε μπροστά του για να φιλήσει το σήμα της ομάδας στο κέντρο του γηπέδου. Με αυτή την γλυκιά πράξη σεβασμού (που δεν έχει απολύτως καμία σημασία αν ήταν αυθόρμητη ή προσχεδιασμένη) ο Χάκετ θέλησε να δείξει ότι αισθάνεται περήφανος γιατί είναι μέλος της ιστορίας του Ολυμπιακού και ότι ακόμα κι αν το δικό του πέρασμα τελείωσε πικρά και άδικα, η σχέση θα παραμείνει για πάντα κι ο χρόνος δεν θα καταφέρει να την γεμίσει ψεγάδια. Αυτή η αυτοδέσμευση του Χάκετ με τον Ολυμπιακό, στον οποίο θα ανήκει για πάντα, πρέπει να είναι ένα είδος οδηγού για τον ίδιο τον σύλλογο: αν σε όλα του τα τμήματα μπορεί να δημιουργεί σχέσεις με παίκτες, όπως αυτή που έχει με τον Χάκετ, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα ποτέ. Γιατί μόνο η αληθινά μεγάλες ομάδες μπορεί να ξυπνάνε στις καρδιές των αθλητών τη θέληση για τέτοιες αιώνιες σχέσεις πίστης και αφοσίωσης.

Είναι δύσκολο να βρεις Χάκετ

Τα τελευταία χρόνια τονίζουμε υπερβολικά αυτά που θα πρεπε να είναι δεδομένα και ξεπερνάμε γρήγορα τα αληθινά σπουδαία. Μιλάμε π.χ για τον ελληνικό κορμό του Ολυμπιακού σαν να πρόκειται για κάτι παράξενο, ενώ είναι απλός αυτονόητο. Κάθε ελληνική ομάδα θα πρεπε να έχει ένα ελληνικό κορμό και μακάρι να υπήρχαν τόσοι πολλοί και τόσοι καλοί Ελληνες παίκτες για να στελεχώνουν όλες τις ελληνικές ομάδες. Κάθε Ελληνας παίκτης επίσης θα πρεπε a priori να είναι ευτυχισμένος που σε μια ελληνική ομάδα αγωνίζεται, προσφέρει και από αυτήν πληρώνεται για τον κόπο του. Ξέρει την ιστορία της, ξέρει πόσο πολύ μπορεί να τον αγαπήσει ο κόσμος της, ξέρει πόσο τυχερός είναι που δίνει ζωή σε ένα δικό του παιδικό όνειρο. Όλα αυτά είναι αυτονόητα: απορία πρέπει να προκαλεί μόνο το πώς κάποιοι Ελληνες παίκτες δεν προσπαθούν περισσότερο να εκμεταλλευτούν την τύχη τους. Από την άλλη δεν είναι, όμως, καθόλου δεδομένες οι ιστορίες όπως αυτή του Ντάνιελ Χάκετ, αλλά και πολλών άλλων ξένων παικτών που μας αγάπησαν και τους αγαπήσαμε. Οι προικισμένοι ξένοι που προστέθηκαν δίπλα σε καλούς Ελληνες παίκτες είναι αυτοί που εν τέλει έδωσαν το κάτι παραπάνω. Οι Ελληνες για να αποδώσουν πρέπει να κάνουν απλά το καθήκον τους – δεν είναι απλό, δεν είναι εύκολο, αλλά μιλάμε πάντα για παιδιά που ξέρουν που βρίσκονται, τι η ομάδα τους ζητάει και γιατί τα στηρίζει και τα διάλεξε. Οι ξένοι παίκτες δεν πρέπει απλά να είναι εξαιρετικοί επαγγελματίες: πρέπει να παθιαστούν με την ομάδα και να μην την δουν ως απλή δουλειά.

Νομίζω ότι με τον καιρό, όταν ένας ξένος παίκτης μοιάζει να δένεται με τον Ολυμπιακό, θα λέμε ότι «έχει γίνει ή μπορεί να γίνει Χάκετ». Στις ευρωπαϊκές επιτυχίες του Ολυμπιακού δίπλα στις υπογραφές του Φασούλα, του Σπανούλη, του Πρίντεζη, του Σιγάλα, του Τόμιτς, του Παπανικολάου, βρίσκεις κι αυτές του Ρίβερς, του Χάινς, του Λο – χωρίς αυτούς τίποτα δεν θα υπήρχε. Για να μπορείς από αυτούς να πάρεις αυτό το κάτι παραπάνω που έχεις ανάγκη, πρέπει οι ίδιοι να νοιώθουν περήφανοι που φοράνε την φανέλα του συλλόγου κι αυτό δεν γίνεται κατά παραγγελία και είναι δύσκολο. Για αυτό και όλοι ανατρίχιασαν όταν ο Χάκετ γονάτισε και φίλησε το έμβλημα του συλλόγου, σαν να τραγουδούσε «προσκυνώ τη χάρη σου αφέντη μου»: ο κόσμος ξαναείδε κάποιον που δεν είναι ένας από όλους, αλλά είναι ένας και μοναδικός….