Το σκάκι του Μανόλο

Το σκάκι του Μανόλο

Η ΑΕΚ διάλεξε μάλλον τον δυσκολότερο δρόμο για να προκριθεί στους 32 του Γιουρόπα λιγκ, αλλά τελικά τα κατάφερε κι αυτό είναι που μετράει. Αν στο Τσάμπιονς λιγκ ο Ολυμπιακός είχε αποκλειστεί από την κλήρωση, η ΑΕΚ στο Γιουρόπα λιγκ είχε προκριθεί από την κλήρωση: μόνο αν αυτοκτονούσε η Ενωση δεν θα άφηνε πίσω της την Ριέκα και την Αούστρια. Οι πρωταθλητές Κροατίας έχουν μια συμπαθητική ομάδα, αλλά η ΑΕΚ τους βρήκε χωρίς ηθικό μετά τον αποκλεισμό από το Τσάμπιονς λιγκ και τους κέρδισε στην έδρα τους. Εν τέλει αυτή ήταν η μοναδική της νίκη στην διοργάνωση, αλλά της αρκούσε.

Είναι αλήθεια πως στην πορεία έπαιξε με την φωτιά: ακόμα και χθες προτίμησε να παίξει για την ισοπαλία παρά για την νίκη. Η επιλογή είχε ρίσκο, αλλά όταν έχουν προηγηθεί οι ισοπαλίες με την Μπριζ και τη Μίλαν εκτός έδρας, δεν είναι κάτι παράλογο. Η ΑΕΚ έκανε αυτό που ξέρει – για την ακρίβεια αυτό που έμαθε από τον προπονητή της. Και το έμαθε καλά. Στο Γιουρόπα λιγκ πριν την πρόκριση, βρήκε χαρακτήρα: αυτό που πέρυσι της έλειπε.

Αήττητη με πέντε ισοπαλίες

Όταν μια ομάδα προκρίνεται με 5 ισοπαλίες στη σειρά, (τρεις από τις οποίες είναι «λευκές»), γίνεται κατανοητό πιστεύω στον καθένα ότι η συμβολή του προπονητή στην πρόκριση είναι καθοριστική. Ο Μανόλο Χιμένεθ μπορεί να γράψει στο βιογραφικό του ότι παίζοντας κυρίως σκάκι χάρισε στην ΑΕΚ μια πρόκριση στους 32 του Γιουρόπα λιγκ – δεν αποκλείεται με λίγη τύχη στην κλήρωση (που φέτος η ΑΕΚ έχει) να πάει και πιο μακριά. Ο Χιμένεθ είναι ένας παράξενος τύπος. Ερχεται από την Ισπανία, αλλά μοιάζει περισσότερο λάτρης της άμυνας. Του αρέσει ένα ποδόσφαιρο αντεπιθέσεων, αποτελεσματικό όσο και παλιομοδίτικο. Κάνει μεγάλη φασαρία στον πάγκο, αλλά σχεδόν ποτέ δεν κάνει ενστικτώδεις ή θεαματικές αλλαγές. Κυρίως έχει δυο χαρακτηριστικά που έχουν οι πιο πολλοί από τους ξένους προπονητές που πέτυχαν στην Ελλάδα: πρώτον είναι ευχαριστημένος που δουλεύει εδώ και δεύτερον έχει καταλάβει το είδος του ποδοσφαίρου, που αρέσει στους ποδοσφαιριστές που εδώ αγωνίζονται και στους έλληνες παράγοντες γενικότερα. Η ΑΕΚ που παρουσίασε φέτος, ειδικά στο Γιουρόπα λιγκ, είναι η επιτομή του «παίζω για να μην χάνω». Στα κρίσιμα μας σχεδόν εκμηδένισε κάθε ρίσκο: δεν άφησε τον αντίπαλο να παίξει, έχοντας πάντα στο μυαλό της ότι μπορεί σε μια φάση να του κάνει τη μεγάλη ζημιά. Αυτό το απλό, αλλά κατανοητό σχέδιο, υποστηριγμένο ήδη από το καλοκαίρι με ένα ευμετάβλητο 5-3-2, η ομάδα το υπηρέτησε καλά. Η ΑΕΚ στα έξι ματς στο Γιουρόπα λιγκ υποχρεώθηκε να κάνει κάμποσες αλλαγές εξαιτίας τραυματισμών που προέκυψαν, αλλά κι όταν αγωνίστηκε στο Σαν Σίρο με μια άμυνα σχεδόν πειραματική, δεν έχασε ποτέ την ομοιογένεια και την συνοχή της. Δεν είναι πιθανότατα πολύ θεαματικό αυτό, αλλά σε ένα ποδόσφαιρο, όπως το δικό μας στο οποίο οι αγωνιστικές αξίες έχουν πάει κατά μέρους, είναι ένας μπούσουλας για να μην χαθείς. Κι αν δεν χαθείς, κάτι καλό μπορείς να φτιάξεις.

 

Το ιστορικό χαρακτηριστικό της

Στους 32 του Γιουρόπα λιγκ φτάνει μετά από χρόνια μια κανονική και όχι μια θεαματική ΑΕΚ. Το κανονικό στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι μετά από πολλές δυσκολίες και οδύνες η ΑΕΚ ξανάγινε μια «ομάδα - προπονητή», πράγμα που ιστορικά ήταν το χαρακτηριστικό της. Στο ελληνικό ποδόσφαιρο οι μεγάλοι είχαν πάντα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ο ΠΑΟ ήταν ομάδα μεγάλων και σοβαρών παραγόντων με κύρος στα θεσμικά όργανα – κατά την γνώμη μου η παρακμή, που τον οδήγησε στη σημερινή του κρίση, ξεκίνησε από την εποχή, που αυτό τον χαρακτήρα τον έχασε. Ο Ολυμπιακός έφτανε σε επιτυχίες όταν είχε σπουδαίες μονάδες – μέχρι τον ερχομό του Μπάγεβιτς το 1996 δεν υπάρχει ούτε ένας σταρ προπονητής στην ιστορία του. Ο ΠΑΟΚ ήταν πάντα μια ομάδα που έπαιζε θεαματικό ποδόσφαιρο στην έδρα του, που ήταν το απόρθητο κάστρο του. Και η ΑΕΚ ήταν πάντα η ομάδα που για να προκόψει έπρεπε να έχει ένα σπουδαίο προπονητή: όλες οι καλές ομάδες της Ενωσης σε αυτό βασίστηκαν κι όταν η ΑΕΚ έχασε αυτή την προταιρεότητα, έχασε και τον δρόμο της. Η ΑΕΚ του Φάντροκ, η μεγάλη ΑΕΚ του Μπάγεβιτς, ακόμα και η ΑΕΚ του Σάντος ήταν «ομάδες- δημιουργήματα» τεχνικών που καταλάβαιναν τον σύλλογο, τις δυνατότητες, τις προτεραιότητές του. Αυτό έχε καταλάβει πολύ καλά και ο Χιμένεθ: δουλεύει χωρίς μεγάλες απαιτήσεις, οφείλει να είναι προσεχτικός με το υλικό που έχει στα χέρια του, ψάχνει σχήματα που βασίζονται στους παίκτες που έχει αφήνοντας κατά μέρους πειραματισμούς και μεγάλες ιδέες, είναι κάποιες φορές απολαυστικά  ευθύς στις δηλώσεις του, αλλά κι αυτό χρειάζεται ώστε να προσγειώνει τους πάντες. Κυρίως κάνει προσεχτικές επιλογές: ο Αραούχο και ο Λιβάγια που ήρθαν από την Ισπανία, δηλαδή μια αγορά που ο προπονητής γνώριζε, δεν θα είχαν έρθει στην ΑΕΚ αν υπήρχε κάποιος άλλος προπονητής. Είναι επίσης φανερό ότι ο Χιμένεθ ξεκαθάρισε γρήγορα στο μυαλό του ποιοι είναι οι βασικοί του: προτιμά π.χ να παίζει με αριστερό στόπερ τον Μπακάκη, παρά να δοκιμάσει τον Βινίσιους, κι έστειλε σε άλλη ομάδα τον Τρίστανσον χωρίς να ασχοληθεί ιδιαίτερα μαζί του. Προπονητής είναι πρώτα από όλα κάποιος που κάνει επιλογές.

Το μεγάλο κίνητρο

Πριν τον Χιμένεθ, η ΑΕΚ προσπάθησε επιλέγοντας πολλές άλλες λύσεις. Επένδυσε στον Τραϊανό Δέλλα, ένα δικό της παιδί, μέχρι που κατάλαβε ότι είχε ανάγκη από κάποιον σκληρότερο. Χώρισε γρήγορα με τον Γουστάβο Πογιέτ γιατί ήταν άνθρωπος με απαιτήσεις, που πιθανότατα την ίδια την ξεπερνούσαν: μια ομάδα που έχει καταλήξει στη Γ΄ Εθνική για χρέη δεν μπορεί παρά να είναι προσεχτική με τους ισολογισμούς της. Δεν στήριξε τον Τιμούρ Κετσπάγια γιατί πιθανότατα κι αυτός δεν έδειχνε ενθουσιασμένος με το υλικό. Εκανε λάθος με την επιλογή του Μοράις, αλλά στο τέλος βρήκε τη λύση – μια λύση από τα παλιά, αλλά όχι φθαρμένη. Ο Χιμένεθ ήρθε στην ΑΕΚ με όρεξη να αποδείξει ότι κάποτε αδικήθηκε. Για ένα καλό επαγγελματία δεν υπάρχει μεγαλύτερο κίνητρο…