Το τέλος είναι κοντά

Το τέλος είναι κοντά

Ο μετρ της ειρωνείας Γιο Νέσμπο στο «Χιονάνθρωπο», αν θυμάμαι καλά, γράφει ότι οι Νορβηγοί θα πρέπει να ζητήσουν να ψηφίζουν τον Υπουργό Εθνικής Αμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών, αφού η στρατιωτική ασφάλεια της χώρας τους εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από το ΝΑΤΟ. Το θυμήθηκα καθώς διάβαζα διάφορα για τις αμερικάνικες εκλογές. Οι ίδιοι οι Αμερικάνοι μπορούν να σνομπάρουν τις εκλογές τους – ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος δεν έχει αυτό το δικαίωμα: είναι ολότελα αντιφατικό, αλλά και πραγματικό. Το ποιος θα κερδίσει απόψε στις ΗΠΑ μπορεί να είναι περισσότερο σημαντικό για τον υπόλοιπο κόσμο από ότι για τους ίδιους τους Αμερικάνους.

Ιστορικά ειρωνικό εξώφυλλο

Το περιοδικό ΤΙΜΕ κυκλοφόρησε με αυτό το καταπληκτικό εξώφυλλο που είχε μια φωτογραφία της Χίλαρι Κλίντον και του Ντόναλντ Τραμπ κι έγραφε «Το τέλος είναι κοντά». Οι άνθρωποι της καμπάνιας της Κλίντον κατηγόρησαν το περιοδικό (που κατά τα άλλα υποστηρίζει την Χίλαρι) ότι πρόβαλε το τέλος της διαδικασίας με ένα εξώφυλλο που λειτουργεί υπέρ του Τραμπ: οι δυο διεκδικητές της προεδρίας εμφανίζονται στα μάτια της κοινής γνώμης ως ένα είδος αναγκαίου κακού, κάτι που για τη Χίλαρι είναι άδικο. Ωστόσο αυτό που το περιοδικό θέλησε να καταδείξει, με λεπτή ειρωνεία, είναι ότι και οι δυο υποψήφιοι ήταν μάλλον οι μη ενδεδειγμένοι για την περίσταση – το μήνυμα του αφορούσε το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ και όχι τόσο τους δυο. Είναι αυτό άδικο για την κ. Κλίντον που έχει και τις μεγαλύτερες πιθανότητες να κερδίσει; Μπορεί να είναι. Ωστόσο το γεγονός ότι ελάχιστους θα ενθουσιάσει η εκλογή της παραμένει.  

Το γινάτι μιας κυρίας

Η Χίλαρι Κλίντον θυμίζει τόσο πολύ αυτό που λέμε υποψηφιότητα από πολιτικό τζάκι, που είναι παράξενο ότι στις εμφανίσεις της δεν μυρίζει παντού καυσόξυλο. Ακόμα μεγαλύτερη κατάθλιψη προκάλεσε σε μερίδα των δικών της ψηφοφόρων η είδηση ότι αν η ίδια είχε κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας τη θέση της ως υποψήφια Πρόεδρο των ΗΠΑ θα έπαιρνε η μεγάλη της κόρη: τέτοιου τύπου διαδοχές και χρίσματα συναντάς μόνο στις βασιλικές οικογένειες. Το πρόβλημα της Χίλαρι Κλίντον ήταν ότι αποτελεί μια υποψηφιότητα βγαλμένη από κομματικό σωλήνα όσο καμία άλλα στο πρόσφατο παρελθόν: η εικόνα της είναι πολυφορεμένη, δεν εμπνέει σχεδόν κανένα και μολονότι ο άντρας της υπήρξε ένας πολύ καλός πρόεδρος και η ίδια έχει διατελέσει Υπουργός Εξωτερικών για το ίδιο το Δημοκρατικό κόμμα η νίκη της θα είναι πισωγύρισμα καθώς η Χίλαρι δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Μπάρακ Ομπάμα. Η Χίλαρι μοιάζει με μια κυρία που θέλει να κάνει πράξη το όνειρο της ζωής της – κυνηγάει την προεδρεία χρόνια. Αυτό στην κατεξοχήν χώρα των ονείρων  δεν είναι κακό – το πρόβλημα είναι ότι όλοι καταλαβαίνουν πως αν δεν λεγόταν Κλίντον θα είχε πάει σπίτι καιρό τώρα: μια σημαντική μερίδα Δημοκρατικών έχει κουραστεί από το γινάτι της. Αν την ψηφίσουν τελικά θα είναι για να μην βγει ο Τραμπ. Διότι ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, ετούτες εδώ οι εκλογές υπήρξαν το μεγάλο σόου του Ντόναλντ Τραμπ, το σουξέ του οποίου η δυτική Ευρώπη δεν καταλαβαίνει – ή κάνει ότι δεν καταλαβαίνει.

Τραμπ είσαι και φαίνεσαι

Από την αρχή τον Τραμπ τον περιέγραψαν σαν ένα ακόμα λαϊκιστή – ένα δεξιό λαϊκιστή που περιγράφει τον κόσμο απλοϊκά μοιράζοντας τον στα δυο και βάζοντας από τη μια όσους τον ακολουθούν και από την άλλη όσους δεν τον ενδιαφέρουν. Όμως ο Τραμπ δεν περιορίστηκε στο να πει όσα πιθανότατα πολλοί και στις ΗΠΑ λένε μεταξύ τους νοιώθοντας ντροπή να τα υποστηρίξουν δημόσια, αλλά προχώρησε ακόμα πιο πέρα. Μιλώντας στο όνομα ενός λαού που επιθυμεί τάξη, χρήματα και εθνική υπερηφάνεια ο Τραμπ κατέδειξε ότι και στις ΗΠΑ υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι πολιτών που είναι διατεθειμένο να ψηφίσει οποιονδήποτε μοιάζει ικανός να καταστρέψει θεσμούς και κοινωνικές δομές χωρίς μάλιστα να δεσμεύεται ότι θα φτιάξει κάτι καλύτερο. Ο Τραμπ προετοίμασε χρόνια την υποψηφιότητα του κάνοντας εκπομπές στην τηλεόραση – εκπομπές βασισμένες στην ξενοφοβία, τα σλόγκαν του τύπου «όλοι τα παίρνουν», την επιθετική και ισοπεδωτική κριτική στο όνομα κάποιου λαού που υποφέρει από τη λειτουργεία του Κράτους: το ενδιαφέρον είναι ότι ο Τραμπ δεν μιλούσε για φτωχούς και αποκλεισμένους αλλά από όσους – κατά τον ίδιο – στερούνται από ένα σπάταλο και διεφθαρμένο Κράτος το δικαίωμα να γίνουν πλούσιοι! Ο Τραμπ που αυτοπροβάλλεται ως δισεκατομμυριούχος προσπάθησε να γίνει η φωνή των φτωχών και είναι παράδοξο ότι, όπως οι δημοσκοπήσεις αποδεικνύουν, είναι πάρα πολλοί οι φτωχοί που τον πιστεύουν: τον βοήθησε και ότι στρατεύτηκε εναντίον του το Χόλλιγουντ, δηλαδή αυτό που στα μάτια του μέσου αμερικάνου είναι η Μέκκα του αμερικάνικου πλούτου. Όταν μιλάει ο Ντε Νίρο πχ υπέρ της Χίλαρι εμείς βλέπουμε ένα διάσημο ηθοποιό, οι Τεξανοί ένα πλούσιο γελωτοποιό.

Το τέλος του καθωσπρεπισμού

Ο μέσος ψηφοφόρος του δεν θέλει την βοήθεια του Κράτους: πιστεύει ότι ο Τραμπ έχει μια μαγική συνταγή που θα τον βοηθήσει να γίνει πλούσιος γιατί κι αυτός τα κατάφερε. Φυσικά σε αυτό το θαύμα του Τραμπ πρόσβαση μπορεί να έχουν κυρίως οι λευκοί Αμερικάνοι: όταν ο Τραμπ επιτίθεται στους μετανάστες πχ το κάνει προσπαθώντας να πείσει τους δικούς του ότι ο πλούτος που υπόσχεται έχει ένα είδος πατριωτικού πρόσημου – είναι εγγυημένος, αλλά δεν είναι για όλους. Οι συνεχείς επιθέσεις του στο πολιτικό σύστημα του οποίου η Κλίντον είναι έτσι κι αλλιώς εκπρόσωπος, έγιναν κι αυτές με σκοπό να πειστεί ο μέσος αμερικάνος ότι υπάρχει μια τάξη πολιτικών που πρέπει να καταλήξει στο περιθώριο: «δεν έχουμε καμιά δουλειά μ αυτούς, εμείς οι καλοί αμερικάνοι» συνηθίζει να επαναλαμβάνει. Το ακόμα περισσότερο παράξενο, όταν μιλάμε για αμερικανικές εκλογές, είναι ότι πρόβαλε (εν τέλει υπερβολικά και μάλλον για αυτό θα την πατήσει) τα ελαττώματά του, θεωρώντας τα ανθρώπινες αδυναμίες που τον κάνουν ακόμα περισσότερο προσιτό. Ο Τραμπ στην καμπάνια του διέλυσε κάθε κώδικα καθωσπρεπισμού, που ήταν απαραίτητος στην αμερικάνικη πολιτική σκηνή ειδικά στην προεκλογική περίοδο. Ζητούσε να τραβήξει κάποιος τα μαλλιά του για να καταλάβει ο κόσμος ότι δεν φοράει περούκα, δήλωνε πως είναι φοροφυγάς γιατί «έτσι πρέπει να κάνει κάθε επιχειρηματίας», τόνιζε πως είναι γυναικάς «γιατί είναι άντρας με ορέξεις και θα την έπεφτε και στην κόρη του, αν δεν ήταν κόρη του», παραδεχόταν πως πίνει ένα ουίσκι παραπάνω γιατί «καταπολεμάει το στρες κι αυτό το νοιώθουν μόνο όσοι δουλεύουν», έκανε ότι μπορούσε για να μοιάζει στον ψηφοφόρο του φωνάζοντας του «Τραμπ είσαι και φαίνεσαι». Όχι τυχαία, αν χάσει, ένας λόγος είναι ότι θα τον μαυρίσουν οι γυναίκες με τις οποίες δεν κατάφερε να βρει κάποιου τύπου επικοινωνία: αν ψήφιζε μόνο ο μέσος αμερικάνος που νοιώθει πως πληρώνει πολλούς φόρους και πως υπάρχει ένα σύστημα φτιαγμένο για να τον ταλαιπωρεί, ο παραληρηματικός Τραμπ με την ξενόφοβη ρητορική, την αστείρευτη επιθετικότητα και την αλαζονική συμπεριφορά θα ήταν ήδη Πρόεδρος των ΗΠΑ. Χάρη σε ψήφους θρησκόληπτων κρυφορατσιστών που νομίζουν ότι γκρεμίζουν το σύστημα.

Λίγο ακόμα χρειάζεται

Η καμπάνια του, βασισμένη στο να κολακεύσει καταπιεσμένες επιθυμίες και να δικαιώσει απόψεις εμφανώς αντισυστημικές, αλλά και επικίνδυνες, υπήρξε εν τέλει χρήσιμη: μας βοήθησε να έχουμε μια καλύτερη εικόνα για το πόσο επικίνδυνος είναι ο κόσμος μας. Λίγο ακόμα λαϊκισμός χρειάζεται και «το τέλος είναι κοντά», που λέει και το TIME…