Μια ιστορία με κακό τέλος

Μια ιστορία με κακό τέλος

Δεν ήθελα να γράψω τίποτα για την διακοπή του ματς του Παναθηναϊκού με τον ΠΑΟΚ – άλλωστε δεν μιλάμε για τίποτα το σπάνιο. Αν αποφάσισα να το κάνω είναι γιατί βλέπω ότι γίνεται μια προσπάθεια να περάσει το πράγμα ως μια ανεξήγητη μεμονωμένη ενέργεια ενός ηλίθιου, που ξαφνικά σηκώθηκε και σημάδεψε τον Βλάνταν Ιβιτς με ένα μπουκάλι μπύρα, καταστρέφοντας ένα κατά τα άλλα ήρεμο ματς. Δεν έγινε ακριβώς έτσι.

Η ιστορία από την αρχή

Για να περιγράψει κανείς το χθεσινό περιστατικό της Λεωφόρου πρέπει να πάρει την ιστορία από την αρχή και να πάει αρκετά πίσω. Πριν πέντε χρόνια ο Γιάννης Αλαφούζος ανέλαβε τον ΠΑΟ, που βρισκόταν ένα βήμα πριν την πτώχευση. Προσπάθησε να σώσει τον Παναθηναϊκό από τη διαφαινόμενη οικονομική καταστροφή δια μέσου ενός προγράμματος λιτότητας: η ομάδα ήταν σε τόσο άθλια οικονομική κατάσταση, που μια χρονιά δεν πήρε άδεια να αγωνιστεί στην Ευρώπη. Το πρόγραμμα λιτότητας απέδωσε, όμως, όπως όλα τα προγράμματα λιτότητας, είχε ένα πρόβλημα: δεν δημιούργησε κανένα ενθουσιασμό στις τάξεις των οπαδών. Το συμμάζεμα των οικονομικών δεν στάθηκε δυνατό να συνδυαστεί με τη δημιουργία μιας αγωνιστικά αξιόπιστης ομάδας: ο Παναθηναϊκός, επειδή είναι μεγάλη ομάδα, μπορούσε να κερδίσει ένα βράδυ τον Ολυμπιακό που είχε πάντα μπροστά του, όμως πρωταθλητισμό ήταν δύσκολο να κάνει. Θα μπορούσε η επιλογή του να είναι η δημιουργία μιας ομάδας που να παίζει ωραίο ποδόσφαιρο. Ο Αλαφούζος, φίλαθλος του σαλονιού και όχι του γηπέδου, αρχικά αυτό είχε στο μυαλό του και μιλούσε πολύ ρομαντικά για τη δημιουργία μιας ελληνικής Ντόρτμουντ – λέγεται ότι ζήτησε μάλιστα κι από ένα Πορτογάλο αναλυτή να του κάνει ιδιαίτερα μαθήματα ποδοσφαίρου για να το καταλάβει καλύτερα. Αλλά στην Ελλάδα οι ΠΑΕ δεν πουλάνε ποδόσφαιρο κι όταν η μοίρα του συναντήθηκε με τους οργανωμένους κατάλαβε ότι ο κόσμος για να στηρίξει την προσπάθειά του χρειάζεται ένα ωραίο οπαδικό αφήγημα.

Σε δεύτερη μοίρα το ποδόσφαιρο

Ο οργανισμός που λέγεται Παναθηναϊκός έβαλε σε δεύτερη μοίρα το ποδόσφαιρο κι έγινε ένα κίνημα διαμαρτυρίας. Ο Ολυμπιακός, που κέρδιζε, έπρεπε ποικιλοτρόπως να αποδομηθεί, ώστε να γίνει κατανοητό ότι οι νίκες του δεν είχαν να κάνουν με το γεγονός ότι είχε όλα αυτά τα χρόνια την ακριβότερη και πληρέστερη ομάδα, αλλά γιατί έλεγχε ένα υποτίθεται αόρατο παρασκήνιο που τον προστάτευε. Φυσικά και στον Ολυμπιακό είχαν κολλήσει διάφορα τσιμπούρια, που τους αρέσει η σχέση με τον εκάστοτε δυνατό, αλλά στη συγκεκριμένη ιστορία γιγαντώθηκε το ασήμαντο για να παραμορφωθεί η πραγματικότητα: στο κεφάλι κάποιων χιλιάδων οπαδών του ΠΑΟ (κι όχι λίγων ανεγκέφαλων…), χάρη στη δουλειά ενός ολόκληρου συστήματος επικοινωνίας, μεγάλωσε η προκατάληψη και η προκατάληψη πάντα γεννά βία. Κάθε χρόνο το ματς με τον Ολυμπιακό δεν τελείωνε εξαιτίας επεισοδίων – κάθε κίνημα καταγγελίας επιδιώκει να δείχνει τη διαφορετικότητά του δια μέσου της σύγκρουσης. Μόνο που φέτος η πραγματικότητα εκδικήθηκε την υπερβολή: την ΕΠΟ την διοικεί μια επιτροπή του Κράτους, οι διαιτητές έμοιαζαν να έχουν υπογράψει συμβόλαιο που να λέει ότι απαγορεύεται να δώσουν  πέναλτι στον Ολυμπιακό, οι διώξεις του Ολυμπιακού από τους εισαγγελείς γίνονται για ψύλλου πήδημα και το παραμύθι έπαψε να έχει δράκο.

Οργισμένοι και ευτυχισμένοι

Ολη αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να είναι ένας θρίαμβος του Αλαφούζου, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Διότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα μυθιστόρημα όπου ο συγγραφέας γράφει τον επίλογο όπως θέλει, αλλά με μια αληθινή ιστορία που κάποιος την αφηγήθηκε εσκεμμένα λάθος, με σκοπό να έχει οργισμένους, αλλά ευτυχισμένους οπαδούς. Είναι αλήθεια ότι για τους οπαδούς του ΠΑΟ, που πιστεύουν σε εγκληματικές οργανώσεις και άλλα πολλά εμπριμέ, η σεζόν είχε κάμποση ευτυχία και ας μην ήταν η ομάδα (πάλι…) καλή: το να ακούν τον Ολυμπιακό να γκρινιάζει και το να τον βλέπουν να τρέχει σε δικαστικές αίθουσες για να υπερασπιστεί ό,τι στο γήπεδο κέρδισε, έφερε κάμποση χαρά, μαζί και τη βεβαιότητα ότι αρχίζει για το ελληνικό ποδόσφαιρο μια νέα εποχή, στην οποία ο ΠΑΟ θα είναι σεβαστός, όπως όλοι οι νικητές των μεγάλων πολέμων. Μόνο που κι αυτό ήταν επίπλαστο: όταν, μετά από τα σφυρίγματα του Κύζα στην Τούμπα, η ευτυχία τελείωσε, έμεινε μόνο η οργή. Η οργή καμιά φορά οδηγεί στην απογοήτευση: το ματς του Παναθηναϊκού με τον ΠΑΟΚ έγινε σε μια ψιλοάδεια Λεωφόρο. Η οργή καμιά φορά σε οδηγεί στη διαμαρτυρία: μετά την Τούμπα, η διοίκηση του ΠΑΟ τα άκουσε από τους οργανωμένους, που ζητάνε από τον Αλαφούζο να φύγει. Η οργή πάντα οδηγεί στη βία: χθες στη Λεωφόρο υπήρχε ένταση και προκατάληψη πάλι για τα σφυρίγματα του διαιτητή. Δεν είναι για μένα είδηση ότι έφυγε το ντενεκεδάκι και χτύπησε τον Ιβιτς. Είδηση είναι ότι αυτό ήταν μόνο ένα: μετά το χαμό που γίνεται, έπειτα από την αποβολή του Βλαχοδήμου και τη μη αποβολή του Ενρίκε, ένοιωθες ότι είναι θέμα χρόνου να έχουμε εισβολή στο γήπεδο. Αν αυτό δεν έγινε, είναι γιατί ο ΠΑΟ ήταν μπροστά στο σκορ με το γκολ του Μπεργκ.

Η απόλυτη απουσία του Κράτους

Ο συστηματικός δηλητηριασμός του ποδοσφαίρου έχει δημιουργήσει ένα γηπεδικό κοινό επικίνδυνο: όποιος δεν το βλέπει εθελοτυφλεί. Το χειρότερο είναι ότι υπάρχει μια απόλυτη απουσία του Κράτους. Ο Κοντονής (που είναι αυτή η ψυχή…) μας έλεγε ότι κατάργησε τη βία με ένα νόμο: βλέπουμε πόσο τα κατάφερε. Αυτός που πέταξε το ντενεκεδάκι στον Ιβιτς δεν είναι ένας ανεγκέφαλος: είναι ένας τύπος που πιθανότατα ονειρεύεται να δει στην ομάδα του κάποιον μεγαλομέτοχο που να μπορεί κι αυτός να στήσει στα δύσκολα ένα σόου με πρωταγωνιστή τον Κύζα – πάντα αυτό ήθελε. Αυτός που το πέταξε είδε επίσης, λίγες μέρες πριν στο Βόλο, εκατοντάδες ανθρώπους να παίζουν ξύλο κι ένα ματς να συνεχίζεται κανονικά: γιατί να μην πετάξει το κουτί; Γνωρίζει επίσης ότι  καταδίκες προηγούμενων επεισοδίων από την πλευρά της ΠΑΕ δεν υπήρξαν: έφταιγε πάντα ο Ολυμπιακός, η διαφθορά, η εγκληματική οργάνωση κτλ. Εφυγε ήσυχος και ήρεμος και πήγε σπίτι: καμία κάμερα δεν τον κατέγραψε – άλλωστε οι κάμερες είναι ως γνωστόν πρόβλημα μόνο στο Καραϊσκάκη. Σήμερα δεν αποκλείεται να φύγει και ο Αλαφούζος, που αναρωτιέται πλέον πόσο κορόιδο τον έπιασαν με τις συμμαχίες: καταλαβαίνει πλέον ότι άνοιξε το δρόμο για να επιστρέψουν τα χειρότερα τέρατα. Αλλά είναι αργά.