Χαβαλές με τέρμα το γκάζι

Χαβαλές με τέρμα το γκάζι

Μου αρέσει να βλέπω τα σινεμά γεμάτα και για αυτό καταχάρηκα, όταν είδα ότι στη αίθουσα προβολής της όγδοης περιπέτειας των «Μαχητών του Δρόμου» (όπως έχουμε βαφτίσει στα ελληνικά τους Fast end Furious) δεν έπεφτε καρφίτσα. Blockbuster θα πει κάποιος: σωστά. Αλλά τα τελευταία χρόνια έχω δει ανάλογες χαβαλοταινίες, με τόσους λίγους παρόντες στην αίθουσα, ώστε στο τέλος μπορούσα με να φύγουμε με το ίδιο ταξί, που λέει ο λόγος. Οι Μαχητές αντέχουν και μην απορείτε γιατί.

Δεκαέξι χρόνια πριν

Είναι δύσκολο κάποιος που δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται να καταλάβει το είδος του κολλήματος (ή μήπως καψίματος;). Οι οκτώ ταινίες έχουν ελάχιστα κοινά μεταξύ τους: ισχύει για τη σειρά το γνωστό «εμείς για αλλού κινήσαμε για αλλού κι αλλού η ζωή μας πάει». Η πρώτη της σειράς, το πολύ μακρινό πλέον 2001, είναι ένα Β movie, με μια περίεργη ατμόσφαιρα δεκαετίας του ‘80, πολύ πριν αυτή γίνει ένα είδος ιερής αγελάδας, όπως στις μέρες μας. Οι πρωταγωνιστές, όπως στα καλά B Movie ψιλοάγνωστοι, ώστε να φοβάσαι πως μπορεί να πεθάνουν, και ψιλοανερχόμενοι, ώστε να έχει τη βεβαιότητα ότι κάποιους θα τους ξαναδείς. Ο μακαρίτης Πολ Γουόκερ ήταν δεν ήταν τριάντα χρονών, ο Βιν «Ντομ Τορέτο» Ντίζελ είχε ένα πέρασμα από τον «Στρατιώτη Ράιαν», η Μισέλ «Λέτι» Ροντρίγκεζ πουλάει απλά τη σεξουαλική αγριάδα της. Η ταινία κάνει πολλά εισιτήρια γιατί έχει τρία πράγματα που οι άντρες γουστάρουν (και) στο σινεμά, δηλαδή αυτοκίνητα και μηχανές για κόντρες, ανεμελιά (και στο σενάριο) και γκόμενες. Γελάς με τις (μικρο)υπερβολές, κοροϊδεύεις τις ατάκες, περνάς καλά: αλλά το 2001 ήταν αδύνατο να φανταστείς πως δεκαέξι ολόκληρα χρόνια αργότερα θα πήγαινες να δεις τανία με τον ίδιο τίτλο και κάμποσους από δαύτους στους ίδιους περίπου ρόλους. Δυστυχώς όχι όλους, αφού τον πρωταγωνιστή που γλύτωσε πολλές φορές, δηλαδή τον Πολ Γουόκερ, τον χάσαμε: η καταραμένη του μοίρα του έπαιξε ένα ανελέητο παιγνίδι.

Τρεις οι λόγοι

Ο Μποντ βασίστηκε σε μια σειρά από βιβλία του Ιαν Φλέμινγκ: αυτά  έστρωσαν τον κινηματογραφικό δρόμο του προς το σουξέ. Οι «Επικίνδυνες Αποστολές» είναι μεταφορά στην οθόνη μιας μεγάλης τηλεοπτικής επιτυχίας. Κατά καιρούς έχουν υπάρξει κινηματογραφικοί ήρωες πάνω στους οποίους χτίστηκαν κινηματογραφικές σειρές: ο Ρόκι έφτασε τις έξι ταινίες, πριν παραδώσει τη σκυτάλη στον Κριντ. Ο Φρέντι Κρούγκερ μας τρόμαξε επτά φορές, πριν ξεκινήσει το πράγμα πάλι από την αρχή – χωρίς ωστόσο επιτυχία. Ο Τζέισον γύρισε Παρασκευή και 13, τουλάχιστον δώδεκα φορές για να σπείρει τον τρόμο, αλλά από την πέμπτη του επιστροφή και μετά τις ταινίες του έβλεπαν οι λίγοι σχετικά fan του και όσοι είχαν απομείνει ζωντανοί στα προηγούμενα περάσματά του: οι Μαχητές των Δρόμων στην όγδοη επιστροφή τους, όταν κανονικά θα πρεπε να έχουν βαρεθεί και οι ίδιοι τους ρόλους τους, έκαναν ρεκόρ εισπράξεων! Θα το καταρρίψουν στην ένατη ταινία της σειράς γιατί ο κόσμος εκτιμά την τιμιότητα με την οποία οι συντελεστές υπηρετούν τον χαβαλέ που προσφέρουν. Ολοι πατάνε το γκάζι του χάβαλου με την ίδια δύναμη που γκαζώνουν και τα πολυτελέστατα αυτοκίνητα που διαλύουν σε κάθε ευκαιρία.

 Απογείωση μετά το νουμ 4       

Για να είμαι δίκαιος δεν είναι όλες οι ταινίες της σειράς ίδιες – σε κάποιες δεν υπάρχει ολόκληρη η παλιοπαρέα. Οι τρεις πρώτες ταινίες είναι πολύ φτωχές σε εφέ – η σειρά αρχίζει να αποκτά τον τωρινό της χαρακτήρα μετά το νούμερο 4: αυτό φαίνεται και στις εισπράξεις οι οποίες αρχίζουν να απογειώνονται θεαματικά μετά το 2009, όταν οι παραγωγοί πείθουν (και πληρώνουν αδρά…) την παλιοπαρέα να επιστρέψει υπό τις οδηγίες του Τζάστιν Λιν, που ήδη έχει σκηνοθετήσει το μέτριο επεισόδιο στο Τόκιο. Από το σημείο αυτό ξεκινά η απογείωση για τρεις λόγους. Ο πρώτος γιατί οι παραγωγές είναι πλουσιότερες, τα εφέ καλύτερα και το θέαμα θυμίζει λιγότερο Β movie και πιο πολύ ηλεκτρονικό παιγνίδι, πράγμα που οι πιτσιρικάδες γουστάρουν. Ο δεύτερος γιατί σιγά σιγά οι ταινίες αρχίζουν να μοιάζουν αισθητικά στις ταινίες του Τζέιμς Μποντ, της περιόδου που αυτές είχαν πρωταγωνιστή τον Πιρς Μπρόσναν. Οι παραγωγοί του Μποντ διαλέγοντας τον Ντάνιελ Κρέγκ άρχισαν τις ιστορίες του από την αρχή κι έδωσαν στον ήρωα την χαμένη του βρεταννικότητα, όμως οι ταινίες με τον Μπρόσναν Μποντ είχαν χτίσει ένα κοινό που με αυτές καταδιασκέδασε: σε αυτό το κοινό οι Μαχητές κυριολεκτικά επιτέθηκαν και το ικανοποίησαν.  Ο τρίτος και ίσως σημαντικότερος λόγος είναι ότι η μυθοπλασία σταμάτησε να υπακούει κάθε κανόνα: όλα είναι δυνατά γιατί στο χαβαλέ και στη φαντασία δεν υπάρχουν όρια.

Συμβαίνουν τα πάντα

Από την τέταρτη σειρά της ταινίας και μετά μπορούν να συμβούν τα πάντα, όχι μόνο γιατί τα εφέ υπηρετούν ό,τι πιο τρελό μπορεί να σκεφτεί σεναριογράφος, αλλά και γιατί η πλοκή είναι απλό optional: καλά καλά δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, αφού οι κακοί του προηγούμενου επεισοδίου, αν έχουν κερδίσει το χειροκρότημα και την αποθέωση του κοινού με ή για την παλαβομάρα τους, μπορεί να γίνουν κι αυτοί καλοί και χρήσιμοι. Οι προσθήκες του Ροκ και του Στέιθαμ πρόσθεσαν σκηνές απερίγραπτου καλαμπουριού: η σκηνή στην οποία ο Στέιθαμ πυροβολεί κόσμο και κοσμάκη μέσα σε ένα αεροπλάνο, κρατώντας αγκαλιά ένα μωρό, είναι μια μικρή ωδή στο χαβαλετζίδικο παράλογο, που η σειρά εξυπηρετεί. Στο μεταξύ βλέπουμε σε κάθε επεισόδιο ολοένα και πιο απίθανα πράγματα: βροχή από αυτοκίνητα να πέφτουν από τον ουρανό, παγοδρομίες υπό τους ήχους οπλοπολυβόλων, υποβρύχια να κάνουν σούζες, την Σαρλίζ Θερόν αληθινή μέγαιρα που θέλει να διαλύσει τον κόσμο – όποιος νομίζει ότι τα έχει δει όλα, αναθεωρεί.

Κάψ' το τελείως

Υπάρχει τίποτα σοβαρό σε όλα αυτά; Τίποτα απολύτως, αλλά που είναι το πρόβλημα; Στη ζωή συχνά φοβόμαστε να πάρουμε στα σοβαρά τα σοβαρά, γιατί πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά, κάτι που φωνάζει πως σοβαρό δεν είναι; Και ποιος είπε ότι μετράει μόνο οτιδήποτε υπακούει σε κανόνες λογικής ή προκαλεί συγκίνηση; Χρήσιμα είναι και το αβίαστο γέλιο και η ανεμελιά που προκαλεί η σεναριακή παραφροσύνη και η παράδοση της οποίας λογικής έχει ο καθένας στην κοπέλα που κόβει τα εισιτήρια πριν μπεις στην αίθουσα: μια στις τόσες δεν είναι απλώς αναγκαίο, είναι υποχρεωτικό αρκεί να το ψάχνεις. Οι Μαχητές δεν κορόιδεψαν ποτέ κανένα: υπηρετούν την Τέχνη του χαβαλέ με συνέπεια μοναδική. Απλά, μετά από κάθε τους ταινία που βλέπεις, για να συνέρθεις από την παραφροσύνη της χρειάζεται κάτι πολύ δραστικό. Η να παρακολουθήσεις κάτι αληθινά βαρύ, όπως π.χ το ντοκιμαντέρ για τον Ιερόνυμο Μπος που παίζεται στο Μικρόκοσμο, ώστε να ξαναβρείς το μυαλό σου δια μέσου μιας κατάσταση ισορροπίας, ή να ξαναδείς σε DVD κανα δυο ακόμα επεισόδια του Fast end Furious, ώστε να το κάψεις τελείως…