Χωρίς ενισχύσεις τα όνειρα θα μείνουν όνειρα

Χωρίς ενισχύσεις τα όνειρα θα μείνουν όνειρα

Δυο επιστροφές, αυτή του Γιώργου Μπαρτζώκα στο ΣΕΦ κι αυτή του Τσάβι Πασκουάλ στη Μαδρίτη μας προσφέρουν απόψε μια σπουδαία μπασκετική βραδιά. Όμως κακά τα ψέματα το θέμα δεν είναι οι αντίπαλοι, αλλά το τι θα καταφέρουν οι δικοί μας εκπρόσωποι στην Ευρωλίγκα που αργούν να κάνουν το προφανές, δηλαδή να ενισχυθούν. Βλέποντας πόσο στην Ευρωλίγκα δυσκολεύονται όλοι καταλαβαίνει κανείς ότι περιθώρια για όνειρα υπάρχουν, όχι όμως για ομάδες ανολοκλήρωτες.  

Η μεγάλη εικόνα     

Ας πάμε λίγο πίσω. Στο ξεκίνημα της σεζόν ο Ολυμπιακός δίνει δυο δύσκολα ματς – παίζει με τη Ρεάλ Μαδρίτης στην Ισπανία για την Ευρωλίγκα και με τον Παναθηναϊκό για το πρωτάθλημα στο ΣΕΦ. Μέσα σε τέσσερις μέρες, κάνοντας δυο ολότελα διαφορετικά ως προς την αποτελεσματικότητα παιγνίδια, ο Ολυμπιακός δείχνει αμέσως αρετές και αδυναμίες.

Το μπάσκετ είναι ωραίο και γιατί επιτρέπει συχνά στα μαθηματικά να μπαίνουν από την πίσω πόρτα: η γοητεία των αριθμών είναι κάτι το υπαρκτό και ο κόσμος που το μπάσκετ το αγαπάει παθιάζεται να διαβάζει για ποσοστά στα τρίποντα, συσχετισμούς ανάμεσα στα λάθη και στις ασίστ, μεταβολές στα επιθετικά ριμπάουντ ανά περιόδους και άλλα τέτοια που σωστά είναι – πλην όμως αποτελούν συνήθως φωτογραφίες της στιγμής. Πέρα από αυτές, υπάρχει η μεγάλη εικόνα που στην περίπτωση του Ολυμπιακού κατά τη γνώμη μου παραμένει απλή: έχουμε μπροστά μας μια ημιτελής ομάδα που σε πολλά εξακολουθεί να θυμίζει την περσινή, που στην Ευρωλίγκα δεν τα κατάφερε. Για να μπορέσει ν αλλάξει ρότα θα πρέπει να ενισχυθεί και μάλιστα σοβαρά, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα που θα κάνει με τη Μπαρτσελόνα και τον Παναθηναϊκό.

Ραψωδίες του Σπανούλη

Μας αρέσει δεν μας αρέσει κατασκευαστικά ο Ολυμπιακός εξακολουθεί να είναι στημένος πάνω σε δυο παίκτες, δηλαδή πάνω στο Βασίλη Σπανούλη και στο Γιώργο Πρίντεζη. Η διαφορά είναι ότι ο Ολυμπιακός μπορεί να κερδίσει αν ο Πρίντεζης κάνει μέτρια επιθετικά ματς, όπως συνέβη με τη Βασκονία πχ, υπό την προϋπόθεση ότι θα συμβούν άλλα σπάνια γεγονότα όπως πχ ένας κατακλυσμός από τρίποντα, ενώ μοιάζει αδύνατο να καταφέρει να κερδίσει σοβαρό αντίπαλο, αν ο Σπανούλης δεν είναι καθοριστικά παραγωγικός. Αυτά και τα δυο υπήρχαν και πέρυσι κι αποτελούν κατά τη γνώμη μου το όριο της ομάδας: συνήθως η απόδοση των δυο καθορίζει και το όποιο αποτέλεσμα – ή έστω την τελική εντύπωση. Αν πχ με τη Γαλατά, ο Πρίντεζης δεν είχε μια εκπληκτική βραδιά παίζοντας σχεδόν μόνος του στην επίθεση για πάνω από δεκαπέντε λεπτά, το τελικό αποτέλεσμα δεν θα ήταν μια ήττα στον πόντο, αλλά μια ήττα όπως αυτή με τη Ρεάλ. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και στο ματς με την πολύ διαβασμένη ΤΣΣΚΑ του Ιτούδη: πάλι η τρομερή απόδοση του Πρίντεζη βοήθησε τον Ολυμπιακό να φτάσει σε μια αξιοπρεπέστατη ήττα ξεπερνώντας τους 70 πόντους στην επίθεση. Από την άλλη όλες σχεδόν οι σημαντικές νίκες του Ολυμπιακού βασίζονται και φέτος σε ραψωδίες του Σπανούλη που σκοράρει όταν πρέπει και κυρίως πασάρει καταπληκτικά. Που είναι το πρόβλημα; Κατά τη γνώμη μου ότι ακόμα ο Σφερόπουλος δεν έχει βρει τον τρόπο να πείσει τον καλύτερο παίκτη του ότι η ομάδα, στην Ευρωλίγκα ειδικά, τον χρειάζεται ζεστό στο τέλος του ματς κι όχι στο γήπεδο από το πρώτο λεπτό. Οσο αυτό δεν αλλάζει όλα τα ματς θα είναι στην κόψη του ξυραφιού.

Υποτίθεται ότι το καλοκαίρι στήθηκε μια ομάδα στην οποία ο Σπανούλης θα είχε πλέον τα κατάλληλα buck up και για αυτό αποκτήθηκε ο Γκριν πχ. Νομίζω ότι αν κάποιος ξαναπεί ότι ο Γκριν μπορεί να φορέσει τα παπούτσια του Σπανούλη, ο Σπανούλης δικαιούται να τον δείρει! Ο αμερικάνος για την ώρα αποδεικνύεται ο κλασσικός σουτέρ έδρας που χαίρεται να παίζει στο ΣΕΦ. Πιθανότατα να ανεβάσει λίγο και την απόδοσή του εκτός έδρας, όμως δεν μπορεί σε τίποτα απολύτως να συγκριθεί με το Σπανούλη: δεν έχει την προσωπικότητα του, πασάρει ελάχιστα, συνήθως αγνοεί τους συμπαίκτες του αλλά απλά τελειώνει φάσεις και είναι σχεδόν πάντα καλύτερος στα τρίποντα παρά στα δίποντα – μοιάζει να είναι αλλεργικός στο άγγιγμα του αντιπάλου, εξού και η μετριότητα του στην άμυνα. Αν προσθέσουμε και ότι ο Χάκετ είναι πεσμένος φέτος, ίσως γιατί έχει μειωθεί ο χρόνος συμμετοχής του και αισθάνεται λιγότερο σημαντικός, καταλαβαίνει κανείς γιατί σε δυο κομβικά ματς (με την ΤΣΣΚΑ στο ΣΕΦ και τη Γαλατά στην Τουρκία) η ομάδα κυριολεκτικά χάθηκε όταν στο δεύτερο δεκάλεπτο βγήκε ο Σπανούλης: με την ΤΣΣΚΑ η επίθεση έδωσε 5 πόντους σε 9 λεπτά και στην Τουρκία το 27-2 που δέχτηκε ο Ολυμπιακός στο β δεκάλεπτο αποτελεί μαύρο ρεκόρ στην ιστορία του.

Αν ο Ολυμπιακός θέλει να παίξει γρηγορότερα και επιθετικότερα κυνηγώντας μεγάλα σκορ, ο Σπανούλης γίνεται ακόμα περισσότερο απαραίτητος: χωρίς αυτόν διαρκώς στο παρκέ μπάσκετ με επίθεση που φτάνει τους 90 πόντους χωρίς φορ που σκοράρουν δεν γίνεται να παίξεις όσα τετράποντα κι αν βρει ο Λοτζέσκι. Για να το κάνεις θες τουλάχιστον δυο παίκτες ακόμα: ένα που να παίζει οπωσδήποτε με πλάτη στην επίθεση κι ένα πραγματικά ικανό να κατευθύνει την ομάδα, όταν ο Σπανούλης παίρνει ανάσες.

Ο ερχομός του Πασκουάλ

Κι ο ΠΑΟ; Η εντύπωσή μου είναι ότι ο ερχομός του Πασκουάλ βοήθησε ήδη τον Παναθηναϊκό να κάνει ένα μεγάλο βήμα μπροστά: ξαφνικά σταμάτησαν όλοι να μιλούν για το μετά το Διαμαντίδη (που ήταν το κεντρικό θέμα συζήτησης την εποχή του Πεδουλάκη) κι άρχισαν όλοι να αναρωτιούνται κατά πόσο θα καταφέρει να βάλει την σφραγίδα του ο Καταλανός – για μένα αυτό είναι σε μια ομάδα ένα μεγάλο βήμα μπροστά: ο προβληματισμός για το μέλλον είναι πάντα καλύτερος από την παγίδα της σύγκρισης με το παρελθόν. Ο Πασκουάλ δεν ανέλαβε το καλοκαίρι για να κάνει αυτός επιλογές παικτών, ωστόσο όταν ήρθε δεν πείραξε τίποτα από αυτό που βρήκε. Φανερά αυτό που αρχικά τον ενδιέφερε είναι να χτίσει μια καλή σχέση με την ομάδα που βρήκε – θέλει ν αποδείξει ότι μπορεί με αυτούς να παίξει ο ΠΑΟ το δικό του μπάσκετ και προσπαθεί ν αλλάξει τη νοοτροπία της ομάδας συνολικά, παρόλο που χωρίς τον Τζέιμς οι επιλογές στα γκαρντ είναι μετρημένες κι ο Καλάθης πρέπει να παίζει 35 λεπτά απαραίτητα. Η έφεση στην επίθεση, οι πολλοί τρόποι δημιουργίας, τα μεγάλα σκορ, το παραγωγικό μπάσκετ ήταν το σήμα κατατεθέν της Μπαρτσελόνα του Πασκουάλ και μπορεί να γίνει και το σήμα κατατεθέν του ΠΑΟ μελλοντικά – αλλά χρειάζονται νίκες, υπομονή και ενίσχυση. Αν ο Πασκουάλ πετύχει στην Ελλάδα μπορεί να μας δείξει εμπράκτως πως οι ελληνικές ομάδες μπορούν να τα καταφέρουν και παίρνοντας άλλους δρόμους κι όχι μόνο αυτόν στον οποίο ζεις και πεθαίνεις με την άμυνα.

Κομβικό ως προς τη διαχείριση

Το αποψινό ματς του ΠΑΟ με τη Ρεάλ είναι υπο αυτό το πρίσμα ένα κομβικό ματς όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα του. Αν ο ΠΑΟ το κερδίσει, η εμπιστοσύνη στον προπονητή θα μεγαλώσει διότι ο θρίαμβος θα είναι τεράστιος. Αν ο ΠΑΟ το παλέψει και το χάσει, και πάλι ο Καταλανός θα βγει κερδισμένος. Αν πάλι το χάσει, όπως συνήθως χάνουν οι ελληνικές ομάδες στη Μαδρίτη, δηλαδή χάνοντας κάποια στιγμή την επαφή με το σκορ όταν ο Γιούλ και οι υπόλοιποι πατήσουν γκάζι, θα χει πολύ ενδιαφέρον να δούμε την αντίδρασή του, αλλά και την αντίδραση της ομάδας γενικά. Όπως και να χει θα χρειαστεί να περιμένουμε τις επιλογές του Καταλανού για να καταλάβουμε ακόμα καλύτερα τι έχει στο μυαλό του: για την ώρα καταγράφουμε πως κάποιοι παίκτες αναγεννήθηκαν (ο Σίγκλετον, ο Γκίστ, ο Καλάθης, ο Ρίβερς, ο Μποχωρίδης) χαίρονται με το μπάσκετ που η ομάδα προσπαθεί να παίξει) και άλλοι (ο Μπουρούσης, ο Χαραλαμπόπουλος, ο Παππάς κτλ) δυσκολεύονται να βρουν το νέο τους ρόλο. Ωστόσο για όλους, και πρώτα από όλα για τον ίδιο τον προπονητή, είναι ακόμα νωρίς…