Χρόνια πολλά κύριε Σταμάτη

Χρόνια πολλά κύριε Σταμάτη

Εψαχνα να βρω κάτι στο διαδίκτυο χθες και στην αναζήτηση που έκανα διαπίστωσα κάτι το μακάβριο: ότι το διαδίκτυο έχει γεμίσει νεκρολογίες. Είναι λογικό γιατί χάσαμε τα τελευταία χρόνια πολλούς μεγάλους και κυρίως πολλούς συμπαθείς ανθρώπους: τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι εύκολο να γιγαντώσουν τα αντίο. Από την άλλη πιστεύω πως έχουμε αποκτήσει με τον καιρό και την περίεργη συνήθεια να μη λέμε σε κάποιους που γουστάρουμε το πόσο τους αγαπάμε και να το θυμόμαστε αυτό πάντα καθυστερημένα. Γενικά στο διαδίκτυο έχουμε μάθει να φοβόμαστε να πούμε τη γνώμη μας για να μη βρεθούν απέναντί μας όσοι διαφωνούν. Ετσι φτάνουμε να εκφράζουμε τον οποιοδήποτε θαυμασμό μας για κάποιον μόνο αφού φύγει από κοντά μας, πιστεύοντας πως ο θάνατος του δημιουργεί από μόνος του συνθήκες ασφάλειας για την κρίση μας: κανείς δεν θα πει κάτι κακό για κάποιον που έφυγε. Και κάπως έτσι το διαδίκτυο έγινε σαν τις μοιρολογήτρες: υπάρχει για να καταθέτουμε τη θλίψη μας, λες και η ζωή έχει μικρότερη αξία. Δεν λέω κάτι που δεν μου συμβαίνει και μένα – ίσα ίσα. Αλλά νισάφι πιά: καλός είναι ο πόνος και εύκολη η θλίψη, αλλά καλύτερο είναι να τιμούμε όσους για μας είναι σημαντικοί όσο ακόμα είναι κοντά μας. Σήμερα, λοιπόν, 23 Μαρτίου θέλω να πω από καρδιάς χρόνια πολλά σε ένα μεγάλο που έχει γενέθλια. Χρόνια πολλά στο Σταμάτη Κόκοτα που γίνεται 80 χρονών.   

Pop είδωλο

Τον Κόκοτα με έμαθε να τον αγαπάω ο πατέρας μου. Όταν ήμουν μικρός ο Κόκοτας δεν ήταν απλά ένας μεγάλος τραγουδιστής, που έκανε επιτυχίες, αλλά ένα αληθινό και σπάνιο για την Ελλάδα pop είδωλο. Οδηγούσε Ferrari και ήταν και οδηγός αγώνων. Είχε φαβορίτες και του δίνανε 50 εκατομμύρια για να τις ξυρίσει και να κάνει διαφημίσεις σε ξυραφάκια κι έλεγε «αφήστε με ήσυχο». Πανηγύριζε τα γκολ του Παναθηναϊκού μπαίνοντας στο γήπεδο για να αγκαλιάσει τον Μίμη Δομάζο. Στις δημόσιες εμφανίσεις του χαλούσε κόσμος: έτρεχαν παιδιά πίσω του και στα μαγαζιά που τραγουδούσε υπήρχαν ουρές. Ο Κόκοτας ήταν φίλος της Κάλλας κι όταν κάποτε πωλήθηκαν σε δημοπρασία για φιλανθρωπικούς σκοπούς τα αγαπημένα της αντικείμενα, μέσα σε αυτά υπήρχαν και επτά δίσκοι του Σταμάτη με την υπογραφή του. Ο πατέρας του ήταν γιατρός, ο ίδιος πήγε να σπουδάσει στο Παρίσι όπου και γνώρισε τον Σταύρο Ξαρχάκο, ήταν παιδί μιας μάλλον πλούσιας οικογένειας και τα παιδικά του χρόνια δεν είχαν τίποτα το μελό – αν κι έχασε μικρός τον μπαμπά του, η μαμά του τον μεγάλωσε χωρίς να του λείψει τίποτα. Τον αγαπούσαν όταν μεσουρανούσε όλοι: κι ο Ζαμπέτας και ο Γκάτσος κι ο Μούτσης και ο Τσιτσάνης, κι ο Αριστοτέλης Ωνάσης και η Τζάκι και ο απλός κόσμος. Ηταν και είναι ωραίος ο Σταμάτης στα 80 του. «Σταματάκος» για όσους τότε τον ήξεραν, κύριος Σταμάτης για όλους σήμερα.

Μουσικό είδος

Δεν ξέρω πόσοι το έχουν καταλάβει, αλλά ο Κόκοτας ανήκει στους ελάχιστους έλληνες τραγουδιστές που υπήρξαν ένα μουσικό είδος από μόνοι τους. Δεν ήταν βαρύς, όπως οι περισσότεροι του λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα, δεν ήταν γλυκανάλατος, ώστε να τραγουδάει μόνο για τις γυναίκες, τα πάθη και τα λάθη του έρωτα, δεν έλεγε πολιτικά τραγούδια που τη δεκαετία του 70 ήταν ο ευκολότερος τρόπος να κάνεις καριέρα, δεν θυμάμαι να έχει πει ούτε ένα τσιφτετέλι, μολονότι καλά θα το έλεγε είμαι βέβαιος. Ο Κόκοτας τραγούδησε και τραγουδάει Κόκοτα αποκλειστικά – κι απλά συνέβη τα τραγούδια, δηλαδή τις μελωδίες και τους στίχους, να τα έχουν γράψει άλλοι. Ποτέ κανείς άλλος τραγουδιστής, λαϊκός γιατί οι μάζες τον γούσταραν κι όχι γιατί τις κολάκευε, δεν τραγούδησε τόσα τραγούδια που γίνανε επιτυχίες με τόσο δύσκολες λέξεις. Το όνειρο είναι «απατηλό». Οι όρκοι σβήστηκαν «μονοκοντυλιά». Όλα ήτανε «μια πλάνη». Στο Μοναστηράκι χορεύανε Βαυαροί χωροφυλάκοι «μες την αντηλιά» κι όλοι περιμένανε «να ρθουν οι πολιτσμάνοι». Η άπονη καρδιά ψάχνει μια αστροφεγγιά μέσα στα μεσάνυχτα. Αυτός ο άλλος δεν την φιλούσε, αλλά «την έβγαζε σεργιάνι στον ουρανό». Αυτή η άλλη «την αγάπη παίρνει και το σκοτάδι φέρνει» - αυτό δεν έχει λέξεις δύσκολες, αλλά άντε να τις βάλεις αυτές τις μικρούλες σε τέτοια σειρά και να τις τραγουδήσεις κιόλας. Επίσης στα τραγούδια του υπήρχαν σχεδόν πάντα εικόνες που τις έβλεπες κι εσύ. Μια νύχτα με βροχή, μια φωτιά να καίει.

Εργο τέχνης

Ο Κόκοτας δεν είπε δυο χιλιάδες τραγούδια και από αυτά μείνανε τριάντα, όπως άλλοι κι άλλοι. Είπε λίγα, ήταν δύσκολος στο να πει το ναι σε συνεργασίες, είχε ελάχιστους συνθέτες φίλους τους οποίους αληθινά εμπιστευόταν, όπως προκύπτει. Ηταν κυρίως η δική του φωνή που έκανε τους στίχους του Γκάτσου, του Βίρβου, φυσικά του Λευτέρη του Παπαδόπουλου, ν ακούγονται τόσο απλοί και εύκολοι να τους τραγουδήσεις, ενώ τέτοιοι δεν είναι. Αυτό το παράξενο ηχόχρωμα της φωνής του έδινε στα γράμματα ήχους πρωτόγνωρους: το λάμδα του Κόκοτα στον «τρελό» είναι έργο τέχνης. Ο Κόκοτας σμιλεύει αυτό το λάμδα στο «μιλώ» στο «φιλώ» και στον «τρελό» και το αποδίδει τρεις φορές διαφορετικά: κοφτά κι αργά πριν το τραβήξει για να σε πείσει ότι ο τρελός του είναι τρελός πραγματικός και σπάνιος. Στο «Γιέ μου», που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να το κάνει επιτυχία γιατί την εποχή που γράφτηκε ήταν εντελώς ντεμοντέ ένας πατέρας να δίνει τέτοιες συμβουλές, ο Παπαδόπουλος έχει γράψει «τι περιμένεις πε μου» κι όχι «πες μου», όπως θα ήταν ορθότερο. Ο Κόκοτας τραβά αυτό το έψιλον στο «πε μου» όσο χρειάζεται για να το προσέξεις – δεν το ξεπερνά, το υπογραμμίζει. Ποτέ δεν κατάλαβα αν όλα αυτά είναι ηθελημένα, αν ήταν οδηγίες του συνθέτη, ή αν ο ίδιος ο Κόκοτας με το ερμηνευτικό του μπρίο έχτιζε ήχους: δεν έχει καμία σημασία. Αυτό που μετρά είναι ότι ο Κόκοτας έδεσε τα τραγούδια στη φωνή του όσο λίγοι: τα δικά του είναι δικά του. Ευτυχώς και δικά μας. Και κανενός άλλου.

Χρόνια πολλά

Οποτε εμφανίζεται δεν τον χάνω: αποδίδω φόρο τιμής σε ένα μεγάλο ερμηνευτή και σε μια εποχή που χάθηκε αφήνοντας πίσω της τραγούδια και ιστορίες. Τον είδα τελευταία φορά πριν κανα χρόνο να τραγουδάει στο Μπαραόντα: οι φαβορίτες υπάρχουν πάντα. Το κουστούμι γυάλιζε. Η φωνή έβγαζε πάντα αυτό το χαμογελαστό γλυκό τρέμουλο, που σε τυλίγει. Σήμερα αυτή η φωνή γίνεται ογδόντα χρονών. Οι φίλοι του ελπίζω να τον γιορτάσουν με την μεγαλοπρέπεια που αξίζει στο Σταματάκο. Εμείς οι υπόλοιποι ας του ευχηθούμε χρόνια πολλά κι ακόμα περισσότερα. Χρόνια πολλά κύριε Σταμάτη Κόκοτα.