Αφήστε μας ήσυχους κύριε Ροναλντίνιο

Αφήστε μας ήσυχους κύριε Ροναλντίνιο

 

Ανακοίνωσε ότι θα σταματήσει το ποδόσφαιρο ο Ροναλντίνιο, πριν λίγες μέρες και τον θυμήθηκα. Θυμάμαι πριν δυο χρόνια στο μουντιάλ της Βραζιλίας, όταν έλεγα στους Βραζιλιάνους ότι θα μπορούσε να τον έχει καλέσει ο Σκολάρι στην Εθνική οι πιο πολλοί γελούσαν. Μου έλεγαν ότι κάνει κόλπα, αλλά δεν παίζει ποδόσφαιρο. Τους έλεγα ότι τα κόλπα του θα κάνουμε χρόνια να τα δούμε κι ότι ήδη μας λείπουν. Στο τέλος παραδέχτηκα ότι καλύτερα που ο Σκολάρι τον άφησε στην ησυχία του: τον γλύτωσε από τον εφιάλτη που η ομάδα του γνώρισε στο ματς με τους Γερμανούς.  

 

Αναλύσανε το βίντεο

 

Τον Ροναλντίνιο τον είχα λατρέψει, όχι για τα πολλά που έκανε εντός αγωνιστικών χώρων για τουλάχιστον μια επταετία (από το 2000 μέχρι το 2007), αλλά γιατί το Νοέμβριο του 2005 είχε γίνει αιτία για μια αξέχαστη ειδική εκπομπή του BBC. Σε αυτή, λίγες μέρες πριν από ένα ντέρμπι Ρεάλ – Μπαρτσελόνα, είχε αναλυθεί ένα διαφημιστικό βιντεάκι της NIKE με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Στο σποτ, που είχε κάνει θραύση, έβλεπες το Βραζιλιάνο στη διάρκεια μιας προπόνησης, να κοντρολάρει τη μπάλα φορώντας τα σχετικά μαγικά παπούτσια και να παίζει σκουός (!) με το οριζόντιο δοκάρι ενός τέρματος! Το πυροβολούσε τέσσερις φορές παίρνοντας το ριμπάουντ, χωρίς η μπάλα να σκάσει κάτω. Το περιγράφω έτσι απλά κι όποιος δεν είχε την τύχη να το δει  ας το δει τώρα.

 

 

Οι Αγγλοι, έχοντας κατακτήσει τον κόσμο πριν οι Βραζιλιάνοι ανακαλύψουν το ποδόσφαιρο, θέλησαν να αποδείξουν ότι ένας Βραζιλιάνος με πεταχτά δόντια δεν μπορεί να καταργήσει τους νόμους της βαρύτητας και έκαναν μια ειδική εκπομπή για να αποδείξουν ότι το βιντεάκι ήταν αποτέλεσμα μοντάζ, μια συρραφή βασισμένη σε σπέσιαλ εφέ, κάτι ψεύτικο δηλαδή. Το κατάφεραν χρησιμοποιώντας ειδικούς και με τη σοβαροφάνεια των ιεροεξεταστών, που καταδίκασαν κάποτε το Γαλιλαίο και τον Κοπέρνικο, κατέληξαν στο συμπέρασμα πως ο Ροναλντίνιο δεν παίζει σκουός με το δοκάρι και πως η θρησκεία του ποδοσφαίρου σώθηκε από τον μεγάλο αιρετικό! Θυμάμαι ότι γελούσα με την ανοησία τους. Μιλούσαν ξεχνώντας πως το πρόβλημα δεν ήταν αν το βιντεάκι ήταν αληθινό ή κατασκευασμένο, αλλά ότι ο κόσμος πραγματικά πίστευε εκείνο τον καιρό πως ο Ρόνι ήταν ικανός για τα πάντα!

 

Το σημαίνον και το σημαινόμενο

 

Στο classic, που ακολούθησε, μετά από εκείνη την βρετανική ιερή εξέταση, ο Βραζιλιάνος μάγος είχε κάνει το καλύτερο παιγνίδι του με τη Μπάρτσα. Το ντέρμπι είχε γίνει στη Μαδρίτη και ο Ρόνι το είχε μετατρέψει σε προσωπικό σόου αποδεικνύοντας, ότι όχι μόνο μπορεί να κάνει τα μαγικά που έδειχνε το πανέξυπνο σποτ, αλλά ενδεχομένως και ακόμα καλύτερα πράγματα. Την ώρα που οι Αγγλοι στέκονταν στην ανάλυση ενός σποτ (στο «σημαίνον» της φόρμας, που λέει και ο Δημήτρης Δανίκας) ο Βραζιλιάνος την καταργούσε την φόρμα, αποδεικνύοντας ότι το περιεχόμενο του σποτ (δηλαδή αυτός και η Τέχνη του ή κατά Δανίκα το «σημαινόμενο») είναι κάτι πολύ παραπέρα από μοντάζ και σπέσιαλ εφέ. Κανείς δεν μπορούσε τότε να φανταστεί τι μπορούσε να κάνει ο Ροναλντίνιο με τη μπάλα στα πόδια.

 

 

 

 

 

Τον καιρό που μεσουρανούσε είχα γράψει ότι ο Ρόνι ήταν ένας μεγάλος μπελάς, γιατί η μοναδικότητά του καταργούσε κάτι βασικό στο ποδόσφαιρο: τη σύγκριση μεταξύ των μεγάλων παικτών. Τα όσα έκανε παραμένουν τόσο σπάνια, που τον καθιστούν μοναδικό: πιθανότατα ο άνθρωπος (;) είναι ο προφήτης μιας άλλης εποχής, αν και για την ώρα τίποτα δε σου επιτρέπει να πιστεύεις ότι αύριο θα εμφανιστεί κάποιος (έστω σε μια ζούγκλα του Αμαζόνιου) που θα κληρονομήσει την Τέχνη του, έτσι όπως ο Βαν Μπάστεν κληρονόμησε κάτι από τον Τζόνι Ρεπ, ο Μπέργκαμπ κάτι από τον Κρόιφ, ο Μπαρέζι κάτι από τον Μπεκεμπάουερ, ο Μέσι κάτι πολύ από τον Ντιέγκο, ο Ζιοβάνι κι ο Ριβάλντο κάτι από τον Πελέ, ο Ρονάλντο, ο βραζιλιάνος, κάτι από τον Εουζέμπιο. Ο Ρόνι έσπασε την αλυσίδα της εξέλιξης: ο ποδοσφαιρικός δαρβινισμός συνάντησε στην περίπτωσή του τη θεωρία του χάους. Κανείς δεν αμφέβαλε ότι μπορεί, όχι απλά να παίξει σκουος με το οριζόντιο δοκάρι, αλλά να κάνει κι άλλα χειρότερα. Κάποτε προσποιήθηκε πριν σκοράρει ότι σβήνει ένα τσιγάρο: η κίνηση ήταν στην ιστορία του ποδοσφαίρου ολοκαίνουργια, αλλά κανείς ποτέ δεν την ξανατόλμησε.

 

Εκανε το χρόνο ό,τι ήθελε

 

Το έχω ξαναπεί: όποτε τον έβλεπα θυμόμουν ένα επεισόδιο της «Ζώνης του Λυκόφωτους» (αναφέρομαι στην αυθεντική σειρά της δεκαετίας του ’50 κι όχι στις μοντέρνες σπιλμπεργκικές απομιμήσεις της). Στο επεισόδιο αυτό ο σεναριογράφος ισχυριζόταν ότι ο χρόνος είναι μια σειρά από βαγόνια, στα οποία μας μεταφέρουν κάποια γαλάζια ανθρωπάκια ο σκοπός των οποίων είναι να κατασκευάζουν κάθε δευτερόλεπτο. Το επεισόδιο εξηγούσε ότι για αυτό το λόγο μερικές φορές ψάχνουμε κάτι δεν το βρίσκουμε και μετά από λίγο αυτό εμφανίζεται μυστηριωδώς εκεί που είχαμε κοιτάξει λίγα δευτερόλεπτα αργότερα: κάποιο γαλάζιο ανθρωπάκι που το είχε ξεχάσει γύρισε να πάρει το αντικείμενο και να το βάλει στη θέση του. Πίστευα πάντα ότι ο Ροναλντίνιο έχει την πολυτέλεια να μπαινοβγαίνει σε αυτά τα βαγονάκια του χρόνου και να βρίσκεται δυο – τρια δευτερόλεπτά πιο μπροστά από τους υπόλοιπους, κυρίως στη σκέψη. Για αυτό ο τύπος εξαφάνιζε τη μπάλα από τη συμβατική μας πραγματικότητα και την εμφάνιζε εκεί που δεν το περίμενες: βρισκόταν πάντα λίγα δευτερόλεπτα παρακάτω και η μπάλα υπήρχε εκεί που δεν έπρεπε να υπάρχει.  

 

Όπως συχνά συμβαίνει με αυτού του τύπου τους αρτίστες η καριέρα του πήρε την κάτω βόλτα πιο γρήγορα από ό,τι έπρεπε: δεν είναι εύκολο να βρίσκεις διαρκώς νέα κόλπα. Τον έχω γνωρίσει ένα βράδυ στο Διογένη σε μια πρόβα του Ρέμου, τον καιρό που ερχόταν συχνά στην Ελλάδα. Ο τύπος έπαιζε τουμπερλέκια και κρουστά και είχε μια τρομερή αίσθηση του ρυθμού – καταλάβαινες ότι τη μπάλα την έβλεπε μόνο σαν υποχρέωση. Πιθανότατα τα κόλπα του ήταν ο τρόπος του να μας κοροϊδεύει και να μας κάνει να νομίζουμε ότι είναι επαγγελματίας: ίσως τελικά το πιο μεγάλο του νούμερο να ήταν ότι μας κοίμισε όλους, σαν μεγάλος υπνωτιστής, και μας έπεισε ότι ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής –  ενώ, από όσο δύναμαι να καταλάβω, το επάγγελμα δεν τον ενδιέφερε σχεδόν καθόλου. Ισως τελικά να αποτελεί κάτι μοναδικό γιατί είναι ο μοναδικός μεγάλος ποδοσφαιριστής που δεν ήταν ποδοσφαιριστής, ίσως να ήταν ο μόνος που νοιαζόταν όχι για τη νίκη, αλλά για την παραγωγή της μαγικής στιγμής, ίσως τελικά αυτό που έπαιζε να μην ήταν ποδόσφαιρο.

Αλλά τότε γιατί εμένα, που το ποδόσφαιρο το αγαπάω, μου έχει λείψει τόσο πολύ; Μάλλον τελώ ακόμα εν υπνώσει, μάλλον ήμουν κι εγώ εκεί, όταν άρχισε να παίζει σκουός στέλνοντας τη μπάλα διαρκώς στα δοκάρια. Μάλλον ήμασταν όλοι μας.