Αρκάς, με χιούμορ που πονάει...

Αρκάς, με χιούμορ που πονάει...

 

 

Υπάρχουν αυτοί που αγόραζαν κάποτε την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και την ξεκινούσαν διαβάζοντας την τελευταία σελίδα του περιοδικού Εψιλον: ο Αρκάς τους περίμενε εκεί κάθε Κυριακή για να τους αφηγηθεί πως είναι η ζωή μετά, ή τι ακριβώς συμβαίνει στον κόσμο, όταν τον βλέπεις κάνοντας χαμηλές πτήσεις. Και υπάρχουν κι εκείνοι που τον Αρκά τον γνωρίζουν από τη δεκαετία του ΄80, διαβάζοντας στο «Παρά Πέντε», στο «μικρό Παρά Πέντε» και στη «Βαβέλ» τις ιστορίες του Κόκορα, που οι κότες δεν του κάθονταν, τις περιπέτειες που διαδραματίζονταν μεταξύ των μελών της show biz ενός τσίρκου, τα υπαρξιακά και άλλα αδιέξοδα, που μπορεί να νιώθεις, όταν το ζώο ξυπνά μέσα σου και δεν μπορείς πλέον να το κοιμήσεις.

Η λεπτομέρεια της Τέχνης του

Ο Αρκάς ανήκει στη σπάνια κατηγορία των ελλήνων δημιουργών, που παραμένουν στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας από την πρώτη στιγμή που μας έκαναν γνωστή τη δουλειά τους: είναι ελάχιστοι. Ακόμα περισσότερο ο Αρκάς έχει καταφέρει κάτι που στην Ελλάδα είναι αληθινά σπάνιο: να αρκεί η αναφορά του ονόματός του για να σου ρθει στο μυαλό κάθε λεπτομέρεια του είδους της Τέχνης του. Όταν πεις απλά το όνομα «Αρκάς» βλέπεις να περνάει μπροστά σου ο μικρός στρατός των πλασμάτων που στο χαρτί δημιούργησε: ο Κόκορας και ο Καστράτο, ο Ισοβίτης και η Λουκρητία, τα πειραματόζωα και τα σπουργίτια. Ο Αρκάς δεν είναι απλά ένας σπουδαίος εικαστικός καλλιτέχνης, αλλά ένας αληθινός δημιουργός, που έδωσε ζωή στα πλάσματα της Τέχνης του.

Δεν ξέρω τι βραβεία έχει αποσπάσει ο Αρκάς για την προσφορά του – δεν είναι, πάντως, άνθρωπος που τέτοια χρειάζεται. Το συχνά βιτριολικό χιούμορ του (πολυεπίπεδο και σχεδόν πάντα εκλεπτυσμένο) είναι ο βασικός λόγος, που (κακώς) βάζαμε σε δεύτερη μοίρα τα ίδια τα σκίτσα του, που φαίνονται απλά, ενώ είναι εξαιρετικά δουλεμένα. Εβρισκα πάντα εντυπωσιακό τον τρόπο που ο Αρκάς σχεδιάζοντας σχεδόν πάντα τα ίδια μάτια πχ καταφέρνει να τους δώσει διαφορετικές εκφράσεις: οι ήρωες του Αρκά έχουν σχεδόν πάντα διαφορετικό βλέμμα, ενώ τα μάτια τους μοιάζουν σχεδιασμένα με τον ίδιο τρόπο. Στα σχεδόν στρόγγυλα αυτά μεγάλα μάτια μπορεί να διαβάζεις απογοήτευση ή κυνισμό, εξυπνάδα ή αφέλεια, χαρά ή πίκρα, λαγνεία ή μοναξιά: ακόμα κι αν οι κειμενολεζάντες δεν υπήρχαν, σε πολλές περιπτώσεις, μιλάνε τα σκίτσα και τα λένε όλα. Το σκίτσο του Αρκά είναι επαναλαμβανόμενο ως προς τη φόρμα και την ίδια στιγμή διαφορετικό ως προς την έκφραση. Ο άνθρωπος είναι ένας μεγάλος εικαστικός καλλιτέχνης – και δεν του το έχουμε αναγνωρίσει όσο θα πρεπε. Γιατί; Γιατί, πρώτα και πάνω από όλα, μας έκανε πάντα να γελάμε από καρδιάς (συχνά και με τον ίδιο τον εαυτό μας…) κι αυτή η ικανότητα του υπήρξε πάντα σημαντικότερη για εμάς από την εικαστική του Τέχνη. Ο άνθρωπος που σε κάνει να γελάς μερικές φορές σου κλέβει τόσο πολύ την καρδιά, που σε δυσκολεύει να τον εκτιμήσεις αληθινά. Άλλο εκτιμώ κι άλλο αγαπάω: τον Αρκά τον έχουμε κυρίως αγαπήσει.

Σκίτσο σκεπτόμενο και πολιτικό

Το σκίτσο του Αρκά, που ήταν πάντα αποτέλεσμα οργανωμένης σκέψης, αγαπήθηκε κάποτε πολύ από την Αριστερά. Όχι τυχαία ανάμεσα στα περιοδικά που δημοσίευσαν σκίτσα και ιστορίες του ήταν ο ποιοτικότατος, όσο και αριστερομουρμούρης «Σχολιαστής», ενώ ως αριστερό του πρότεινε να συνεργαστεί μαζί του και ο Μάνος Χατζιδάκης στο περιοδικό «Τέταρτο». Οι ιστορίες των ηρώων του Αρκά είχαν πάντα κι ένα βαθύτατα πολιτικό δεύτερο επίπεδο – όχι κραυγαλέο, αλλά σαρκαστικά εύστοχο και η κάποτε σκεπτόμενη Αριστερά αυτό το λάτρευε. Ο Αρκάς ειρωνεύτηκε όσο λίγοι το εγχώριο λάιφ στάιλ και τις ρηχές εμμονές του, κατακρεούργησε τις συνδεδεμένες με την εξουσία φαλλοκρατικές φαντασιώσεις, διέλυσε μύθους που ήθελαν τους νέους πάντα ονειροπόλους και ικανούς, σάρκασε τον μικροαστισμό μας. Στο «Μετά την καταστροφή», ίσως το πιο πολιτικό από τα άλμπουμ του, κονιορτοποιεί με μια σχεδόν αναρχική ανάγνωση τις αξίες του δυτικού μας πολιτισμού και αναδεικνύει την ιδεολογική και πολιτισμική παρακμή του καιρού μας, παραμένοντας και δηκτικός και χιουμορίστας. Ο Αρκας δεν μπαίνει στον κόπο να ασχοληθεί με τους πολιτικούς ή τη διακυβέρνηση της χώρας για χρόνια, με τρόπους που κάνουν άλλοι, όπως ο Ιωάννου, ο Χατζόπουλος κτλ, αλλά η δική του πολιτική αιχμηρότητα, αφορά το δάσος και όχι το δέντρο: είναι στο στόχο του η στείρα συντήρηση, αλλά και η αέναη επαναστατικότητα, η επίδειξη του πλούτου αλλά και η τεμπελιά, η ικανότητα στο βόλεμα, αλλά και η μακαριότητα του διανοούμενου. Ο Αρκας σαρκάζει τις συμβάσεις της ελληνικής κοινωνίας (και όχι μόνο, αφού το σκίτσο του είναι πολύ ευρωπαϊκό…), αλλά το κάνει παρακολουθώντας την από απόσταση και διασκεδάζοντας με την κουτοπονηριά της. Γελάει μαζί της και μαζί του γελάμε κι εμείς, αλλά το γέλιο που προκαλεί το σκίτσο του δεν αδυνατίζει το σχόλιο του, που έχει συχνά κάτι  το πολιτικό – με την ευρεία έννοια του όρου, αυτή δηλαδή που είναι και σημαντικότερη.       

Η πραγματικότητα και τα άλμπουμ

Τα τελευταία δυο χρόνια ο Αρκάς κάνει και σκίτσα που αφορούν την τρέχουσα πολιτική – χωρίς πάντως αναφορές στους σταρ που σε αυτή κυριαρχούν: είναι κρίμα γιατί ένας Κατρούγκαλος σχεδιασμένος από τον ίδιο που λέει «με 334 ευρώ σύνταξη θα είσαστε όλοι πλούσιοι» θα μπορούσε άνετα να σταθεί δίπλα στον Κόκορα, ενώ ένας Δρίτσας που υπογράφει κλαίγοντας την παραχώρηση του λιμανιού του Πειραιά θα μπορούσε εύκολα να παρηγορείται συζητώντας με το μικρό σπουργίτι. Αν ο Αρκάς, στον «Προφήτη» πχ, αποφασίζει να γίνει λίγο δεικτικός και με τα καθημερινά μας, αυτό συμβαίνει γιατί η τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα απέκτησε το στοιχείο του σουρεαλισμού, που συναντάει κανείς στις ιστορίες του: ζούμε μια εποχή που νομίζεις ότι βγήκε από (ή μπήκε σε) ένα άλμπουμ του Αρκά, όπου το γελοίο γίνεται τραγικό κι αντίστροφα. Δεν νιώθει ο Αρκας την ανάγκη να παρέμβει περισσότερο στα καθημερινά πολιτικά μας, ούτε έχει παρεκκλίνει από το πεδίο της δράσης του: είναι το ίδιο το θέαμα, που προσφέρει πλέον η πολιτική μας σκηνή, σενάριο για τα σκίτσα του. Αυτά που συχνά σάρκαζε ο Αρκάς, (την πολιτική αμηχανία, την κουτοπονηριά, την έλλειψη ιδεών, τους ανομολόγητους συμβιβασμούς, την φτώχια των επιχειρημάτων, την απουσία δράσης και την ίδια την έκπτωση του λόγου), τα βλέπεις καθημερινά και σχεδόν παντού. Ούτε ο ίδιος δεν θα μπορούσε ποτέ να το φανταστεί.

Ο Αρκάς παραμένει συνεπής, συνεπέστατος. Παραμένει πάντα ο μεγάλος άγνωστος, που ότι έχει να πει το λέει σκιτσάροντας και κάνοντας χιούμορ. Δεν δίνει συνεντεύξεις, δεν υπάρχουν φωτογραφίες του: εγώ τον έχω δει μια φορά στη ζωή μου. Δεν πήρε τις ντουντούκες για να πουλήσει αριστεριλίκι όταν η τιμή του ανέβαινε στο εγχώριο Χρηματιστήριο της πολιτικής, δεν μένει αμήχανος σήμερα να κλαίει βουβά για τις κωλοτούμπες, τις παλινωδίες, τις αυταπάτες και τις απογοητεύσεις. Κάθε χιουμοριστική παρέμβασή του είναι μια μικρή χειρουργική πράξη. Ως τέτοια πονάει - το καταλαβαίνω. Αλλά για την αρρώστια δεν φταίει αυτός…