Δεν αντέχονται οι Αντεργουντ

Δεν αντέχονται οι Αντεργουντ

Ο πέμπτος κύκλος της της σειράς House of Cards πιθανότατα να ήταν ο καλύτερος – εξαιρουμένου πάντα του πρώτου, στον οποίο γνωρίσαμε τους πρωταγωνιστές και οριοθετήθηκε η ιστορία. Ο κύκλος βασίζεται όντως σε μια υποδειγματική σεναριακή δουλειά: χαρακτηρίζεται από ένα κρεσέντο δράσης και ανατροπών τη στιγμή, που οι διάλογοι θυμίζουν σεξπηρικό δράμα. Εμφανίστηκαν σε αυτόν σχεδόν όλα τα πρόσωπα που είχαν περάσει από την σειρά μέχρι τώρα, σημαντικοί κι ασήμαντοι, νεκροί και ζωντανοί. Διακρίνω παντού ένα ενθουσιασμό: ακόμα και δύσκολοι Αμερικάνοι κριτικοί αποθέωσαν τους συντελεστές. Εμένα με πάλι το πράγμα με γέμισε προβληματισμούς και αμηχανία.

Μια φορά στην Αγγλία

Το αμερικάνικο House of Cards βασίστηκε σε μια ομώνυμη βρετανική σειρά του ’80 με θέμα ανάλογο: και στην αγγλική σειρά το ζήτημα ήταν μια πολιτική διαδοχή –η αγγλική σειρά ολοκληρώθηκε γρήγορα, ενώ το αμερικανικό ξαδερφάκι της απέκτησε διαστάσεις έπους. Μεταξύ των δυο σειρών ωστόσο υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά: αυτή που έχει να κάνει με το ύφος. Αν και παλιομοδίτικη, η βρετανική σειρά στηρίζεται σε μια βιτριολική ειρωνεία που σου θυμίζει πάντα πως αυτό που παρακολουθείς είναι fiction. Υπάρχει μια διαβρωτική σάτιρα των πολιτικών (και όχι τόσο της πολιτικής…): οι πρωταγωνιστές της σειράς, στην καλύτερη των περιπτώσεων, σου μένουν στο μυαλό ως καρικατούρες – το βρετανικό House of Cards ήταν ένα είδος κουκλοθέατρου με ανθρώπους και σε πολλούς για αυτό δεν άρεσε. Στη σύγκριση του με το αμερικάνικο έχανε όπως οι παλιές φωτογραφίες, όταν τις συγκρίνεις με τις ολοζώντανες τωρινές, που αν τις επεξεργαστείς αποδίδουν τα χρώματα καλύτερα από όσο τα βλέπει το ανθρώπινο μάτι. Η επεξεργασία είναι συχνά ένας τρόπος για να καταδείξεις την πραγματικότητα.  

Μήπως όλα είναι αλήθεια;

Στον πρώτο κύκλο της αμερικάνικης σειράς η δοσολογία ήταν εξαιρετική: είχαμε πολιτική ίντριγκα, παραβατικές και εγκληματικές συμπεριφορές και κάμποση ψυχοπάθεια και το αποτέλεσμα ήταν ένα εξαιρετικό fiction, που έκανε τη βρετανική σειρά, στην οποία οι Αμερικανοί παραγωγοί αρχικά στηρίχτηκαν, να μοιάζει φτωχή και ξεπερασμένη. Και μετά, όπως συχνά συμβαίνει, η επιτυχία μετέτρεψε όλο αυτό το επιτυχημένο σόου σε κάτι εθιστικά επικίνδυνο.

Από το δεύτερο κύκλο της σειράς κι έπειτα το House of Cards αρχίζει να μοιάζει με πολιτικό κήρυγμα. Το αμιγώς πολιτικό του κομμάτι χαρακτηρίζεται από μια εξαιρετικά σκηνοθετημένη αληθοφάνεια.  Όλα όσα εξελίσσονται στο Λευκό Οίκο αποκτούν μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη προβολή. Βουλευτές, λακέδες και τσιράκια, γραφειοκράτες, χρηματοδότες, υπουργοί, υφυπουργοί και λομπίστες είναι τόσο καλοζωγραφισμένοι, ώστε σε πείθουν ότι είναι αληθινοί. Πρώτα από όλα οι ίδιοι οι Αντεργουντ αποκτούν διαστάσεις σούπερ ηρώων: ξεγλιστρούν, πατάνε επί πτωμάτων (σε κάποιες περιπτώσεις κυριολεκτικά…), παίζουν με ανθρώπους σαδιστικά, φέρνουν και γράφουν την ιστορία στα μέτρα τους, εκμεταλλεύονται τους πάντες και τα πάντα κινούμενοι από μια φιλοδοξία εξώκοσμη: το «αρρωστημένη» δεν αρκεί να περιγράψει συμπεριφορές και τρόπους. Στον πέμπτο κύκλο όλο αυτό απογειώθηκε, στηριγμένο και από εξαιρετικούς διαλόγους – είναι αλήθεια. Ο Κέβιν Σπέισι (που κάποια στιγμή κοιτάζει την κάμερα και λέει ότι «ο πολιτικός είναι ένας τυφλός που καθοδηγεί ηλίθιους») χτίζει το ρόλο του προέδρου χρησιμοποιώντας όλο το σαιξπηρισμό, που κουβαλάει στο έτσι κι αλλιώς γιγάντιο ρεπερτόριο του, ενώ δίπλα του η Ρόμπιν Ράιτ δίνει ρέστα στο ρόλο της καριέρας της, μετατρέποντας σε ένα είδος δολοφονικής κούκλας τον συνήθως διακοσμητικό ρόλο της First Lady. Όλα γίνονται τόσο υποδειγματικά που σε κάνουν να πιστεύεις πως αυτός είναι ο ρόλος του Αμερικανού προέδρου, αυτή είναι η λειτουργία του Λευκού Οίκου, αυτός είναι ο τρόπος να ανεβαίνεις και να κυβερνάς, αυτό συμβαίνει πίσω από τις κουρτίνες: ενώ δεν είναι έτσι – δεν μπορεί να είναι έτσι. Εχω την αίσθηση πως από τους συντελεστές της σειράς το πράγμα ξέφυγε: αυτό που ήθελαν να καταγγείλουν, δηλαδή ο πολιτικός οπορτουνισμός και η κυνικότητα, έγινε γιγάντιο, ενδιαφέρον και πολύ φοβάμαι γοητευτικό.  

Η συνομωσιολογία και η πολιτική

Ανέκαθεν οι Αμερικάνοι είχαν σειρές (και ταινίες και βιβλία κτλ) το θέμα των οποίων είναι αυτό που λέμε παρασκήνιο της πολιτικής και παρασκήνιο του Λευκού Οίκου. Οι Πρόεδροι και η κουστωδία τους δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ με κάποιου είδους ιερότητα στο σινεμά και στην τηλεόραση: βοήθησε σε αυτό και η ίδια η πραγματικότητα, αφού υπήρξαν αμερικάνοι πρόεδροι (ο Νίξον, ο Κένεντι, ο Κλίντον, ο Κάρτερ κτλ) που συζητήθηκαν για τους τρόπους τους πιο πολύ από όσο για την ίδια την προεδρική τους θητεία. Ο Αμερικάνος πρόεδρος είναι ένας σούπερ σταρ και ήταν τέτοιος πολύ πριν αρχίσουμε να τον αποκαλούμε «πλανητάρχη». Ετσι είναι τελείως λογικό, η ανέλιξή του, η συμπεριφορά του, η τύχη του, η φιλοδοξία του και η θέλησή του να αποτελούν και πηγές έμπνευσης για να χτιστούν ιστορίες – και ιστορίες έχουμε δει κάμποσες. Αλλά η διαφορά του House of Cards είναι ότι έχει μια τόσο μεθυστική δύναμη, που σε κάνει να πιστεύεις πως αυτό που παρακολουθείς δεν είναι μυθοπλασία, αλλά πραγματικότητα: πιστεύεις πως αυτό που βλέπεις είναι κωδικοποιημένα αυτό που πραγματικά συμβαίνει ή έχει συμβεί. Μάλιστα η προσοχή των σεναριογράφων στην εντός του Λευκού Οίκου ίντριγκα είναι τόσο μεγάλη, ώστε τα πέριξ της ιστορίας αδυνατίζουν, ενώ είναι φρικτά! Σχεδόν κανείς δεν νοιάζεται για τις τριγύρω ιστορίες αστυνομικής, ας πούμε πλοκής, και το ενδιαφέρον επικεντρώνεται αποκλειστικά στους τρόπους διαχείρισης της εξουσίας: η χρησιμοποίηση του φόβου για την τρομοκρατία, οι σχέσεις με τους Ρώσους, η διαπλοκή με επιχειρηματίες, οι μικροεκβιασμοί ώστε το κόμμα να κάθεται φρόνιμο, η συντριβή των όποιων πολιτικών αντιπάλων, η κυνική διαχείριση των ανθρώπων που σχεδόν πάντα έχουν ημερομηνία λήξης, είναι ο αληθινός καμβάς της σειράς – αυτά και μόνο ενδιαφέρουν. Ποιο είναι το πρόβλημα – κατά την γνώμη μου; Το πρόβλημα είναι ότι η σειρά υιοθετεί σχεδόν κάθε θεωρεία συνωμοσίας και επιτείνει σε όποιον την παρακολουθεί την βεβαιότητα ότι η πολιτική δεν είναι παρά η ικανότητα να καταστρέφεις τον όποιο αντίπαλο τσαλαπατώντας κυνικά θεσμούς και ανθρώπους. Δεν είναι άραγε αυτή η απόλυτη ισοπέδωση στην αξιολόγηση της πολιτικής δραστηριότητας ένας από τους λόγους που γιγαντώθηκε και εν τέλει κέρδισε ο Τραμπ; Απλά αναρωτιέμαι.

Έσπειραν μόνο φαρμάκι

Οι Βρετανοί που είχαν την ιδέα της σειράς φρόντιζαν με τον τρόπο τους να σου θυμίζουν διαρκώς ότι μιλάμε για σάτιρα. Οι Αμερικανοί έφτιαξαν κάτι με το οποίο δεν γελάς: απλά υπνωτίζεσαι. Μετά από κάθε επεισόδιο λες «μπορεί να είναι κι έτσι». Οι Αντεργουντ δεν είναι καρικατούρες – είναι ζωντανοί, σκληροί, επικίνδυνοι και το χειρότερο: τους γουστάρεις. Η ελπίδα μου είναι ο επόμενος κύκλος να είναι λιγότερο αληθοφανής. Μέχρι τώρα ο Φρανκ και η Κλερ έχουν σπείρει φαρμάκι…