Εγώ θα είμαι με τη Βραζιλία...

Εγώ θα είμαι με τη Βραζιλία...

Για πρώτη φορά στη ζωή μου σε αυτό το μουντιάλ θα είμαι με τους Βραζιλιάνους, που μπαίνουν στη μάχη σήμερα. Δεν τους έχω υποστηρίξει ποτέ ιδιαίτερα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τους αντιπαθώ. Μολονότι κατά καιρούς κάποιους Ροναλντίνιους και κάποιους Ρονάλντους τους έχω λατρέψει, ομολογώ ότι τους Καριόκας δεν τους έχω υποστηρίξει, διότι δεν άντεχα τους οπαδούς της Βραζιλίας στην Ελλάδα: οι ίδιοι οι Βραζιλιάνοι δεν μου φταίνε σε τίποτα, αλλά οι οπαδοί τους με τρελαίνουν. Αν τους ακούς να μιλάνε νομίζεις ότι θα ήταν φυσιολογικό η Βραζιλία να έχει άλλα πέντε παγκόσμια κύπελλα. Σου λένε ότι το 1978 οι Αργεντίνοι στήσανε το ματς με το Περού για να τους αποκλείσουν, ότι το 1982 και το 1986 εμφανίστηκαν με διαστημικές ομάδες που ένας Θεός ξέρει πως δεν κέρδισαν το τρόπαιο, πως το 1998 το έχασαν στον τελικό «γιατί κάτι περίεργο έγινε με την FIFA». Αδύνατον να συζητήσεις λογικά.    

Με κριτική διάθεση

Το ποδόσφαιρο που εγώ αγαπάω (και στο οποίο η οργάνωση και η νοοτροπία είναι πάντα σημαντικότερα πράγματα από την ποιότητα και το ατομικό ταλέντο) οι Βραζιλιάνοι το ανακάλυψαν μόλις το 1990 – αλλά την καλή εκείνη ομάδα του Λαζαρόνι την απέκλεισε με μια του ενέργεια ο Μαραντόνα: δεν με πείραξε καθόλου. Ισως να έφταιγε και ότι αντιμετωπίζω με κριτική διάθεση μερικές βραζιλιάνικες ιστορίες. Πιστεύω π.χ ότι το 1970 κέρδισαν το τρόπαιο γιατί το παγκόσμιο κύπελλο έγινε στο δύσκολο για τους Ευρωπαίους Μεξικό. Πιστεύω ότι  οι Ιταλοί τότε διαλύθηκαν στον τελικό εξαιτίας της κούρασης, που τους γονάτισε μετά τον εκπληκτικό ημιτελικό με την Δυτική Γερμανία. Επίσης δεν τρέφω κανένα θαυμασμό για την Βραζιλία του 1982 και του 1986. Το 1982 η ομάδα του Ζίκο για να κερδίσει την Σοβιετική Ενωση χρειάστηκε ένα γκολ στο ‘90 και μετά έχτισε το μύθο της φορτώνοντας με γκολ τους μεθύστακες Σκοτσέζους και τους ερασιτέχνες Νεοζηλανδούς, που δεν είχαν πρωτάθλημα – η ήττα από τους Ιταλούς οφείλεται στο ότι οι Βραζιλιάνοι του Σαντάνα έπαιζαν χωρίς αμυντικούς κι όχι στο μέτριο τερματοφύλακά τους Βαλντίρ Περέζ: ο Τζοφ φταίει πιο πολύ από αυτόν στα γκολ που πέτυχε ο Φαλκάο στο ιστορικό εκείνο 3-2.  

 

Το 1986 οι Βραζιλιάνοι τα χρειάστηκαν με την Ισπανία και την Αλγερία, πριν ξεσπάσουν στους γερο Πολωνούς κι αποκλειστούν δικαιότατα από τους Γάλλους. Το 1994 κέρδισαν τον τίτλο γιατί έπαιζαν στη δροσούλα της Δυτικής Αμερικής, ενώ οι Ευρωπαίοι έλιωναν στην ζέστη και στην υγρασία της ανατολικής ακτής: όχι τυχαία, τότε, διακρίθηκαν και οι Σουηδοί, που ήταν μαζί τους στον ίδιο όμιλο και είχαν τα ίδια αβαντάζ. Τελικά πήραν το τρόπαιο στα πέναλτι παίζοντας μέτριο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, ενώ στην Ελλάδα γράφανε κάποιοι για παιδιά της σάμπας και άλλα πολλά εμπριμέ. Τουλάχιστον το 2002 υπήρχε η καταπληκτική ιστορία του Ρονάλντο – συγκινητική από μόνη της και σίγουρα πιο εντυπωσιακή από τις εμφανίσεις της Σελεσάο, που για να αποκλείσει το Βέλγιο και την Τουρκία πήρε και σφυρίγματα. Δεν είμαι άνθρωπος που έχει πρόβλημα με τις υπερβολές, αλλά αυτές που συνοδεύουν τους Βραζιλιάνους ήταν στα όρια του παραμυθιού – και δεν είχαν και δράκο. Αλλά φέτος το πράγμα είναι αλλιώς.   

Εξιστορήσεις μεγάλων παραμυθιών

Το ποδόσφαιρο απέκτησε την δημοφιλία του και χάρη στα παγκόσμια κύπελλα: ίσως κυρίως αυτά. Μέχρι το 1966 τα ματς των μουντιάλ τα έβλεπαν μόνο όσοι είχαν την τύχη να βρεθούν στα γήπεδα: οι υπόλοιποι έβλεπαν απλά κάποιες φάσεις στα κινηματογραφικά επίκαιρα. Η λατρεία του ποδοσφαίρου βασίστηκε πολύ στην εξιστόρησή του: ο Μπόρχες, νομίζω, έχει γράψει ότι το ποδόσφαιρο πέθανε την πρώτη μέρα που η τηλεόραση έδειξε ένα ματς ολόκληρο. Οι εξιστορήσεις μεγάλων παραμυθάδων έφτιαξαν ένα γιγάντιο κοινό: ο κόσμος ερωτευόταν για δεκαετίες ήρωες που δεν είχε δει ποτέ του κι ο Πελέ ή ο Γκαρίντσα ή ο Τζάλμα Σάντος ήταν μερικοί από τους μεγαλύτερους.

 

Πιο πολύ και από το ποδόσφαιρο της Βραζιλίας, ο κόσμος ερωτεύτηκε την πιθανότητα της ύπαρξής του. Απέκτησε την συναισθηματική βεβαιότητα ότι υπάρχει μια χώρα γεμάτη από υπερταλαντούχους παίκτες που μιλάνε στη μπάλα, αντίθετα από τους τρεχαλιτζήδες Εγγλέζους, τους καταστροφικούς Ιταλούς, τους μαχητές Γερμανούς και πολλούς άλλους που πόνταραν στην δύναμη και στα αθλητικά προσόντα - ακόμα κι αν τέτοια δεν είχαν. Όταν η τηλεόραση, μετά το 1966, έφερε στη ζωή του καθενός και εικόνες από τους μύθους αυτούς, το ποδόσφαιρο απογειώθηκε: μπορεί η κρίσεις να υπήρξαν πάντα μεροληπτικές, αλλά ποιος δεν υπερβάλει όταν αγαπάει; Οποιος τους Βραζιλιάνους τους αγάπησε, αγάπησε ένα ποδόσφαιρο που δεν είχε ίχνος κακίας. Χάρηκε με ωραίες φάσεις, πανηγύρισε υπέροχα γκολ, μυθοποίησε δημιουργούς, δικαιολόγησε λάθη απερίγραπτα χωρίς να θυμώνει και χωρίς να λοιδορεί. Εβαλε τα παιδιά του, όταν έφταναν τα μουντιάλ, να δουν τους Καριόκας και στην ερώτησή τους γιατί η Βραζιλία είναι η μεγαλύτερη ομάδα του κόσμου, τους μιλούσε για τα μυθικά κατορθώματα των παικτών της: για τον Πελέ, τον Τοστάο, τον Ριβελίνο και τον Γκαρίντσα που ο ίδιος είδε ελάχιστα, αλλά και για τον Ζίκο, τον Σώκρατες, το Ρομάριο, τον Ρονάλντο, που απέδειξε ότι είναι ένα φαινόμενο, που κατάφερε και να αναστηθεί. Και μετά ήρθε ένα βράδυ στο Μπελ Ορίζοντε που διέλυσε τα πάντα: η ήττα της Βραζιλίας από τους Γερμανούς με 7-1 δεν στέρησε από τους Καριόκας τη δυνατότητα να διεκδικήσουν ένα τρόπαιο στη έδρα τους, αλλά πολύ περισσότερο κατέστρεψε τις φαντασιώσεις κάποιων εκατομμυρίων ανθρώπων, που δεν περίμεναν ποτέ ότι θα δουν την ομάδα που έχει πέντε κατακτήσεις παγκοσμίων κυπέλλων να διασύρεται με τέτοιο τρόπο στην έδρα της.

Λιγότερο δέος

Το ποδόσφαιρο έχει ανάγκη από μύθους κι ο μύθος των Βραζιλιάνων τέσσερα χρόνια τώρα είναι ξεθωριασμένος όσο κανείς άλλος ανάλογος. Ξαφνικά νοιώθουμε όλοι λιγότερο δέος για τον Πελέ, λιγότερο θαυμασμό για το Ρονάλντο, λιγότερη ζήλια για τα μαγικά του Ροναλντίνιο ή για τα γκολ του Ζίκο: όλα αυτά δεν κατέληξαν παρά σε μια συντριβή που όμοια της δεν έχει γνωρίσει καμία μεγάλη ομάδα. Η ιστορική πορεία της Βραζιλίας κατέληξε σε ένα στραπατσάρισμα κι από εκείνο το βράδυ το ποδόσφαιρό της μοιάζει υπερτιμημένο, ενώ αυτό δεν ισχύει. Αυτό που έγινε στο Μπελ Οριζόντε προκάλεσε στους Βραζιλιάνους ένα τραύμα και στους φίλους τους ένα σοκ. Τέσσερα χρόνια αργότερα μόνο το 60% των Βραζιλιάνων δηλώνουν ότι θα δουν το παγκόσμιο κύπελλο και μόνο το 12% των Βραζιλιάνων πιστεύουν ότι η Σελεσάο θα το κατακτήσει. Και κανένα παιδάκι δεν ρωτάει τον μπαμπά του γιατί η Βραζιλία είναι η μεγαλύτερη ομάδα του κόσμου: όλο αυτό είναι, περισσότερο και από άδικο, απλά ανυπόφορο.

 

Άμυαλοι κι ανέμελοι

Θα είμαι με τη Βραζιλία γιατί είναι τραυματισμένη, σίγουρα λιγάκι φοβισμένη, σίγουρα γεμάτη άγχος, αλλά και γεμάτη θέληση να παίξει για τον κόσμο της: κι αυτόν που της έμεινε πιστός και αυτόν που της γύρισε την πλάτη. Θα είμαι με τη Βραζιλία γιατί τα μουντιάλ την έχουν ανάγκη. Σκεφτείτε λίγο τη μετάλλαξη των Βραζιλιάνων για να καταλάβετε το δράμα τους. Πρώτα εγκατέλειψαν το ποδόσφαιρο που ήξεραν για να παίζουν πιο ευρωπαϊκά. Μετά πούλησαν την ψυχή τους στους διαβόλους που λέγονται τακτική και σκοπιμότητα για να κερδίσουν. Στο τέλος της διαδρομής οι Ευρωπαίοι Γερμανοί τους έδειξαν ποιο είναι το ποδόσφαιρο του καιρού μας – τους τιμώρησαν κατά κάποιο τρόπο τους Βραζιλιάνους, γιατί αυτοί θέλησαν να γίνουν Ευρωπαίοι και να τους μοιάσουν κι όχι γιατί είναι άμυαλοι και ανέμελοι, όπως ήταν κάποτε. Ιδεολογική ήττα αντέχεται. Η συντριβή είναι στο πρόγραμμα. Και τα δυο, όμως, είναι κάτι σαν τιμωρία. Δεν την αξίζουν γιατί κακό στο ποδόσφαιρο δεν έκαναν.

Viva o Brazil

Στην πραγματικότητα έχουμε ανάγκη όλοι μας (και) την ανεμελιά των Βραζιλιάνων, αλλά αυτή δεν θα την ξαναβρούν ποτέ. Τουλάχιστον ας ξαναβρούν στη Ρωσία τη χαμένη τους αξιοπρέπεια.

Viva o Brazil. Σε θέλουμε πίσω…