Εγω θα τον κρατούσα τον Σκίμπε...

Εγω θα τον κρατούσα τον Σκίμπε...

Στο δεύτερο παιγνίδι με την Κροατία, χθες βράδυ στο Καραϊσκάκη, η Εθνική μας είχε μια καλύτερη εικόνα – δεν θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά, αφού στο Ζάγκρεπ η ομάδα έκανε το χειρότερο παιγνίδι της την τελευταία διετία. Και πάλι όμως η Εθνική μας δεν πήρε καν την νίκη γοήτρου που τόσο ήθελε: παρά το πάθος και την μεγάλη προσπάθεια είναι ζήτημα να έκανε τρεις αληθινά μεγάλες ευκαιρίες, απέναντι σε ένα αντίπαλο που εμφανέστατα πρόσεξε την διαφύλαξη του αβαντάζ που απέκτησε στο πρώτο ματς. Το παιγνίδι δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική – περισσότερο ενδιαφέρον έχει να δούμε κάτι άλλο, δηλαδή αν πρέπει ή δεν πρέπει να μείνει ο Μίκαελ Σκίμπε.

Μιλώντας αμιγώς αγωνιστικά

Αν δει κανείς τα ματς που έδωσε η Εθνική μας στη διετία των προκριματικών του μουντιάλ δύσκολα θα διακρίνει κάτι που να έδωσε στην ομάδα ο Γερμανός – μιλώντας αμιγώς αγωνιστικά. Πρώτα από όλα αυτό λένε τα ίδια τα αποτελέσματα. Στην διετία αυτή η Εθνική μας αγωνίστηκε με τρεις αληθινά δύσκολες ομάδες: την Βοσνία, το Βέλγιο και την Κροατία. Ο τελικός απολογισμός σε έξι ματς είναι 0 νίκες, 4 ισοπαλίες και δυο ήττες. Δεν είναι ένας καλός απολογισμός. Υπάρχει πάντα και ένα δεύτερο κριτήριο: η συνολική ποιότητα του παιγνιδιού. Εδώ η συζήτηση είναι κομμάτι πιο δύσκολη. Αν σταθεί κανείς στο κατά πόσο ο Σκίμπε έκανε την ομάδα επιθετικότερη και παραγωγικότερη, δεν έχει παρά να θυμηθεί τα παιγνίδια με την Εσθονία ή ακόμα και με την Κύπρο, και να του βάλει μέτριο ή και κακό βαθμό, μολονότι στραβοπάτημα σε αυτά υπήρξε μόνο ένα – η ισοπαλία με τους Εσθονούς στο Καραϊσκάκη. Από την άλλη, κι αυτό δεν πρέπει να το παραβλέψουμε, η Εθνική μας επί των ημερών του Γερμανού ξαναβρήκε κάμποσες από τις χαμένες, την προηγούμενη διετία, αρετές της. Η άμυνα λειτούργησε καλά – θα έλεγα μάλιστα ότι στο Ζάγκρεπ, αν κάτι μας τρόμαξε, ήταν η μαλθακότητα της. Η ομάδα έδειξε μαχητικότητα σε παιγνίδια αληθινά δύσκολα: θα μπορούσε να κερδίσει στις Βρυξέλες, αν δεν έμενε με δέκα παίκτες, αλλά και στη Βοσνία, αν ήταν πιο προσεχτικός ο Μάνταλος στο τέλος. Θυμίζω ότι έκανε κόντρα στους Βέλγους το καλύτερό της ματς, αν και έχασε, ενώ ισοφάρισε τους Βόσνιους στο φινάλε σώζοντας την παρτίδα με όπλο το πείσμα της.

   

Δεν είναι κάποια ιδιοφυία

Πολλοί όταν μιλάμε για Εθνικές ειδικά, απλοποιούν τα πάντα μιλώντας για προπονητές που κερδίζουν ματς και προπονητές που χάνουν ματς. Εγω δεν πιστεύω ότι τέτοιοι υπάρχουν, γιατί ο χρόνος που έχουν στην διάθεσή τους για δουλειά οι ομοσπονδιακοί προπονητές είναι ελάχιστος και ως εκ τούτου το βάρος τους στο ματς είναι μικρό. Πιθανότατα στην Κροατία ο Σκίμπε να παράταξε μια κακή, όπως αποδείχτηκε,  ενδεκάδα, όμως από την άλλη δεν χωρά αμφιβολία πως το χειρότερο ματς της Εθνικής μας σημαδεύτηκε από λάθη παικτών – και μιλάμε για λάθη τεράστια, αρκεί να θυμηθούμε τα γκολ. Εκανε κι ο Σκίμπε τα  δικά του, αλλά ήταν σαφώς μικρότερα: μια ομάδα που δέχεται τρια γκολ σε μισή ώρα απλά δεν αγωνίζεται, δεν προσπαθεί.

 

Είναι αλήθεια πως ο Γερμανός δεν είναι από αυτούς που μπορεί κατά την διάρκεια του αγώνα να κάνουν κάτι θεαματικό αλλάζοντας την εικόνα της ομάδας: τα σχήματα που χρησιμοποιεί είναι κατά βάση τρία, η ομάδα όταν θέλει ν αμυνθεί καλύτερα παίζει με τρία στόπερ κι όταν θέλει να επιτεθεί απλά προσπαθεί να φέρει ένα ή δυο παίκτες πιο κοντά στο Μήτρογλου. Προφανώς ο Σκίμπε δεν είναι κάποιου τύπου ιδιοφυϊα και σίγουρα, αν δει κάποιος τις επιλογές του, φροντίζει πολύ περισσότερο το αμυντικό από το επιθετικό κομμάτι. Φαίνεται και από το ποιοι ήταν οι περισσότερο κερδισμένοι παίκτες επί των ημερών του: ο Σταφυλίδης καθιερώθηκε παίζοντας σε τρεις διαφορετικές θέσεις (αριστερό μπακ, αριστερό χαφ και δεύτερος κόφτης), ο Ζέκα με όπλο το τρέξιμο του βρήκε θέση σε χρόνο ρεκόρ, ο Ρέτσος πήρε τα πρώτα του ενενηντάλεπτα, ο ξεχασμένος Κυργιάκος Παπαδόπουλος έγινε ξανά σημαντικός κι ο μόνος επιθετικός που πήρε σοβαρές ευκαιρίες ήταν ο μικρός Δώνης. Όταν με την άμυνα ασχολείσαι πιο πολύ αμυντικούς θα αναδείξεις, αυτό είναι δεδομένο. Όπως δεδομένο είναι ότι και για αυτό κυρίως τον λόγο οι διεθνείς του τον αγαπάνε.

Η θέληση των παικτών

Ακόμα κι αν ο Σκίμπε τα είχε κάνει όλα λάθος, υπάρχουν δυο πράγματα που πρέπει οι υπεύθυνοι προϊστάμενοί του να τα λάβουν σοβαρότατα υπόψην τους. Το πρώτο είναι η θέληση των παικτών. Αν είμασταν μια χώρα στην οποία εκτός από αυτούς που αγωνίζονται, υπάρχουν είκοσι άλλοι που περιμένουν να πάρουν τις ευκαιρίες τους, πρώτος θα έλεγα να τον αποχαιρετήσουμε και να του πούμε καλή τύχη και να ρθει κάποιος που θα επιχειρήσει ν αλλάξει το έργο, μήπως δούμε και τίποτα διαφορετικό. Αλλά όποιος και να ρθει θα βρει το ίδιο περίπου γκρουπ και θα έχει μπροστά του ακριβώς τις ίδιες δυσκολίες, η μεγαλύτερη από τις οποίες είναι ότι πρέπει να φτιάξει μια ομάδα με παίκτες που στις ομάδες τους αγωνίζονται λίγο. Αν μια τέτοια ομάδα, θες να της αλλάξεις και λογική, να την κάνεις να ξεχάσεις την αγάπη της για το αμυντικό παιγνίδι π.χ και να την κάνεις επιθετικότερη, είναι πολύ περισσότερο πιθανό να σπάσεις τα μούτρα σου, παρά να κάνεις κάτι της προκοπής. Τα θέλω των παικτών, όταν μιλάμε για την Εθνική Ελλάδος, πρέπει να είναι πάνω από όλα: αν στην Εθνική δεν υπάρχει καλή ατμόσφαιρα, αν δεν υπάρχουν παρέες και φίλοι, αν η σχέση με τον προπονητή με τους παίκτες δεν είναι άριστη, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα για καλά αποτελέσματα. Τα Φερόε μας περιμένουν.

 

Ποιος θα τον αντικαταστήσει

Το δεύτερο που προσωπικά φοβάμαι είναι το ποιος θα τον αντικαταστήσει τον Σκίμπε, αν τυχόν τον αλλάξουν. Ο Γερμανός έχει καταφέρει να περάσει απαρατήρητος δυο χρόνια τώρα κι αυτό δεν είναι λίγο. Δεν έχει τσακωθεί σχεδόν με κανένα, έχει μια καλή σχέση με τους Ελληνες συνεργάτες του, καθόλου δεν τον  άγγιξαν οι αλλαγές στην ΕΠΟ. Το σπουδαιότερο είναι ότι μοιάζει να έδιωξε από την Εθνική τις ομάδες και μοιάζει να μην θέλει να κάνει τα κέφια ποδοσφαιροπαραγόντων, αλλά και συμβούλων της ομοσπονδίας, που ονειρεύονται μια Εθνική ως τσιφλίκι τους. Δεν παίρνω όρκο ότι ο επόμενος θα κάνει το ίδιο – ειδικά αν είναι ή Ελληνας, ή γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας.

Εγω θα τον κρατούσα τον Σκίμπε. Απλά θα φώναζα τον Κώστα Τσάνα και τον Ζήση Βρύζα και θα τους ζητούσα να κάνουν μαζί του τώρα ένα ακριβοδίκαιο απολογισμός και ένα σοβαρό προγραμματισμό, που να αφορά την επόμενη μέρα. Η Εθνική θέλει λίγο μπόλιασμα από νιάτα – στο νέο κλειστό γκρουπ πρέπει να υπάρχουν λιγότεροι που πέρασαν τα τριάντα και πιο πολλοί κάτω από τα 27, ώστε να υπάρχει προοπτική. Παίκτες πολλούς δεν έχουμε κι όσους βγάζουμε δεν μπορούμε εύκολα και να τους εξελίξουμε. Αλλά αν σε αυτή την ομάδα έμπαιναν την επόμενη διετία ο Καρέλης, ο Ανδρούτσος, ο Γαλανόπουλος, ο Λυκογιάννης, ο Κουρμπέλης, ο Πέλκας, ο Γιαννιώτης κάπως καλύτερη θα την έκαναν. Πιο πολύ αυτούς χρειαζόμαστε, παρά ένα νέο προπονητή…