Ένας καθόλου φτωχός μόνος καουμπόι...

Ένας καθόλου φτωχός μόνος καουμπόι...

Θυμάμαι ακόμα όσα διάβαζα στον διεθνή Τύπο για τον Λίο Μέσι μετά την αποτυχία του στο μουντιάλ της Ρωσίας. Για πρώτη ίσως φορά υπήρχαν ερωτηματικά, και μάλιστα σοβαρά, για τις αντοχές του και την δυνατότητα του να κάνει τη διαφορά. Ο Μέσι, στο τέλος του μουντιάλ, δεν ήταν κάποιος που απέτυχε να διακριθεί σε αυτό, αλλά κάποιος που έμοιαζε να έχει ανάγκη μιας σοβαρής ψυχολογικής υποστήριξης. Θυμάμαι ότι μέχρι και η μητέρα του είχε κάνει δηλώσεις για να τον στηρίξει! Για πρώτη φορά είχε αμφισβητηθεί το αυτονόητο – ότι δηλαδή μιλάμε για τον καλύτερο ποδοσφαιριστή του καιρού μας και η απορία για το τι θα έκανε φέτος στην Μπαρτσελόνα ήταν διάχυτη. Λιγότερο από ένα μήνα μετά την έναρξη της σεζόν απορία πλέον δεν υπάρχει. Θα κάνει πάλι το καλύτερο δυνατό κι όταν μιλάμε για το Μέσι όρια δεν υπάρχουν.

Σε πιάνει κατάθλιψη

Αν ήμουν Αργεντινός βλέποντας όσα έκανε στο ματς της Μπαρτσελόνα με την PSV θα με έπιανε κατάθλιψη. Οι Καταλανοί δεν είχαν κάποια σπουδαία απόδοση: στην αρχή του ματς θα μπορούσαν να βρεθούν και πίσω στο σκορ. Στο 30΄ο Ντεμπελέ κέρδισε ένα φάουλ και το γήπεδο άρχισε να χειροκροτάει ρυθμικά γνωρίζοντας τι θα γίνει. Ο Μέσι έστησε την μπάλα, την κοίταξε, έκανε ένα βήμα, τη σήκωσε, και μετά κοιτάζοντάς την, την οδήγησε στα δίχτυα, σαν τηλεπαθητικός. Η μπάλα σηκώθηκε ψηλά, όσο ο Μέσι την κοιτούσε να ανεβαίνει και κατέβηκε για να καταλήξει στα δίχτυα όταν αυτός χαμήλωσε τα μάτια του.

Στο 76΄με το σκορ στο 2-0 κι ενώ η Μπαρτσελόνα περπατούσε ο Ράκιτιτς πήρε ένα ριμπάουντ μακριά από την περιοχή των Ολλανδών και πέταξε τη μπάλα στον κενό χώρο. Ο Μέσι που είχε  ανοίξει το τούρμπο μόλις ο Κροάτης έκανε το κοντρόλ, έφτασε στη μπάλα με τον ενθουσιασμό του πιτσιρικά, που βγαίνει πρώτο ραντεβού μαζί της και την έστειλε στα δίχτυα χωρίς να την αφήσει ν ακουμπήσει το χορτάρι: η φάση έχει ενδιαφέρον γιατί είναι ο μόνος παίκτης της Μπαρτσελόνα στο γήπεδο που κινείται – οι υπόλοιποι είναι σαν να έχουν μαρμαρώσει μαγεμένοι. Στο 86΄κι ενώ η Μπάρτσα αγωνίζεται με δέκα παίκτες το σκηνικό επαναλαμβάνεται για να μην νομίζει κανείς ότι υπάρχει κάτι τυχαίο: ο Μέσι παίρνει μια κάθετη πάσα και πριν οι αντίπαλοι καταλάβουν τι έχει στο νου του σκοράρει μετατρέποντας ένα ακόμα ματς σε ατομικό σόου. Το είδος του σόου που οι Αργεντίνοι σε τελικά παγκοσμίου κυπέλλου δεν έχουν δει από αυτόν ποτέ.

Πως διάβολο γίνεται;

Με τα τρία του χθεσινά γκολ ο Μέσι ξεπέρασε τα γκολ που έχει πετύχει η PSV σε ολόκληρη την ιστορία της στο κύπελλο Πρωταθλητριών – τα ρεκόρ του στο θεσμό αυτό είναι μυθικά. Είναι δεδομένο ότι κάποτε θα τα διαβάζουμε, δεν θα τα πιστεύουμε, και θα αναρωτιόμαστε πάντα πως γίνεται να υπάρχει τόσο συγκλονιστική διαφορά στην ατομική του απόδοση στα ματς της Μπαρτσελόνα και σε αυτά της Εθνικής του ομάδας. Προσοχή δεν μιλάω για τίτλους: μιλάω για απόδοση. Ο Μέσι που χθες ζωγραφίζει μια εκτέλεση φάουλ που σε αφήνει άναυδο είναι ο ίδιος που δεν μπορεί να βάλει γκολ στην Ισλανδία από τη βούλα του πέναλτι. Ο Μέσι που χθες μετατρέπει μια απλή κάθετη πάσα σε γκολ «έργο τέχνης» είναι ο ίδιος που δεν μπορεί να βρει μια αντεπίθεση για να τελειώσει το μαρτύριο της Αργεντινής με τη Νιγηρία. Ο Μέσι που στην Μπαρτσελόνα γελάει, χαίρεται και ευχαριστεί το Μεγαλοδύναμο γιατί του χει μάθει ποδόσφαιρο, είναι ο ίδιος που στην Αργεντινή κάνει εμετό από τα νεύρα του. Πως άραγε εξηγείται;

Ολοι και όλα αλλάζουν

Η εύκολη απάντηση είναι ότι στη Μπαρτσελόνα έχει καλύτερους συμπαίκτες – ισχύει, όσο ισχύει και ότι στη Μπαρτσελόνα έχει δυσκολότερους αντιπάλους. Η PSV, διάβολε, είναι μάλλον καλύτερη από την Εθνική Ισλανδίας κι αυτός χθες την συνέτριψε χωρίς η ομάδα του να παίξει κάποιο ματς υψηλής έντασης: στο ριλαντί έπαιζαν όλοι. Σαφώς και στη Μπάρτσα οι αυτοματισμοί είναι ευκολότεροι, αλλά κι αυτή έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια πολύ. Δεν παίζει όσο γρήγορα έπαιζε κάποτε, κάνει μικρότερη κατοχή μπάλας, αλλάζει διαρκώς πρωταγωνιστές – το μόνο που στην ομάδα δεν αλλάζει είναι ότι τα γκολ είναι του Μέσι.

 

Αν δει κανείς πόσους συμπαίκτες έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια ο Μέσι, θα καταλάβει ότι ακόμα και η περί αυτοματισμών συζήτηση είναι μια υπερβολή. Ο Τσάβι κι ο Ινιέστα που ήξεραν απέξω τις κινήσεις του δεν υπάρχουν πια. Ο Βίγια και ο Πέδρο, που με την κίνησή τους τόσο τον διευκόλυναν, τώρα λέγονται Σουάρες και Ντεμπελέ. Ο Νεϊμάρ παίζει (παίζει;) στην Παρί. Ο Ντάνι Αλβες, ιδανική πλάτη στη δεξιά πλευρά, έχει φύγει χρόνια τώρα. Είναι χειρότεροι αυτοί που παίζουν δίπλα του στην Αργεντινή; Δεν το νομίζω: ο Ιγκουαίν και ο Αγκουέρο δεν μου μοιάζουν να υπολείπονται τρομερά του Σουάρες, ο Ντι Μαρία λίγα έχει να ζηλέψει από τον Ντεμπελέ, ο Κουτίνιο δεν είναι καλύτερος από τον Ντιμπάλα κι ο Μασκεράνο έμαθε τη θέση στον Μπουσκέτς. Αυτοί που παίζουν στην Μπάρτσα δεν κάνουν απίθανα πράγματα: δείτε τα χθεσινά γκολ του.  Οποιος δίπλα του παίζει, από τότε που έφυγε ο Πεπ Γκουαρντιόλα και η απλότητα αντικατέστησε την πολυπλοκότητα, κάνει το απαραίτητο: του πετάει τη μπάλα στο χώρο – όλα τα υπόλοιπα είναι δική του δουλειά και είναι όλα αυτά που στην Εθνική Αργεντινής δεν κάνει. Και μην πει κάποιος ότι είναι θέμα προπονητή ή θέσης: προπονητές ο Μέσι αλλάζει όποτε θέλει και για τη θέση του στην Μπαρτσελόνα σίγουρα αποφασίζει ο ίδιος – όπως και στην Εθνική.  

Βασιλιάς στο ράντζο του

Νομίζω ότι στην περίπτωσή του συμβαίνει κάτι πιο σπάνιο και πιο πολύπλοκο. Δεν έχει να κάνει με τον ποδοσφαιριστή, αλλά με τον άνθρωπο. Ο Μέσι είναι ένας τύπος παλιάς κοπής, που μικρή σχέση έχει με το σήμερα. Στην σημερινή εποχή των πειρασμών αυτός είναι ένας παράξενος απομονωμένος μοναχικός- θα λεγα ερημίτης, αν η Βαρκελώνη δεν ήταν τόσο κοσμοπολίτικη. Έχετε υπόψιν σας κάτι παιδιά που παντρεύονται μόλις γυρίσουν από το στρατό την πρώτη αγάπη που είχαν γνωρίσει στο Γυμνάσιο; Κάτι τέτοιο είναι ο Μέσι. Δείτε τον σαν ένα από αυτούς τους αμερικάνους αγρότες που ζουν μόνοι με την οικογένεια τους σε ένα ράντζο στην άκρη του πουθενά: η ευτυχία τους είναι τα πολλά παιδιά τους, τα άλογά τους, τα καλαμπόκια τους. Η χαρά τους είναι να επιτηρούν το ράντζο τους παίζοντας το ρόλο του δίκαιου αφέντη κι όλοι να χαίρονται που είναι στη δούλεψή τους. Είναι φοβεροί καουμπόηδες, νοικοκυραίοι, κανείς δεν μπορεί να τους μάθει τίποτα, αλλά το βασίλειό τους είναι ο τόπος τους: μακριά από αυτόν αισθάνονται παράταιροι με τα καουμπόικα καπέλα τους – ίσως να είναι κιόλας. Είναι τύποι μονογαμικοί, δεν έχουν μάτια για καμία άλλη εκτός από την γυναίκα τους, αγαπούν παράφορα τη δουλειά, αλλά ξέρουν να κάνουν μόνο αυτή και μάλλον τίποτα άλλο. Ενώ οι Ρονάλντοι γυρνάνε τον κόσμο και οι Νεϊμάρ ψάχνουν πάντα νέο κοινό για μαγικά, αυτοί χαίρονται στο ράντζο τους. Και τα βράδια τραβάνε πιστόλια και πυροβολούν πιο γρήγορα από τον ίσκιο τους, φωνάζοντας «πάμε Μπάρτσα»…