Για ένα σουβλάκι...

Για ένα σουβλάκι...

Ο Τιμούρ Κετσπάγια έδωσε μια συνέντευξη στην Κύπρο, όπου εξέφρασε την πίκρα του για τα όσα έζησε στο πέρασμά του από την ΑΕΚ. Δεν είπε κάτι που δεν έχει πει σε προηγούμενες συνεντεύξεις του, απλά αυτή τη φορά ήταν καυστικός στην αναφορά που έκανε στους έλληνες δημοσιογράφους. «Στην Ελλάδα  στην κάθε ομάδα έχουν δική τους εφημερίδα και γράφουν ό,τι θέλουν οι παράγοντες. Τους ταΐζουν ένα σουβλάκι και γράφουν ότι θέλουν» είπε. Η αναφορά προκάλεσε οργισμένα σχόλια μεταξύ των ελλήνων αθλητικογράφων. Συνιστώ ηρεμία. Το πρόβλημα δεν είναι ο Κετσπάγια, είναι η πραγματικότητα.

Με εντολή της διοίκησης

Από τότε που ξεκίνησα να κάνω αυτή τη δουλειά, κι έχουν πλέον συμπληρωθεί πάνω από δυο δεκαετίες, θυμάμαι ότι η βασική κατηγορία που αντιμετώπιζαν οι δημοσιογράφοι από όσους δυσφορούσαν με την κριτική τους είναι ότι τα «παίρνουν». Οι πρόεδροι ισχυρίζονταν ότι οι αθλητικογράφοι τα παίρνουν από τους αντίπαλους προέδρους για να τους κάνουν ζημιά – την κατηγορία την είχαν εύκολη, κυρίως όσοι τα έδιναν. Οι παίκτες ισχυρίζονταν ότι οι δημοσιογράφοι τα «παίρνουν» γενικά και αόριστα – όποιος έχει δίνει. Οι προπονητές είναι συνήθως οι μόνοι που πιστεύουν ότι τους δημοσιογράφους τους πληρώνουν οι πρόεδροι για τους οποίους κι αυτοί δουλεύουν, ώστε να τους χρησιμοποιούν εναντίον τους! Αυτό είπε κι ο Κετσπάγια: ότι οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν το ρεπορτάζ της ΑΕΚ (κάποιοι όχι όλοι απαραίτητα) του έκαναν πόλεμο με εντολή της διοίκησης, που τους βάζει να γράφουν ό,τι θέλει. Μόνο που όλος ο συλλογισμός έχει ένα πρόβλημα: αν μια διοίκηση χρησιμοποιεί τους δημοσιογράφους (της) για να τρελάνουν τον προπονητή (της) ή έστω να του κάνουν υπερβολική κριτική, στρέφοντας τον κόσμο εναντίον του, κάνει την ίδια στιγμή κακό και στην ομάδα. Κάθε προπονητής για να δουλέψει θέλει ηρεμία και στήριξη κι αυτό κάθε διοίκηση το ξέρει. Αν υπάρχει ένα στρατός έτοιμος να επιτεθεί στον προπονητή μετά το πρώτο κακό αποτέλεσμα (και μάλιστα με τις ευλογίες της διοίκησης) τότε κανένας προπονητής δεν θα στεριώσει και η ομάδα δεν θα κάνει την παραμικρή πρόοδο. Σε αυτή την περίπτωση, η όποια διοίκηση κάνει κάτι τέτοιο θυμίζει το γνωστό σύζυγο, που για να τιμωρήσει τη γυναίκα του, επειδή τον απατούσε, έκοψε τα γεννητικά του όργανα: τους έχω ικανούς για ανοησίες τους έλληνες παράγοντες, όχι όμως και για τόσο μεγάλες ανοησίες. Αν ο Κετσπάγια έχει δίκιο, αν δηλαδή στην Ελλάδα υπάρχουν διοικήσεις που πληρώνουν δημοσιογράφους για να κάνουν πόλεμο στους προπονητές, που οι ίδιες προσλαμβάνουν, ώστε να μην γίνεται συζήτηση για τα δικά τους λάθη, τότε θα πρέπει να ρθούν οι μεγαλύτεροι ψυχίατροι της γης για να μελετήσουν το φαινόμενο.  Να με κάψει ο Θεός, αλλά δεν τους έχω ικανούς για τόσο σύνθετες σκέψεις τους έλληνες ποδοσφαιροπαράγοντες.

Το δεύτερο σκέλος

Ομολογώ ότι περισσότερο κι από το πρώτο σκέλος της κατηγορίας με προβλημάτισε το δεύτερο, όχι δηλαδή το «στην Ελλάδα υπάρχουν δημοσιογράφοι που γράφουν ό,τι θέλουν οι παράγοντες» αλλά το «τους ταϊζουν με ένα σουβλάκι». Η κατηγορία ότι όλοι τα παίρνουν είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η δημοσιογραφία. Η άμυνα των δημοσιογράφων – τουλάχιστον των καλών – ήταν πάντα ότι οι υπηρεσίες τους κόστιζαν πολύ. Δεν θέλω να αναφερθώ σε τρίτους θα αναφερθώ σε προσωπικές εμπειρίες. Πριν από μερικά χρόνια είχα συναντήσει ένα μεγάλο παράγοντα, που με είχε κατηγορήσει ότι τα παίρνω από κάποιο αντίπαλο του: δεν είναι ο πρώτος, ελπίζω να μην είναι ο τελευταίος. Αφού μου ανέπτυξε από πού προκύπτει η σιγουριά του (ως συνήθως κάποιος του είχε πει κάτι, που του άρεσε ν ακούσει για να του εξηγήσει γιατί έγραψα κάτι που τον ενόχλησε), μου είπε ότι ξέρει ό,τι τα παίρνω καθώς και πόσα παίρνω ακριβώς. Ομολογώ ότι αυτό το δεύτερο ήταν καινούργιο διότι σε όλες τις προηγούμενες κατηγορίες κανείς δεν είχε ορίσει μια τιμή – και για να πω την αλήθεια αυτό πάντα με στεναχωρούσε, αφού ήθελα να ξέρω πόσο κοστίζουν οι υπηρεσίες μου. «Σου δίνουν 500 ευρώ το μήνα» μου είπε. Εβαλα τα γέλια. Κοίταξε τις σημειώσεις του και είπε «συγνώμη λάθος 800 ευρώ το μήνα». Τον ευχαρίστησα γιατί κέρδισα 300 ευρώ σε 10 δευτερόλεπτά και του υποσχέθηκα να του στείλω τη φορολογική μου δήλωση για να απαλλαγώ απο τις κατηγορίες. Ηταν η καλύτερη απόδειξη ότι για αυτά τα χρήματα δύσκολα θα έγραφα οτιδήποτε κατά παραγγελία – κι αυτό τότε ίσχυε για πολλούς. Τότε. Τώρα όχι κι αυτό είναι το πρόβλημα.

Κι όμως έχει μια βάση ό,τι είπε

Ο Κετσπάγια προσπαθώντας να θίξει όσους πιστεύει πως τον αδίκησαν είπε, ίσως και χωρίς να το ξέρει (!), κάτι που έχει δυστυχώς μια βάση: ότι πλέον οι αμοιβές των αθλητικογράφων έχουν πέσει τόσο πολύ χαμηλά που αρκετοί (ευτυχώς όχι όλοι) είναι διατεθειμένοι να γράφουν ό,τι νομίζουν ότι αρέσει στο αφεντικό τους για να κρατήσουν μία ή δύο κακοπληρωμένες δουλειές. Το ακόμα  χειρότερο είναι ότι μαζί με την κρίση των ΜΜΕ μεγαλώνει και η βεβαιότητα του κόσμου ότι απέναντί του έχει μια πλήρως χειραγωγημένη δημοσιογραφία, την οποία υπηρετούν επαγγελματίες, που δεν μπορούν πιά να ζουν αξιοπρεπώς από αυτό που κάνουν και κατά συνέπεια ψάχνουν χαρτζιλίκια. Όσο αυτή η εντύπωση γίνεται κυρίαρχη, γιατί, ενώ οι δημοσιογράφοι πληθαίνουν, οι εφημερίδες και τα κανάλια κλίνουν ένα ένα, τόσο θα μικραίνει το όποιο κύρος, όποιου ακόμα αντέχει σε ένα επάγγελμα που αργοπεθαίνει. Ο κόσμος, σίγουρος ότι δεν μπορεί να ζήσεις κάνοντας αυτή τη δουλειά, θα πιστεύει ολοένα και περισσότερο όποιον του λέει ότι για ένα σουβλάκι εξευτελίζεσαι – κατά πάσα πιθανότητα δεν θα χρειάζεται να του το πει και κανείς. Το πιστεύει ήδη.

Το επάγγελμα χόμπι

Η αθλητικογραφία (και η δημοσιογραφία γενικότερα) τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια έζησε στην Ελλάδα μια άνοιξη. Δημιουργήθηκαν πολλές εφημερίδες, πολλά περιοδικά, ειδικά τηλεοπτικά κανάλια, ραδιοφωνικοί σταθμοί και μεγάλα ειδησεογραφικά site. Σε όλα αυτά δούλεψαν άνθρωποι που μπορούσαν να ζήσουν κάνοντας αξιοπρεπώς αυτή τη δουλειά: τα μέσα στα οποία δουλέψαμε  μας πλήρωσαν καλά. Αυτό υπήρξε ο πραγματικός λόγος που γράφτηκαν και σημαντικά κείμενα δημοσιογραφικής κριτικής, που έγινε σε πολλές περιπτώσεις και ερευνητική δημοσιογραφία, που υπήρξαν επικριτικά πρωτοσέλιδα και σκληρότατες κρίσεις για όλους από πολλούς που είχαν το θάρρος της γνώμης τους. Μετά ήρθε η κρίση, οι απολύσεις, οι περικοπές, το φάσμα της ανεργίας κι όλα αυτά γεννάνε μια νέα αθλητικογραφία στην οποία πιο πολύ και από το να κάνεις τη δουλειά σου μετράει να έχεις μια δουλειά, έστω κι αν αυτή είναι ο βιασμός της λογικής. Σήμερα γράφονται πολλά απλά για να θυμώσουν τον κόσμο ή να τον κάνουν να χαρεί – κείμενα που σχεδόν κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά γιατί στερούνται υπογραφής και κύρους. Ο αναγνώστης συχνά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όποιος σήμερα πληρώνει δημοσιογράφους το κάνει για να τους χρησιμοποιεί: άλλο λόγο πλέον δεν έχει. Οι αθλητικογράφοι ήταν τυχεροί άνθρωποι που έκαναν το χόμπι τους επάγγελμα – δυστυχώς όμως δεν μπορούν να κάνουν το επάγγελμά του χόμπι. Η δουλειά τους αργοπεθαίνει γιατί γίνεται για το τίποτα. Για ένα σουβλάκι…