Η αρχή και η απελευθέρωση

Η αρχή και η απελευθέρωση

Πρόσφατα διάβασα ότι φοιτητές της Φιλοσοφικής Αθηνών (όχι δυο τρεις, αλλά κάποιες δεκάδες…), σε σχετική ερώτηση, που τους έγινε από καθηγητή τους για μια εργασία, μπερδεύτηκαν και δεν μπορούσαν να θυμηθούν τη διαφορά της 28ης Οκτωβρίου, που γιορτάζουμε σήμερα, με την 25η Μαρτίου – δεν είναι η πρώτη φορά που το ακούω, αλλά πάντα με εκπλήσσει και πάντα προσπαθώ να βρω μια εξήγηση. Πέρα από την αδιαφορία των παιδιών να προσέξουν τα βασικά της ελληνικής ιστορίας, ένας λόγος που αυτό συμβαίνει είναι και γιατί στα σχολεία δεν διδάσκεται πως προέκυψε η επέτειος αυτή. Αν αυτό συνέβαινε, κανείς πιστεύω δεν θα ξεχνούσε την ιστορία της γιατί μιλάμε για μια συγκλονιστική  επέτειο: μια από τις ωραιότερες στον κόσμο, γιατί την επέβαλε ο ίδιος ο λαός που έζησε το έπος του 1940.

Γιατί την αρχή κι όχι την απελευθέρωση

Πολλοί συχνά ακούω διάφορους να διατυπώνουν την ερώτηση γιατί στην Ελλάδα γιορτάζουμε την είσοδο της χώρας στον μεγάλο πόλεμο κι όχι την απελευθέρωσή της από τους Γερμανούς. Συνήθως αυτοί που κάνουν την προβοκατόρικη αυτή ερώτηση δίνουν μόνοι τους και την απάντησή: «αυτό συμβαίνει» λένε «γιατί την Ελλάδα την απελευθέρωσε το ΕΑΜ και οι νικητές του εμφυλίου δεν ήθελαν ο ελληνικό λαός αυτό να το θυμάται». Δεν το αποκλείω – ίσως να είναι κι έτσι: ο εμφύλιος άλλωστε άφησε πολλά μεγαλύτερα μεταπολεμικά προβλήματα στην χώρα. Όμως η παρατήρηση αυτή είναι απολύτως λανθασμένη για ένα κυρίως λόγο: η πρώτη επέτειος της 28ης Οκτωβρίου γιορτάστηκε πριν την απελευθέρωση, ενώ δηλαδή η χώρα βρισκόταν υπό κατοχή. Κι αυτό είναι κάτι που έβρισκα πάντοτε ξεχωριστό. Και μεγαλειώδες.

Οι τρεις πρώτες

Την 28η Οκτωβρίου του 1941, ακριβώς δηλαδή ένα χρόνο μετά την μέρα της κήρυξης του πολέμου, στο κεντρικό κτίριο και στο προαύλιο του Πανεπιστημίου Αθηνών πραγματοποιήθηκε ο πρώτος εορτασμός, ο οποίος μάλιστα ήταν και διήμερος. Μίλησε για την επέτειο την παραμονή ο καθηγητής Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο οποίος αρνήθηκε να κάνει μάθημα την ημέρα της επετείου με αποτέλεσμα να απολυθεί από το Πανεπιστήμιο. Την ημέρα της επετείου ένα πλήθος κόσμου έτρεξε στο Πανεπιστήμιο: ότι θα γινόταν γιορτή μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα. Η λαϊκή συμμετοχή υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε στη δεύτερη επέτειο, ο εορτασμός έγινε στην Πλατεία Συντάγματος με πρωτοβουλία νεολαιίστικων οργανώσεων (αναφέρεται για παραδειγμα η ΠΕΑΝ αλλα το πιθανότερο ειναι η δράση να ανήκει σε φοιτητές). Οι εφημερίδες της εποχής, που δεν μπορούσαν να καλέσουν τον κόσμο να συμμετάσχει, πρόβαλαν το γεγονός ως απεργιακή κινητοποίηση και υπήρχε μεγάλη ανησυχία για το πώς θα αντιδράσουν οι δυνάμεις κατοχής, κυρίως οι Ιταλοί, οι οποίοι όμως δεν ματαίωσαν την εκδήλωση. Εκδηλώσεις και διαδηλώσεις εκείνη την ημέρα έγιναν και σε άλλες πόλεις καθώς η επιτυχία της πρώτης άναψε το αόρατο σπίρτο. Περιγράφονται όλες ως μαζικές συγκεντρώσεις που κρατούσαν λίγο – ο δε τρόπος εορτασμού ήταν παράξενος ακόμα και για τα δεδομένα της εποχής: κάποιος ανέβαινε σε μια καρέκλα έβγαζε ένα σύντομο λόγο ή έλεγε ένα ποίημα, ο κόσμος χειροκροτούσε και κατόπιν η συγκέντρωση διαλυόταν, για να μην υπάρξουν αιματηρά επεισόδια. Ένα χρόνο μετά ωστόσο, στις 28 Οκτωβρίου 1943,  η γερμανική στρατιωτική διοίκηση Αθηνών αποφάσισε να μην επιτρέψει κανένα εορτασμό και καμία επιμνημόσυνη δέηση. Σύμφωνα με τον Ηλία Βενέζη γιορτάστηκε η επέτειος στο κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, στην πλατεία Κοτζιά  - ο Βενέζης ήταν τότε υπάλληλος της τράπεζας και είχε πρωτοστατήσει στον εορτασμό. Κατέφθασαν όμως οι Γερμανοί, που είχαν την ευθύνη της αστυνόμευσης πλέον, υποχρέωσαν όσους συμμετείχαν να σταθούν με τα χέρια ψηλά μέχρι το βράδυ, ενώ έστειλαν και είκοσι περίπου από αυτά τα άτομα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κάποια δεν επέστρεψαν. Όμως η σύλληψή τους και η καταστολή της εκδήλωσης προβλήθηκε από τα μέσα της εποχής και μεγάλωσε την ίδια τη δύναμη της ημέρας.

Την διάλεξε και την υπερασπίστηκε

Η 28η Οκτωβρίου έγινε μια μέρα την οποία ο κόσμος ήθελε να γιορτάζει. Την διάλεξε, την ανέδειξε την υπερασπίστηκε. Γιατί όμως; Νομίζω ότι η απάντηση έχει να κάνει με το ίδιο το αίσθημα του πατριωτισμού που κυρίευσε τον κόσμο την 28η Οκτωβρίου του 1940: η χώρα αντέδρασε σαν έτοιμη από καιρό – περίμενε τον πόλεμο και τον έζησε ως ένα είδος λυτρωτικής γιορτής. Μετά τον τορπιλισμό της Έλλης όλοι περίμεναν την στιγμή της ιταλικής επίθεσης – το Γενικό Επιτελείο Στρατού είχε μάλιστα προετοιμάσει και το σχέδιο ΙΒ καθώς περίμενε ταυτόχρονη επίθεση και από την πλευρά της Βουλγαρίας. Ηδη από το 1938 είχε γίνει η δοκιμή της επιστράτευσης, η οποία υπήρξε πρωτοποριακά επιτυχημένη: το 80% των στρατεύσιμων έφτασε στο Αλβανικό Μέτωπο την ίδια μέρα! Εντυπωσιακή υπήρξε επίσης η κινητοποίηση στο εσωτερικό της χώρας – η δημιουργία αυτού που οι ιστορικοί αποκαλούν «εσωτερικό μέτωπο». Οι μη στρατεύσιμοι πολίτες της Ηπείρου (γυναίκες αλλά και άντρες μεγάλης ηλικίας) έσπευσαν να βοηθήσουν στον ανεφοδιασμό του συνταγματάρχη Δαβάκη κουβαλώντας πολεμοφόδια και φάρμακα στην πρώτη γραμμή, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα προέκυψε αμέσως ένα πρωτοφανές κίνημα εθελοντισμού, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες του χρεοκοπημένου Κράτους – η Ελλάδα ήταν σε καθεστώς πτώχευσης ήδη από το 1932.

Μεγάλη ήταν και η σημασία του ίδιου του τρόπου άμυνας: παρά τις αντίθετες προβλέψεις ο ελληνικός στρατός δεν συμπτύχθηκε στο Μέτσοβο, αφού ο στρατηγός Κατσιμήτρος έχοντας άδεια επιχειρησιακής προσαρμογής, αποφάσισε να αμυνθεί ο στρατός κατά μήκος του ποταμού Καλαμά δηλαδή στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Οι Ιταλοί δεν τον πέρασαν και κάπως έτσι άρχισε η προέλαση. Η μέρα της 28ης Οκτωβρίου έμεινε στο μυαλό όλων ως μια μέρα λαϊκού ξεσηκωμού σαν αρχή μιας μεγάλης γιορτής. Ακόμα και το λιτό πρώτο ανακοινωθέν («αι ημέτεροι δυνάμει αμύνονται του Πατρίου εδάφους») που είχε την τιμή να εκφωνήσει ο δημοσιογράφος του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών Κώστας Σταυρόπουλος, ακούστηκε από μια ολόκληρη χώρα σαν ένα νέο Μολών Λαβέ η Εν τούτω Νίκα. Στην πραγματικότητα η γιορτή της 28ης Οκτωβρίου είναι η γιορτή του πατριωτικού φρονήματος – η στιγμή της συνειδητοποίησης του. Κανείς δεν γνώριζε τι θα ακολουθήσει, κανείς δεν ξέχασε τη στιγμή που το ένοιωσε. Η 28η Οκτωβρίου είναι αρχή και απελευθέρωση συγχρόνως: αρχή ενός πολέμου που έφερε τους πάντες κοντά και απελευθέρωση από το μίσος του διχασμού στο όνομα του καθήκοντος. Κράτησε λίγο είναι αλήθεια αυτό το φρόνημα που ένωσε τους Έλληνες, αλλά όποιος το έζησε ήθελε και να το τιμήσει.                

Η περιγραφή του Μυριβήλη

Ενδεικτική του φρονήματος αυτού είναι η περιγραφή του από τον υπέροχο Στρατή Μυριβήλη που γράφει λίγους μήνες μετά τα εξής: «Ελάχιστα ενδιαφέρει αυτό το τέλος. Ολάκερη η δικαίωσή μας στέκεται στην αρχή. Το πώς όλοι μαζί κάναμε τον πόλεμο, αυτό είναι η νίκη της φυλής. Όλα τ' άλλα είναι μηχανολογία. Και δεν είναι μόνο μια πράξη τιμής ετούτη η ομόψυχη ενέργεια. Είναι ακόμα μια πράξη υγείας και μια πράξη φαντασίας. Μόνο ένα οργανισμός πλημμυρισμένος από τη χαρά και τη δόξα της ζωής έχει τη δύναμη να ορμά προς τη θυσία με τόσο κέφι. Και μόνο ένας λαός με ισχυρή φαντασία, μπορεί να εξαρθεί πάνω από το υλικό βάρος των ατομικών συμφερόντων και να χυμήξει με τέτοια αποκοτιά, με ανοιχτές τις φτερούγες προς την αναμμένη φλόγα. Σήμερα στεκόμαστε στην υψηλότατη κορφή της ιστορίας μας. Εκεί που ο αέρας είναι αμβροσία. Μπορούμε σήμερα να δεχτούμε τον Αισχύλο κοντά μας, δίχως να μας ταπεινώσει ο μεγάλος και ιερός ίσκιος του».

Βουρκώνω κάθε φορά που τέτοια μέρα το διαβάζω. Γιατί να το κρύψω;